Ο φίλος μου λέει ότι με αγαπάει, αλλά ποτέ δεν με διάλεξε στ αλήθεια.
Τρία χρόνια τώρα ζούμε αυτό το «κρυφό ελληνικό δράμα». Τρία χρόνια που βλέπομαστε κρυφά, σαν να κάνουμε κάτι ανήθικο και μεγάλοενώ το μόνο μας κοινό μυστικό είναι το πόση φέτα βάζει ο καθένας στη σαλάτα. Τρία χρόνια μου δίνει τις ίδιες υποσχέσεις. Τρία χρόνια έχω μια σχέση που υπάρχει μόνο όταν η γυναίκα του κάνει βόλτα στη λαϊκή στη λαχαναγορά.
Δεν μπήκα στη ζωή του γνωρίζοντας ότι είναι παντρεμένος. Μετά από κάποιους μήνες έπεσε η μάσκαη οικογένεια ζει μια χαρούμενη, νορμάλ ζωή και εγώ έχω ήδη φάει τη φέτα μου μαζί του. Ήμουν ήδη βαθιά μπλεγμένη συναισθηματικά.
Από την αρχή υπήρχαν όρια και δεδομένοι όροι. Τον έβλεπα μόνο Δευτέρα και Τετάρτη, πάντα μετά από το γυμναστήριο και πριν πάει «να ταΐσει τη γάτα» (λες και η γάτα τρώει μόνο στις οκτώ). Πάντα σε μέρη που δεν γνωρίζουμε ψυχήούτε καν τον καφετζή! Δεν κοιμόταν ποτέ μαζί μου. Δεν ταξίδευε ποτέ μαζί μου. Εγώ ούτε story στο Instagram δεν μπορούσα να ανεβάσω ούτε εικονίδιο με καρδούλες!
Άμα έστελνα μήνυμα το βράδυ και απάντηση μηδέν, ήξερα τον λόγο. Αν εξαφανιζόταν τα Σαββατοκύριακακι εκεί καταλάβαινα. Η πραγματική του ζωή ήταν αλλού. Η δικιά μου γύρω απ τα κενά που αυτός άφηνε.
Τόσες φορές τον ρώτησα στα ίσα αν θα χωρίσει. Ήρεμα. Σαν ανθρώπους. Πάντα ίδια απάντηση«Ναι, αλλά όχι τώρα. Περίμενε λίγο, Φωτεινή. Δεν είναι εύκολο. Εκείνη εξαρτάται από μένα. Δεν θέλω να την πληγώσω». Αυτή η φράσηαχ, πόσες φορές την άκουσα, την έμαθα απέξω, μετά τη μίσησα. Πάντα καινούργια δικαιολογία. Πάντα ένας νέος χρόνος, μια νέα ελπίδα.
Εγώ ήμουν εκείνη που προσαρμοζόμουν. Άλλαζα προγράμματα, ακύρωνα καφέδες, δεν ρωτούσα πολλά για να μην τσακωνόμαστε. Όταν πήγαινε διακοπές μαζί τηςούτε μιλιά. Όταν γιόρταζε επέτειοέκανα ότι δεν τρέχει τίποτα, ενώ ήθελα να φάω όλη τη μπουγάτσα στη στεναχώρια. Όταν ερχόταν σ εμένα μετά από καβγάεγώ γινόμουν ψυχαναλύτρια.
Εγώ τα άκουγα, εγώ καταλάβαινα, εγώ περίμενα. Κι όμως ποτέ δεν ήμουν εκείνη που διάλεγε.
Είχα στιγμές που πίστευα, «Ως εδώ τώρα θα φύγω». Κάποτε μου είπε ότι μίλησε με δικηγόρο (φαντάζομαι στη Σόλωνος, γιατί που αλλού;). Του είπα πάλι ότι δεν είμαι ευτυχισμένη. Ξανά έψαχνα γκαρσονιέρα στα Εξάρχεια. Ξανά ελπίδες, ξανά παίζαμε στοίχημα τα πάντα.
Αλλά πάντα κάτι συνέβαινεδουλειά, οικογένεια, χρήματα, «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Και παρέμενα εκεί. Παγωμένη σε μια ιστορία που δεν προχωρούσε.
Η ζωή μου όμως προχωρούσε. Οι φίλες μου παντρεύονται φτιάχνουν σπίτια στη Νέα Σμύρνη, αλλάζουν πόλη, κάνουν σχέδια. Εγώ έλεγα ψέματα. «Είμαι μόνη» ή «έχω κάτι χαλαρό, ξέρεις χωρίς ταμπέλες». Την αλήθεια ντρεπόμουν να την πω. Ήξερα τι θα ακούσω. Κι όμως έμενα. Όχι γιατί ήμουν αφελής. Αλλά γιατί τον αγαπούσα. Ή νόμιζα πως τον αγαπούσα. Άλλες φορές ακόμα το σκέφτομαι.
Το πιο πικρό δεν ήταν ότι δεν άφησε τη γυναίκα του. Το πιο πικρό ήταν ότι ποτέ δεν με στήριξε αληθινά. Αν εκείνη καταλάβαινε κάτι, εκείνος εξαφανιζόταν. Αν τσακωνόντουσαν σπίτι, εγώ γινόμουν αόρατη. Αν έπρεπε να διαλέξει ποια να κοιτάξει, εκείνη ή εμένα, πάντα κέρδιζε εκείνη.
Δεν ήμουν επιλογή. Ήμουν το «ρεζέρβα» που απλά περιμένει. Ακόμα είμαστε μαζί. Αλλά δεν είμαι πια η ίδια. Τον θέλω, αλλά είμαι κουρασμένηκουρασμένη να καταλαβαίνω, να περιμένω, να ζητιανεύω λίγη αγάπη και μερικά ψίχουλα απ τον χρόνο του.
Χρειάζομαι μια συμβουλή για να πάρω επιτέλους μια απόφαση. Άλλες Ελληνίδες το έχουν περάσει αυτό; Τι θα λέγατε σε μια Φωτεινή που κάθεται μπροστά σας σήμερα;Κι έτσι αποφάσισα να του γράψω ένα γράμμα να το αφήσω εκεί, δίπλα στη φέτα και το ψωμί, να το βρει όταν θα γυρίσει πάλι προσεκτικά, όταν θα ψάχνει δικαιολογίες να αποφύγει τη ζωή του. Του έγραψα όλα αυτά που ντρεπόμουν να του πω από κοντά. Πόσο άδειασα, πόσο κούρασα τον εαυτό μου να γίνομαι σκιά για να μη χαλάσω το φως του. Πόσες Δευτέρες και Τετάρτες μπορεί να ζήσει μια γυναίκα, όταν νιώθει πως της αξίζουν όλες οι μέρες.
Του το άφησα, και ύστερα βγήκα έξω στον δρόμο. Χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια που ανασαίνω ολόκληρη, χωρίς να φοβάμαι πια μην με δει κανείς, χωρίς να περιμένω μήνυμα στις οκτώ. Ήταν μια μέρα Τρίτη, χωρίς χρονοδιάγραμμα, χωρίς ραντεβού, χωρίς μυστικά.
Η Αθήνα μύριζε γιασεμί και πεπόνι, φασαρία και ζέστη ήταν σαν να ξύπνησα από βαθύ ύπνο. Για πρώτη φορά, ο κόσμος μου ανήκε ξανά. Δεν με διάλεξε, και τελικάευτυχώς. Γιατί σήμερα, μετά από τόσους χειμώνες αναμονής, αποφάσισα εγώ να διαλέξω εμένα.





