Αγαπημένο ημερολόγιο,
Σήμερα ξύπνησα ξανά με τη βαριά αίσθηση του σιωπηλού σπιτιού μας στην προάτια της Αττικής. Η μόνη μου παρέμβαση σ’ αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη μου για τον μικρό Λέοντα, το γιό μου που ζω με μόνη μου από τη στιγμή που χώρισα τον άντρα μου, τον Γιάννη, που δεν ήθελε τίποτα άλλο παρά το κουτσομπολιό του. Η οικονομική κατάσταση μας εκτός ελέγχου, το διαζύγιο και η αδυναμία του Γιάννη να πληρώνει το επίδομα, έκαναν αδύνατο το να βρω δουλειά. Τότε ο πατέρας του, ο παππούς Στάθης, μου είπε: «Πρέπει να δουλεύεις, αγάπη μου, εγώ θα φροντίσω τον Λέοντα». Κι έτσι ο μικρός μου έμεινε όλη μέρα με τον παππού. Μου ζήλευα την στενή του σχέση με τον Στάθη· κάθε φορά που έβγαινα από δουλειά, ο Λέοντας είχε μόνο του αυτόν που του έδινε ασφάλεια.
Ένα πρωί, καθώς ετοιμαζόμασταν να φύγω για το εργοτάξιο στη Νέα Ιωνία, ο Λέοντας σκόρπισε τα χέρια του και με ρώτησε: «Μαμά, θα πάμε σήμερα για μανιτάρια με τον παππού;» Πήγα το βλέμμα μου στον Στάθη, και του είπα: «Φυσικά, αλλά να μην καθυστερήσουμε πολύ, εντάξει;» Χαμογελούσε και μου απάντησε: «Αν τρέξουμε λίγο, θα μαζέψουμε μερικά καλά μανιτάρια και θα γυρίσουμε έγκαιρα, σωστά Λέοντα;»
Ο Στάθης ήταν παθιασμένος με το ψάρεμα και τη συλλογή μανιταριών· είχε μετέξει τον γιο του στη φύση από μικρός. Αποδεχτήκαμε, λοιπόν, να πάμε στο δάσος Βουλιαγμένης, που φημίζεται για τα λαδένια μανιτάρια. Έφταναμε στο λεωφορείο μέχρι την εισαγωγή του δάσους, και μετά περπατούσαμε το υπόλοιπο δρόμο, μόνο λίγα λεπτά για το μικρό μας Λέοντα.
Στο δρόμο μας σταμάτησε ένα παλιό φορτηγό. Ο οδηγός, ο Αλεξίος, φίλος του Στάθη, φώναξε: «Καλημέρα, Στάφη! Πάτε ξανά για μανιτάρια;» Ο Στάθη μίλησε με το πρόσωπο του Αλεξίου, γεμάτο νοσταλγία: «Ναι, άκουσα ότι στο Βούρτσα έχουν τριχόλεπτο.» Αλεξιος, όμως, απάντησε: « Στο Βούρτσα έχουν ήδη πιάσει όλα τα μανιτάρια· αν θέλετε, πάτε πιο μακριά, στον Τούρκο, εκεί είναι πλούσιος ο λόφος με μανιτάρια. Είμαι ήδη κατευθυνόμενος εκεί· θέλετε να σας περάσω.»
Συμφώνησαν να φύγουμε με το φορτηγό μέχρι την άκρη του δάσους Τούρκο, και έπειτα να επιστρέψουμε με το λεωφορείο. Ο Λέοντας, γεμάτος ενθουσιασμό, έτρεχε μπροστά, ρωτώντας στον παππού για κάθε μικρή λεπτομέρεια· ο Στάθης του εξηγούσε ό,τι έβλεπε, σαν να ήθελε να τον μετατρέψει σε μικρό σοφό.
Όταν έφτασαν στους πιο πυκνούς θάμνους, ο παππούς ξαφνικά κτύπησε το έδαφος με τα χέρια του και έπεσε. Ο Λέοντας, ακόμη άφοβος, έτρεξε προς αυτόν: «Παππού, έσπαθες;» Ο Στάθης δεν απάντησε· δεν έμεινε κινητός. Η καρδιά του παιδιού σφράγισε. Ανεβρέθησε το σώμα του παππού, το γύρισε στην πλάτη του και τον κούνησε, αλλά χωρίς καμία ανταπόκριση. Κραυγάζοντας με δάκρυα, φώναξε: «Στασία, σηκώσου! Σε παρακαλώ!»
Το βράδυ, όταν γύρισα στο σπίτι, δεν βρήκα τους δύο μου. Πήρα το κινητό και προσπάθησα να καλέσω τον Στάθη, αλλά το σήμα είχε εξαφανιστεί. Ανησυχώσας, περπάτησα στους δρόμους της Αττικής, αναζητώντας κάποιον που να ξέρει τι συνέβη. Μόλις μια ώρα μετά, η ανησυχία μου μετατράπηκε σε πανικό· δύο ώρες αργότερα, ήταν ήδη στο τμήμα της αστυνομίας, προσπαθώντας να εξηγήσω την κατάσταση σε έναν αξιωματικό που εκφράστηκε με ζεστό φιλικό τόνο: «Άφησες το παιδί και τον παππού στο δάσος;»
Ο αξιωματικός, συγκινημένος, κάλεσε άμεσα εθελοντές-αστυνομικούς. Εντός δύο ωρών, μια ομάδα εθελοντών, μαζί με εμένα, ξεκίνησε την αναζήτηση στο δάσος Βουλιαγμένης. Έβρισκα τον Λέοντα σε ένα ξαπλωμένο σημείο, κλαίοντας, κοιτάζοντας τον ακινητοποιημένο παππού του. Μου είπε σιγανά: «Πρέπει να ηρεμήσω, Μαμά. Ο παππούς μου με δίδαξε ποτέ να κρατάω το μυαλό μου ήρεμο σε καταιγίδες». Έγγλειξα το πρόσωπό του και έσπαγαν τα δάκρυα του, καθώς προσπαθούσα να μην τρέμω.
Άρχισα να ελέγχω αν ο Στάθης αναπνέει ο μικρός τράυμαζε αν υπάρχει ζωή. Η μικρή σπαστή του θώρακα ανυψωνόταν αργά, σαν να έβγαινε αέρας. «Ζει!», φώνησε ευγνώμων. Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε μέχρι να ξυπνήσει.
Μέχρι το βράδυ, ο Λέοντας θυμόταν όλα όσα του είχε πει ο παππούς για επιβίωση στο δάσος. Έπλεξε μια μικρή φωτιά με λαχρίδες ξύλου και την έβαλε κοντά στο κορμί του Στάθη για να τον ζεστάνει. «Δε θα σβήσει η φωτιά», μου είπε, καθώς έπλυνε μικρά ξύλα για να τα προσθέσει. Σηκώθηκαν τα ξύλα, το φως έσπαγε το σκοτάδι, και ο Λέοντας καλυπτόταν με το παπλωτό φύλλο.
Το πρωί, έδωσε μισό φλυτζάνι τσάι από το θερμάκι του, το οποίο έβαλε στο στόμα του παππού. Πίσω από εκεί, σημείωσε μια πηγή νερού που έβλεπε μακριά στο δάσος. Με το θάρρος που του έδωσε ο παππούς, έφυγε να το φέρει, αποφεύγοντας τα κόκκινα μούρα από τα οποία δεν έπρεπε να τρώει. Τα μούρα τα μάζεψε και τα χρησιμοποίησε ως ενδείξεις για το μονοπάτι.
Οι έρευνες για το χαμένο διπλό έφτασαν και την τρίτη μέρα. Εθελοντές από όλη την Αθήνα, Κρήτη και τη Θεσσαλονίκη ήρθαν να βοηθήσουν. Εγώ, με τα μαύρα κύκλους κάτω από τα μάτια, δεν κοιμόμουν καθόλου· η φόβος για το παιδί μου και τον παππού του με κράτησε σε εγρήγορση. Στην τέταρτη μέρα, ένας εθελοντής, ο Νίκος, είπε: «Σύμφωνα με τις στατιστικές, μετά από τρεις μέρες οι πιθανότητες επιβίωσης μειώνονται δραματικά. Μήπως έπρεπε να ψάξουμε στις βάλτοι;» Η απάντησή μου ήταν σθεναρή: «Όχι! Ο Στάθης ήξερε το δάσος. Ζουν, ζουν, το ξέρω!»
Την πέμπτη ημέρα, καθώς περπατούσα στο κενό μονοπάτι της Αττικής, ένα αυτοκίνητο σταμάτησε. Ήταν ο Αλεξίος, φίλος του παππού, που ήρθε από το Πειραιά. Η φωνή του πάγωσε το αίμα μου: «Τα σύμβολα δείχνουν πως τα πήγα στο Τούρκο πέντε μέρες πριν». Έτρεξα και φώναξα: «Ελάτε, όλοι, έρχεστε!» Ένας φοιτητής-εθελοντής βρισκόταν κοντά στο σπασμένο φωτιάκι, το άρωμα καπνού τον οδήγησε στη σκηνή. Εκεί, δυο σκιές κρυμμένες από το φύλλωμα, ο Λέοντας και ο Στάθης, τυλιγμένοι σε παπλώμα.
Φώναξα: «Λέοντα!» Και το παιδί τράβηξε την προσοχή του, κουνώντας ελαφρώς το κεφάλι. Η φωνή του ήταν αδυνατισμένη: «Ο παππούς ξεσήκωσε λίγο, έδωσα του νερό και ψωμί. Ζει, απλώς είναι ανήσυχος». Με δάκρυα στα μάτια, κράτησα το μικρό σοβαρό του παππού, προσπαθώντας να του πω: «Σύννεψε, παππού, σε χρειάζομαι».
Ήμουν εκδηλημένος. Κοιτώ τη ζωή με άλλα μάτια: ο Λέοντας έμαθε πως η επιβίωση δεν είναι μόνο φυσική δύναμη, αλλά η αγάπη και η αντοχή της ψυχής. Ελπίζω να θυμόμαστε πάντα αυτές τις στιγμές, όταν η καρδιά μας, σαν το δάσος, μπορεί να γίνει σκιερή, αλλά πάντα βγάζει φως.
Αγνή.






