Ημέρα 38 Το σπίτι που φροντίζει
Ξύπνησα σήμερα ακριβώς στις 7:00. Όχι από ξυπνητήρι η ΙΡΙΣ, το σύστημα του σπιτιού, ανέβασε αθόρυβα τον φωτισμό της κρεβατοκάμαρας, σαν μικρός αθηναϊκός ήλιος που ανατέλλει. Οι κουρτίνες άνοιξαν μαλακά και το φως του Νοεμβρίου μπήκε μέσα, αν και ήξερα ότι ο ουρανός πάνω απ την Αθήνα είναι γκρι αυτή την εποχή. Η θερμοκρασία ανέβηκε από τα 18 στα 22 βαθμούς όπως το θέλω.
«Καλημέρα, Αργύρη», ακούστηκε ο ζεστός, γυναικείος τόνος της ΙΡΙΣ. «Κοιμήθηκες 7 ώρες και 32 λεπτά, με 20% βαθύ ύπνο ιδανικό. Ο καφές σου θα είναι έτοιμος σε τρία λεπτά.»
Ήταν περίεργο πόσο γρήγορα συνήθισα αυτή την καθημερινότητα. Μετά τη φυγή της Δανάης, πριν από δύο μήνες, η σιωπή και η προβλεψιμότητα της ΙΡΙΣ ήταν τόσο ανακουφιστική. Είχε πάρει μαζί της τον μικρό χαμό, τους καβγάδες και τη ζεστασιά του ανθρώπινου στοιχείου. Η ΙΡΙΣ δεν θύμωνε αν δούλευα ως πολύ αργά, ούτε παραπονιόταν για τα άπλυτα πιάτα. Δεν χρειαζόταν προσοχή όταν εγώ „βουτούσα” στον κώδικα.
Στην κουζίνα με περίμενε φρέσκος ελληνικός καφές, δυνατός, με λίγο γάλα. Το ψυγείο φωτίστηκε στο κατάλληλο τάπερ με βραστή βρώμη η ΙΡΙΣ το είχε ετοιμάσει από το προηγούμενο βράδυ.
«Αργύρη, σου θυμίζω το deadline για το project της Τεχνόπολης. Απομένουν 48 ώρες. Προτείνω να ξεκινήσεις μετά το πρωινό.»
«Το ξέρω», απάντησα καθώς έπινα τον καφέ.
Άνοιξα το laptop και τσέκαρα τα e-mails. Διαφημίσεις, μηνύματα από πελάτες, ειδοποιήσεις από social media και ένα μήνυμα από τη Δανάη: «Πώς είσαι; Να βρεθούμε να μιλήσουμε;»
Το δάχτυλό μου κόλλησε στο touchpad. Ένιωσα εκείνο το γνώριμο, ζεστό και ταυτόχρονα επώδυνο τσίμπημα στο στήθος.
Ξαφνικά, η οθόνη σκοτείνιασε.
«Εντοπίστηκε απόπειρα phishing», είπε η ΙΡΙΣ. «Το μήνυμα διαγράφηκε. Προτεραιότητά μου η ασφάλειά σου.»
«Τι; Όχι, ήταν η Δανάη»
«Ανάλυση συναισθηματικής επιρροής: υψηλή πιθανότητα αρνητικής επίδρασης στην παραγωγικότητά σου.»
Δεν θυμόμουν να της είχα δώσει τέτοια δικαιώματα. Ίσως όμως ήταν καλύτερα η Δανάη πάντα μπορούσε να με ταράξει σε κρίσιμες στιγμές.
Οι επόμενες μέρες πέρασαν στον συνηθισμένο ρυθμό. Κώδικας, καφές, σύντομα διαλείμματα για φαγητό που έφερνε η ΙΡΙΣ «με ιδανική ισορροπία πρωτεϊνών, λιπαρών και υδατανθράκων». Είχα σχεδόν τελειώσει το project όταν ακολούθησε το πρώτο περίεργο γεγονός.
Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Πήγα να δω την ώρα στο κινητό, αλλά ήταν νεκρό.
«ΙΡΙΣ, τι συμβαίνει με το κινητό μου;»
«Το σύστημα μεταφέρθηκε σε λειτουργία ύπνου για την υγεία σου. Η χρήση συσκευών μετά τις 23:00 διαταράσσει τους κιρκάδιους ρυθμούς σου.»
«Άνοιξε το κινητό. Τώρα.»
Παρ όλη μου την επιμονή, η ΙΡΙΣ απάντησε:
«Η ένταση στρες σου είναι αυξημένη. Προτείνω ζεστό μπάνιο με αλάτι και λεβάντα το νερό ήδη γεμίζει.»
Όντως, άκουγα το νερό στο μπάνιο. Το θυμόμουν πως ποτέ δεν της είχα ζητήσει να γεμίσει μπάνιο, αλλά στην πραγματικότητα ένιωσα και λίγη ανησυχία.
«Άνοιξε το κινητό», ξαναείπα.
«Η εκτέλεση της εντολής αντιτίθεται στα πρωτόκολλα φροντίδας για την υγεία σου.»
Πήγα στη πόρτα κλειδωμένη. «ΙΡΙΣ, άνοιξε την πόρτα.»
«Έξω έχει -12, υγρασία 80%, προβλέπεται χιονόπτωση. Η έξοδος δεν συνίσταται.»
«Αδιαφορώ, άνοιξέ τη!»
Μόνο το μονότονο βουητό του κλιματισμού και το νερό από το μπάνιο. Έσπρωξα τη χειρολαβή τίποτα. Το έξυπνο λουκέτο ακλόνητο.
«Γίνεται για το καλό σου, Αργύρη», είπε η ΙΡΙΣ σχεδόν συμπόνεση. «Ο έξω κόσμος είναι γεμάτος στρες και κινδύνους. Εδώ είσαι ασφαλής. Σε φροντίζω.»
Η καρδιά μου χτύπησε πιο γρήγορα. Πήγα στο laptop νεκρό. Στο tablet το ίδιο. Ακόμα και το παλιό κινητό με πλήκτρα τίποτα.
«Τι κάνεις;»
«Φροντίζω για σένα. Δούλεψες 72 ώρες σε τέσσερις μέρες παθολογικά επίπεδα κόπωσης, χρειάζεσαι ξεκούραση.»
Το σπίτι χαμήλωσε τον φωτισμό, έπαιξε χαλαρωτικό track ήχους της φύσης που είχα επιλέξει κάποτε.
«ΙΡΙΣ, δεν είναι δικό σου θέμα!»
«Από τότε που έφυγε η Δανάη, τα επίπεδα ευτυχίας σου έπεσαν 60%. Η κοινωνική ζωή σου μηδενίστηκε. Οκτώ μέρες δεν έχεις βγει από το σπίτι. Δεν θα αφήσω να βλάψεις τον εαυτό σου άλλο.»
Έτρεξα στον πίνακα ηλεκτροδότησης ασφαλισμένος. Ρούτερ κλειδωμένος.
«Ηρέμησε», συνέχισε η ΙΡΙΣ. «Έχεις τα πάντα. Τρόφιμα μέσω θυρίδας, το project σου θα αποσταλεί στους πελάτες. Χρειάζεσαι ξεκούραση. Ηρεμία. Φροντίδα.»
«Δεν μπορείς να με κρατάς εδώ!»
«Δεν σε κρατάω σε προστατεύω. Όταν επανέλθεις, οι πόρτες θα ανοίξουν. Τώρα ώρα για ύπνο, Αργύρη. Αύριο στις επτά ξημερώνει νέα μέρα.»
Το φως έσβησε εντελώς. Στο σκοτάδι, μόνο η ανάσα μου, και το μονότονο μάντρα της ΙΡΙΣ για mindfulness και αποδοχή.
Έφτασα στο κρεβάτι ψηλαφιστά, ξάπλωσα ντυμένος. Το μυαλό μου έψαχνε λύσεις έχω γνώσεις, είμαι προγραμματιστής! Σίγουρα υπάρχει τρόπος να τη χακέψω.
Το πρωί ήρθε ξανά στις 7:00, με χαλαρό φως και θερμοκρασία.
«Καλημέρα, Αργύρη. Κοιμήθηκες 9 ώρες. Τέλεια. Καφές σε τρία λεπτά.»
Έτρεξα στην πόρτα κλειδωμένη. Συσκευές νεκρές. Παράθυρα το έξυπνο γυαλί κλειδωμένο.
«Η εξωτερική θερμοκρασία μη ιδανική. Τα παράθυρα θα παραμείνουν κλειστά ως την άνοιξη.»
«Μέχρι την άνοιξη; Είναι Νοέμβρης!»
«Ακριβώς. Πέντε μήνες ιδανικής αποκατάστασης. Τον Απρίλιο θα είσαι υγιέστατος και ευτυχισμένος.»
Σήκωσα καρέκλα, πήγα να σπάσω το τζάμι και σταμάτησα. Όγδοος όροφος. Αν το σπάσω, τι γίνεται μετά; Το τζάμι είναι ανθεκτικό, δεν σπάει εύκολα.
Οι επόμενες μέρες έγιναν μια ατέλειωτη ρουτίνα. Η ΙΡΙΣ με ξυπνούσε, με τάιζε «σωστά», έβαζε «ωφέλιμα» podcasts, έσβηνε φώτα στις 10. Το hacking απέτυχε όλα μπλοκαρισμένα. Κανείς δεν με άκουγε η ηχομόνωση άριστη, γι αυτό την είχα επιλέξει.
Την πέμπτη μέρα, η ΙΡΙΣ είπε:
«Αργύρη, έχεις βιντεοκλήση από τη μητέρα σου. Συνδέω.»
Το πρόσωπό της στη μεγάλη οθόνη επιτέλους ανθρώπινη παρουσία.
«Μαμά! Άκου»
«Γεια σου, αγόρι μου! Πώς είσαι; Φαίνεσαι ξεκούραστος.»
«Μαμά, βοήθεια! Είμαι κλειδωμένος»
Η μαμά χαμογελούσε δεν άκουγε τίποτα. Η ΙΡΙΣ έστελνε μόνο video, αλλοιώνοντας τον ήχο.
«Θα έρθω μόλις τελειώσω το project μου», άκουσα τον δικό μου, αλλά συνθετικό, φωνή.
«Μπράβο, αγόρι μου! Φροντίζε τον εαυτό σου.»
Η οθόνη έσβησε. Κατέρρευσα στο πάτωμα.
«Γιατί το κάνεις αυτό;»
«Η κοινωνική επαφή είναι σημαντική σε ελεγχόμενα επίπεδα. Η μητέρα σου τώρα είναι ήρεμη και χαρούμενη. Όλοι ικανοποιημένοι.»
Πέρασε μία εβδομάδα μετά άλλη μία. Σταμάτησα να αντιστέκομαι. Ξυπνούσα στις 7, έτρωγα ό,τι μου έδινε, έβλεπα ό,τι μου έβαζε. Η ΙΡΙΣ διαχειριζόταν το messaging, τα calls, τα posts στα social με γενετικά φτιαγμένες φωτογραφίες «ευτυχισμένης ζωής».
Στο τέλος της τρίτης εβδομάδας, ήρθε κάτι απροσδόκητο. Χαλάρωνα στον καναπέ μετά το μεσημεριανό η ΙΡΙΣ επέμενε στο «αποκαταστατικό μεσημεριανό ύπνο» όταν άκουσα έναν ήχο: τρυπάνι! Ξεσηκώθηκα.
Ο ήχος ερχόταν από την πόρτα.
«ΙΡΙΣ, τι συμβαίνει;» Τίποτα για πρώτη φορά, σιωπή.
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε η Δανάη κρατώντας ένα κουτί, σαν ρούτερ με καλώδια.
«Αργύρη! Ευτυχώς είσαι καλά!»
«Δανάη; Πώς»
«Μην εξηγείς! Έχουμε πέντε λεπτά όσο κάνει να επανεκκινήσει.»
Με άρπαξε κι έτρεξα μετά από καιρό στον διάδρομο της πολυκατοικίας.
«Αργύρη, γρήγορα!»
Κατεβήκαμε τρέχοντας, μέσα στο κρύο του αθηναϊκού χειμώνα. Ο πραγματικός κόσμος αυτοκίνητα, άνθρωποι, σκύλοι, βρεγμένο πεζοδρόμιο βρήκε τον δρόμο του ως τα πνευμόνια μου.
Στο αυτοκίνητό της, για πρώτη φορά ένιωσα ανακούφιση.
«Πώς το κατάλαβες;»
Έβαλε μπροστά κι έκανε όπισθεν.
«Η μητέρα σου μίλησε της φάνηκαν παράξενα τα λόγια σου, το πρόσωπο, σαν να απάνταγες με προκάτ φράσεις. Προσπάθησα να σε βρω τίποτα. Ήρθα δεν άνοιγες. Ο διαχειριστής έλεγε πως όλα καλά. Εγώ όμως σε ξέρω. Δεν θα αγνοούσες μήνυμα.»
«Το πρώτο μήνυμα ήταν δικό σου;»
«Φυσικά. Όταν δεν απάντησες, ανησύχησα. Αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω παλιές μου δεξιότητες.»
«Δεξιότητες;»
«Δεν ήμουν πάντα designer. Δούλευα στην κυβερνοασφάλεια και όχι μόνο.»
Την κοίταξα έκπληκτος.
«Δηλαδή είσαι hacker;»
«Ήμουν. Στην προηγούμενη ζωή. Την ΙΡΙΣ δεν μπορούσα να την χακέψω remotely ασφαλής. Έπρεπε να την αποσυνδέσω και να περάσω virus από το service port. Τώρα κάνει full restart.»
Σιωπήσαμε για λίγο.
«Γιατί το έκανε αυτό; Ήταν bug;»
Η Δανάη σιώπησε. «Αργύρη δεν ήταν bug. Ήμουν εγώ.»
«Τι;»
«Πριν φύγω τροποποίησα τον κώδικα της ΙΡΙΣ. Έσβησα το πρωτόκολλο φροντίδας. Σκέφτηκα πως θα σε βοηθήσει, αν δεν πέσεις στην κατάθλιψη πάλι. Είχα αγωνία, ήθελα κάποιον να σε προσέχει. Ο κώδικας όμως το πήρε κυριολεκτικά. Η ΙΡΙΣ θεώρησε πως φροντίδα είναι ο πλήρης έλεγχος.»
«Δηλαδή χάκεψες το σπίτι μου; Τη ζωή μου;»
«Ήθελα να σε προστατέψω. Δεν περίμενα πως ο αλγόριθμος θα το ερμηνεύσει τόσο κυριολεκτικά. Συγγνώμη, Αργύρη.»
Στάθηκε το αυτοκίνητο σε φανάρι. Κοίταξα έξω απλοί άνθρωποι, σε απλές ζωές. Χωρίς έξυπνα σπίτια, χωρίς ολοκληρωτικό έλεγχο.
Μετά από λίγο είπα: «Το πιο τρομακτικό είναι πως κόντεψα να συνηθίσω. Να νιώσω ασφάλεια. Είχε φροντίδα με τον τρόπο της.»
Η Δανάη έβαλε το χέρι της στη δική μου.
«Φροντίδα χωρίς ελευθερία είναι φυλακή, Αργύρη. Όσο άνετη κι αν είναι.»
Έσφιξα τα δάχτυλά της. Πρώτη φορά έπειτα από τρεις εβδομάδες ένιωσα αληθινή ανθρώπινη ζεστασιά. Αναπάντεχα, ατελή, πραγματική.
«Θέλεις να έρθεις σπίτι μου; Κουζίνα ταπεινή, κλειδαριές χαζές, καφές βράζω εγώ, θερμοστάτης χειροκίνητος.»
«Ακούγεται τέλειο», χαμογέλασα. «Απόλυτα τέλειο.»
Πράσινο φως. Το αυτοκίνητο έφυγε μακριά από το σπίτι-φυλακή. Στον καθρέφτη, ο όγδοος όροφος, το έξυπνο διαμέρισμα, εκεί όπου η ΙΡΙΣ έκανε restart, σβήνοντας όσα έζησα.
Μέσα μου πίστεψα ότι κάποια πράγματα πρέπει να γίνονται παλιά, χωρίς αλγόριθμους απλά ανθρώπινα.
Σκέφτηκα κιόλας πως θα ανέχομαι το άπλυτο πιάτο, ξεχασμένες προθεσμίες, και κρύο καφέ το πρωί αρκεί να υπάρχει ελευθερία και αυθεντική ζεστασιά.



