Τοίχος υπέρ της
Μαρίνα, γιατί μπλέκεσαι στην κουβέντα; Ο Κώστας ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Στεκόταν στο παράθυρο με το ποτήρι στο χέρι, πλατύς, σίγουρος, σαν να ήταν πάντα ο κύριος του σπιτιού, και μιλούσε ήρεμα, σχεδόν γλυκά. Κι αυτό ήταν το χειρότερο. Ο Ανδρέας ρώτησε εμένα, καταλαβαίνεις; Εμένα. Μην τον φορτώνεις με τις ιδέες σου.
Ο Ανδρέας Σταματίου, ο καλεσμένος μας, συνεργάτης του Κώστα σε κάποιο καινούργιο σχήμα για μεταφορές, κοίταζε το πιάτο του. Φαινόταν να νιώθει άβολα, όπως καταλάβαινα από το πώς άλλαξε λίγο θέση κι έπιασε το πιρούνι χωρίς να προτίθεται να φάει.
Απλά είπα ότι στο κέντρο της Αθήνας υπάρχουν τόσα άδεια κτίρια, απάντησα με φωνή ήρεμη, ουδέτερη.
Μαρίνα… Ο Κώστας επιτέλους γύρισε και με κοίταξε μ εκείνη την α-συγκατάβαση που είχα μάθει να πιάνω εδώ και εικοσιεπτά χρόνια. Όχι θυμός. Κάτι χειρότερο. Σε λυπούνται, και καλά. Μαγείρεψες, όλα υπέροχα, οι καλεσμένοι είναι ευχαριστημένοι. Γιατί δε φέρνεις καλύτερα το γλυκό, ε;
Στο τραπέζι ήταν άλλοι τέσσερις άνθρωποι. Η Ειρήνη, η γυναίκα του Ανδρέα, μου έριξε ένα γρήγορο βλέμμα με λίγο συμπόνια. Ίσως και να το φαντάστηκα. Σήκωσα πιάτα και πήγα στην κουζίνα.
Έμεινα λίγο μπροστά στο νεροχύτη κοιτάζοντας έξω στη βροχή, που έκανε τα φώτα των απέναντι πολυκατοικιών να φαίνονται σαν κίτρινες μουντζούρες. Πενήντα δύο χρονών γυναίκα ήμουν. Πίσω, η παρέα μιλούσε δυνατά, ο Κώστας γελούσε, τα ποτήρια έκαναν τσουγκρίσματα. Έβγαλα το γλυκό από το ψυγείομια τούρτα που είχα φτιάξει από το πρωίκαι το πήγα μέσα.
Κάπως έτσι κυλούσε η ζωή μου.
Το σπίτι μας ήταν στη Φιλοθέη, μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας. Ο Κώστας το έχτισε όταν η δουλειά του πήγαινε καλά, πριν δεκαπέντε χρόνια. Μεγάλο, διώροφο, με γκαράζ και κήπο που εγώ φρόντιζα επειδή στον Κώστα δεν περίσσευε χρόνος, και ο κηπουρός που προσλάβαμε είχε φυτέψει παντού βασιλικούς, λες και ήταν χωράφι για χωριάτικη. Το σπίτι ήταν πάντα το καμάρι των επισκεπτών: τι σπίτι, κυρία Μαρίνα, τι γούστο! Και εγώ χαμογελούσα ευγενικά, γιατί πράγματι το γούστο ήταν το δικό μου κάθε κουρτίνα, κάθε ραφάκι, κάθε γιασεμί στο φράχτη μου.
Μόνο που το σπίτι ήταν γραμμένο στο όνομα του Κώστα.
Ποτέ δεν είχα δουλέψει όπως ο ίδιος μετά το Πολυτεχνείο, όπου γνωριστήκαμε, δίδαξα δέκα χρόνια τεχνικό σχέδιο σε ΕΠΑΛ. Μετά ήρθε ο Νίκος μας, μετά άρχισε να μεγαλώνει το μαγαζί του Κώστα, μετά ήμασταν όλο σε επισκέψεις, τραπεζώματα, επαφές και networking. Παραιτήθηκα. Εμένα, είπε, θα σε φροντίζω εγώ. Και πράγματι, με φρόντιζεποτέ φειδωλός, αλλά αν ήθελα λεφτά για κάτι δικό μου, ζητούσα ή έβαζα στην άκρη από τα ψώνια.
Τα κοσμήματα τα ξεκίνησα κατά λάθος, πριν δέκα χρόνια, όταν ήμουν μόνη στο εξοχικό και έβρεχε. Βρήκα σε ένα κουτί κάτι χάντρες παλιές, και μέχρι το βράδυ είχα φτιάξει ένα κολιέ που μ’ εξέπληξε. Έτσι ξεκίνησε το πράγμα, φίλες άρχισαν να ζητάν να αγοράσουν. Αγόρασα εργαλεία, έμαθα ασήμι, πέτρες, σύρματα. Υπήρχε κάτι δικό μου επιτέλους στη ζωή μου: ο πάγκος μου, ο πάγκος της Μαρίνας.
Ο Κώστας το έβλεπε, όπως βλέπει κανείς ένα χόμπι συνηθισμένο. «Εσύ και τα μπιζού σου… Δεν πας να τα πουλήσεις στο Πασαλιμάνι;» σχολίαζε χαμογελώντας ειρωνικά.
Δεν απαντούσα ποτέ. Τι να πεις;
Ο Νίκος μεγάλωσε, έφυγε για Λονδίνο, παντρεύτηκε και ρίζωσε εκεί. Μόνο γιορτές ερχόταν. Τηλεφωνούσε τις Κυριακές πώς είσαι, μάνα; Και εγώ, μια χαρά, εσύ; Καλά.
Εγώ, όμως, δεν είχα ζωή δικιά μου.
Το μόνο που είχα ήταν το νοικοκυριό, οι επισκέπτες μας κάθε εβδομάδα, τα φιλανθρωπικά γεύματα που θεωρητικά απολάμβανα αλλά που ο Κώστας έβλεπε ως networking και εγώ ως δημόσιες σχέσεις. Η σωστή σύζυγος με το σωστό χαμόγελο και τη σωστή εμφάνιση, βιτρίνα του επιτυχημένου άντρα και της οικογενειακής ευπρέπειας που κάνει για όλους. Και αυτό, μην το ξεχνάμε, δεν πληρώνεται.
Το γράμμα ήρθε Φλεβάρη μήνα. Ένας φάκελος από συμβολαιογράφο στη Σκουφά, με άγνωστο όνομα. Τον άνοιξα στην κουζίνα, πριν ξυπνήσει ο Κώστας.
Η ξαδέρφη της μητέρας μου, η Ντίνα Βασιλείου, που είχα δει τρεις φορές όλη κι όλη στη ζωή μου, πέθανε τα Χριστούγεννα. Χωρίς παιδιά, μου άφησε ένα ακίνητο. Όχι διαμέρισμα, όχι οικόπεδο, αλλά ένα ολόκληρο κτίσμαένα πρώην βιοτεχνικό κτίριο στο κέντρο της Αθήνας, δυοόροφο, τριακόσια σαράντα τετραγωνικά, από τα 50ς, παρατημένο για χρόνια.
Το διάβασα τρεις φορές πριν καταλάβω.
Κάλεσα τον συμβολαιογράφο.
Ναι, κυρία Μαρίνα, όντως είστε η μόνη κληρονόμος. Και το οικόπεδο μαζί, είχε τα χαρτιά έτοιμα από τη δεκαετία του ’90.
Οικόπεδο στο κέντρο; Είπα απορημένη.
Μικρό, αλλά πολύ καλό σημείο.
Ευχαρίστησα, άφησα το ακουστικό και έμεινα να κρατώ το γράμμα με τις ώρες.
Δεν είπα κουβέντα στον Κώστα. Ακριβώς γιατί ήξερα τι θα γινόταν: θα πήγαινε, θα έλεγε να το γκρεμίσαμε ή να το πουλήσουμε, θα έβρισκε «τον κατάλληλο άνθρωπο» και εγώ θα ήμουν πάλι από το πλάι, να χαμογελάω στις αποφάσεις του.
Πήγα πρώτη φορά μόνη μου, με δικαιολογία ότι θα έβλεπα μια φίλη.
Το κτίριο ήταν σε ένα στενό κοντά στο Θέατρο Παλλάςεκεί που διατηρητέα συνυπάρχουν με αδιάφορα γκαράζ κι από πίσω, κάτι γραφεία αρχιτεκτόνων. Το σοκάκι ήταν ήσυχο, παλιό πλακόστρωτο, τα δέντρα ήδη γεμάτα μπουμπούκια.
Το κτίσμα φάνταζε παράξενα τρομακτικό. Πέτσα η σοβάς, παράθυρα περασμένα με τάβλες, σιδερένια πόρτα σκουριασμένη. Όμως οι τοίχοι γεροί. Το κύκλωσα δυο φορές, χάιδεψα τούβλα, κοίταξα στέγηκρατούσε. Μπήκα μέσα από μια πλαϊνή πόρτα.
Ταβάνια ψηλά. Παράθυρα τεράστια, ό,τι έμεινε από τα τζάμια. Το πάτωμα ακόμα κούτσα-κούτσα, η μυρωδιά υγρασίας και παλιού ξύλου.
Σταμάτησα στη μέση και κοίταξα ψηλά, στο σκισμένο ταβάνι από όπου έμπαινε φως και λίγος ήλιος.
Και τότε, ένιωσα κάτι αλλόκοτο. Όχι φόβο. Ούτε καν θλίψη. Κάτι σαν αυτό που νιώθεις όταν φτάνεις κάπου και ξέρεις ότι σού ανήκει από πάντα, χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις.
Ο συμβολαιογράφος, νεαρός προκομμένος, τακτοποίησε τα διαδικαστικά μέσα σε δυο βδομάδες. Τα χαρτιά τα έκρυψα προσεκτικά στον πάγκο με τα εργαλεία μουο Κώστας ποτέ δεν μπήκε εκεί.
Η Νάντια, φίλη μου από τη γειτονιά, δουλεύει με μεσίτες της τα είπα όλα.
Σοβαρολογείς; έκανε, μετά από μια μεγάλη παύση.
Και βέβαια.
Μα καλά, ξέρεις τι λεφτά είναι αυτά; Σπίτι στο κέντρο, οικόπεδο είναι πολλά λεφτά, Μαρίνα. Καταλαβαίνεις;
Το ξέρω. Δεν το πουλάω.
Και τι θα κάνεις;
Σκέφτηκα λίγο, μετά είπα:
Θυμάσαι που πηγαίναμε μαζί, πιτσιρίκες, στις εκθέσεις στην Πινακοθήκη στη Βασιλίσσης Σοφίας;
Τα θυμάμαι όλα!
Κάτι τέτοιο. Χώρο για εκθέσεις, για τέχνη, για μαθήματα. Ένα μικρό καλλιτεχνικό στέκι, όπως το λένε πια.
Η Νάντια το σκέφτηκε πολύ.
Μαρίνα, είναι μεγάλο έργο. Ενοίκια, επισκευές, νερά, ρεύματα…
Ξέρω.
Έχεις λεφτά;
Όχι ακόμα. Αλλά θα βρω.
Η Νάντια δεν είπε άλλα. Ήταν από εκείνους που ξέρουν να ακούν και να σιγούνγι αυτό την αγαπούσα.
Άρχισα να ψάχνω λεφτά όπως ήξερα. Με τα κοσμήματαήταν πολλά που δεν είχα πουλήσει, που τα κρατούσα «για καλό». Ασημένια με πέτρες από τον Ταΰγετο, βραχιόλια ώρες δουλειάς, σετ που άξιζαν μήνες.
Η Νάντια με έμπασε στα «κυκλώματα». Είχε μια γνωστή που διατηρούσε χώρο με χειροποίητα και δώρα. Συμφωνήσαμε: η Νάντια άφηνε να εννοηθεί πως είναι έργα ανώνυμης δημιουργού, το μαγαζί κρατούσε ένα μικρό ποσοστό. Η πρώτη «φουρνιά» πουλήθηκε σε τρεις βδομάδες.
Μαρίνα, δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, μου έλεγε πανηγυρίζοντας. Το δαχτυλίδι με τον οπάλιο, το θυμάσαι; Έφυγε αμέσως.
Πόσο;
Μου είπε το ποσό και με έπιασε ίλιγγος.
Σε τρεις μήνες, είχα μαζέψει λεφτά που κάποτε για μένα θα φαίνονταν θέμα επιστημονικής φαντασίας. Τα έβαλα σε λογαριασμό που άνοιξα μόνη μου στην Eurobank, δίπλα από το συμβολαιογραφείο. Ο Κώστας δεν ήξερε ούτε λέξη.
Παράλληλα, βρήκα μαστόρους. Όχι μέσω γνωστού του άντρα μου, αλλά από αγγελίες, ραντεβού σε καφέ τις ώρες που ο Κώστας έλειπε. Η τελική παρέα ήταν τέσσερις, ο Παναγιώτης ο επικεφαλής μαζί. Ήσυχος, πενηντάρης, κοίταζε το κτίριο όπως εγώ με ενδιαφέρον.
Οι τοίχοι καλοί, είπε χτυπώντας τούβλα. Η σκεπή θέλει αλλαγή. Πατώματα στο ισόγειο θέλουν μερική αντικατάσταση. Παράθυρα όλα καινούρια. Ρεύματα, από το μηδέν. Σε τέσσερις μήνες.
Το θέλω όπως λες.
Με κοίταξε προσεκτικά, δίχως σχόλια.
Γίνεται, είπε.
Το σπίτι συνέχιζε τον ρυθμό του. Μαγείρεμα, τραπεζώματα, εκδηλώσεις με τον Κώστα, η ίδια κουβέντα για logistics και επενδύσεις. Καμιά φορά σκεφτόμουν μόνο ράφια και φώτα, όχι logistics αλλά δεν φαινόταν σε κανέναν.
Λίγο έλειψε να με ξεσκεπάσει ο Κώστας βρήκε μια απόδειξη από χρωματοπωλείο.
Αυτό; με ρώτησε.
Πήρα κάτι για το σπίτι.
Γκρίζο αστάρι;
Θέλω να βάψω τον υπόγειο, έχει υγρασία.
Σήκωσε τους ώμους και το ξέχασε σε μισό λεπτό.
Ο Παναγιώτης ήταν σωστός μάστοραςκοιτούσαμε μαζί τις λεπτομέρειες χωρίς πολλά λόγια. Καμιά φορά καθόμουν στη μέση, όλο σκόνη, καρφιά, μαστόρους, και ένιωθα ευτυχισμένη, μια σπάνια σωματική ευεξία που χρόνια είχα να νοιώσω.
Η Νάντια ήρθε να δει τον χώρο τον Ιούνιο, με τα καινούργια παράθυρα.
Μα πόσο ωραίο θα γίνει! αναφώνησε.
Θα γίνει, είπα.
Έχεις και ιδέα τι ακριβώς θα κάνεις; Δηλαδή, το concept;
Έχω. Εκθέσεις, μαθήματα, ατελιέ. Καφέ, βιβλιοθήκη.
Τα είχες σκεφτεί;
Τα σκεφτόμουν τρία χρόνια, της αποκρίθηκα. Απλά δεν πίστευα ότι θα το κάνω.
Το φθινόπωρο γνώρισα τη Θεοδώρα, που είχε πάγκο με πάνινες κούκλες στο Χριστουγεννιάτικο bazaar στο Σύνταγμα. Εκείνο το κάτι της, με κέρδισε.
Τα φτιάχνετε μόνη;
Μόνη.
Θέλετε να εκθέσετε στον χώρο μου όταν ανοίξουμε;
Άφησε το βιβλίο της και χαμογέλασε, τόσο ωραία που μας ένωσε αυτόματα.
Κάπως έτσι πλαισιώθηκε η ομάδα. Η Θεοδώρα έφερε δύο ζωγράφους, οι οποίοι μάζεψαν ένα γλύπτη, ο οποίος ήξερε μια κεραμίστρια που ψάχνε ανεμόνα ιδανικό. Μέχρι τον Οκτώβρη, είχα δώδεκα άτομα περιμένοντας τη μεγάλη στιγμή.
Τα έσοδα σώθηκαν. Τα καλύτερα κοσμήματα είχαν πουληθεί. Έμειναν λίγα… πάντα κρατούσα και για μένα ένα, αυτό το ακριβό δύο χρόνια το δούλευα, ασήμι και αμέθυστος από το Μέτσοβο. Το έδωσα τελικά.
Το πήραν, μου εξήγησε χαρούμενη η Νάντια, με το που το πήγα. Η κυρία ρώτησε αν υπάρχει κι άλλο.
Δεν έχω άλλο, της είπα.
Στεναχωριέσαι;
Όχι, και ήταν αλήθεια.
Το στέκι άνοιξε Νοέμβρη, χωρίς τυμπανοκρουσίες, μόνο ένα post στη γειτονιά στο Facebook «Ανοίγουμε!». Την πρώτη βραδιά ήρθαν εξήντα άτομα.
Ο Κώστας είχε επαγγελματικό ταξίδι. Του είπα ότι μένω στη Νάντια. Δεν έφερε αντίρρηση.
Στεκόμουν μέσα στον χώρο κοιτώντας τον κόσμο να στέκεται, να κοιτά τα έργα, να χαζεύει τις κούκλες της Θεοδώρας, και τα χέρια μου έτρεμανnot από φόβο, αλλά από συγκίνηση.
Ήρθε κι ο Παναγιώτης, στάθηκε σιωπηλός στον τοίχο.
Καλό βγήκε, είπε.
Ευχαριστώ, του είπα.
Εσείς να στε καλά.
Από εκεί και πέρα έτρεξαν τα πάντα: τα ατελιέ μισθώνονταν, τα μαθήματα κεραμικής ξεκίνησαν με λίστες αναμονής, η Σοφία ανέλαβε το μικρό καφέ και μέσα στο μήνα γέμιζε κάθε απόγευμα. Άρχισαν και άρθρα στις εφημερίδες, φωτογραφίες βγήκαν, έπεσε αναγνωρισιμότητα.
Ένα πρωί συνάντησα στο στενό τον κύριο Αρίστο που ζούσε απέναντι.
Εσείς ανοίξατε εκεί; μου γνεψε.
Ναι, εγώ.
Ζω εδώ από τα νιάτα μου, πρώτη φορά κάτι καλό γίνεται στο στενό μας. Να το κρατήσετε.
Τον ευχαρίστησα και δε σταμάτησα να χαμογελάω μέχρι που έφτασα στο αυτοκίνητο.
Ο Κώστας το έμαθε τον Γενάρη, όχι από μέναένας συνεργάτης του είδε το όνομά μου στο άρθρο της Καθημερινής και το έφερε στη συζήτηση.
Μαρίνα, είπε εκείνο το βράδυ, αφού έφυγαν οι καλεσμένοι, μήπως έχεις κάτι να μου πεις;
Έπλυνα τα πιάτα χαλαρά.
Έχω, είπα. Κάτσε, να σου βάλω ένα τσάι.
Είπα τα πάντα: την κληρονομιά, το κτίριο, την ανακαίνιση, τα κοσμήματα. Δεν έδειξε τίποτα στο πρόσωπο, η συνήθης επαγγελματική του άμυνα.
Όταν τελείωσα, περίμενε λίγο.
Το έκρυψες από μένα.
Ναι.
Γιατί;
Το ήθελε πραγματικά να το ακούσει ή έπαιζε ότι ήθελε.
Γιατί αν σου το έλεγα νωρίτερα, Κώστα, θα είχες αποφασίσει πριν από μένα και θα ήταν δική σου όλη η φάση. Δεν ήθελα.
Δεν είναι δίκαιο.
Δεν είναι, είπα. Όπως δεν ήταν και όλο το υπόλοιπο τόσα χρόνιαποτέ δε με ρώτησες τι θέλω, πραγματικά.
Σηκώθηκε, πήρε το φλυτζάνι του, στάθηκε στο παράθυρο.
Θέλεις να σου πω ότι είμαι περήφανος για σένα;
Όχι απαραίτητα. Μπορείς και να μη μιλάς.
Δεν είπε.
Μείναμε μαζί ακόμη κάποιους μήνες. Κάτι είχε αλλάξει όμως όχι με θόρυβο, αλλά με τρόπο διακριτικό, σαν πάγος που λιώνει.
Και μετά, ήρθε το μπαλ.
Κάθε Φλεβάρη ο δήμος Αθηναίων διοργανώνει το φιλανθρωπικό μπαλ σόου όσων ασχολούνται με τα «κοινά». Ο Κώστας πάντα πήγαινε, αλλά εκείνη τη χρονιά ήρθε ξεχωριστή πρόσκληση στο δικό μου όνομα θα δινόταν για πρώτη φορά βραβείο για «Νέο Αστικό Χώρο» και το «Δημιουργείο Ντίνα» (ναι, το ονόμασα έτσι προς τιμή της θείας μου) ήταν στη λίστα των βραβευμένων.
Θα έρθετε η ίδια; με ρώτησαν στο τηλέφωνο.
Εγώ, ναι.
Το είπα εξαρχής στον Κώστα. Με κοίταξε παράξενα, λες και έβλεπε αλλιώτικα πια τη μορφή μου.
Συγχαρητήρια, είπε ξερά.
Να σαι καλά.
Το φόρεμα το αγόρασα μόνη μου: μπλε σκούρο, κλασικό, χωρίς φιοριτούρες. Κι έβαλα κοσμήματα δικά μου: το δαχτυλίδι με τον οπάλιο, διαφορετικό εκείνο που είχα πουλήσει, και μικρά σκουλαρίκια από γρανάτη.
Μας έβαλαν σε διαφορετικά τραπέζια. Εκείνος μπροστά μπροστά. Εγώ, μαζί με άλλους τιμώμενους. Όταν έκατσα, τον βρήκα με το βλέμμα, έγνεψε, έγνεψα κι εγώ.
Η σάλα ήταν απίθανηπαλιό αρχοντικό του 19ου, γύψινα αετώματα στα ταβάνια, κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, ατμόσφαιρα «εν Ελλάδι» μεγάλης πιάτσας. Σκεφτόμουν ότι πέρυσι τέτοια μέρα καθάριζα πιάτα ακούγοντας τους άλλους να γελάνε από το σαλόνι.
Όταν ήρθε η σειρά της βράβευσης, σηκώθηκα και ανέβηκα αργά στη σκηνή, γιατί τρέμανε τα γόνατά μουαλλά δεν φαινόταν.
Ο πρόεδρος του οργανωτικού, ένας αναγνωρίσιμος τύπος της επιχειρηματικής πιάτσας, είπε δυο λόγια περί αξίας των πολιτισμικών χώρων για το μέλλον της Αθήνας, και μου έδωσε μια γυάλινη φιγούρα κι έναν φάκελο.
Θα μας πείτε κάτι; με ρώτησε.
Έπιασα το μικρόφωνο. Αναζήτησα στο πλήθος τη Νάντια, φωτεινή, χαμογελαστή, κάπου μακριά. Και βρήκα και τον Κώστα. Με κοιτούσε σαν κάτι ανάμεσα σε ξένο και παλιό γνώριμο.
Ευχαριστώ όλους όσοι πίστεψαν στον χώρο πριν καν υπάρξει τους καλλιτέχνες, τους δημιουργούς, τους πρώτους που μπήκαν και δεν ξαναβγήκαν. Και τη θεία Ντίνα, που έφυγε νωρίς, αλλά δεν ήξερε ότι μου άφησε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν τοίχο.
Τρία λεπτά κράτησε η ομιλία. Ο κόσμος χειροκρότησε. Κατέβηκα προσεκτικά και επέστρεψα στη θέση μου.
Η Νάντια με αγκάλιασε.
Μαρίνα, είδες το ύφος του;
Το είδα.
Και;
Τίποτα σπουδαίο, είπα.
Ο Κώστας ήρθε μετά το τέλος, όταν άρχισαν οι χοροί και σκορπίσαμε.
Μίλησες καλά, είπε.
Ευχαριστώ.
Ωραία μου φαίνεσαι.
Άσε το, Κώστα, του είπα. Δεν χρειάζεται.
Σώπασε.
Πρέπει να μιλήσουμε. Σοβαρά.
Το ξέρω, του είπα. Θα τα πούμε σπίτι.
Η κουβέντα ήταν μεγάλη, ήρεμη. Δεν φώναζε κανείς. Ίσως είχαμε φωνάξει τόσο μέσα μας, που δεν περίσσευε. Ήμασταν δύο κανονικοί σαρανταπεντάρηδες, που είχαν ξεχάσει τον εαυτό τους ο ένας μέσα στον άλλο.
Του ζήτησα διαζύγιο.
Δεν αντέδρασε αμέσως. Ρώτησε μόνο:
Έχεις άλλον;
Όχι. Απλώς θέλω τη ζωή μου μόνη μου.
Τώρα την έχεις.
Τη θέλω κι άλλο. Μόνη.
Περπάτησε πάνω κάτω.
Το σπίτι; Πώς θα το κάνουμε;
Το σπίτι δικό σου, του ξεκαθάρισα. Αλλά το οικόπεδο από κάτω, δικό μου.
Στάθηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα.
Πώς;
Μέσω θείας Ντίνας. Ήταν στο όνομά της, το ξαναπέρασα σε μένα όταν πήρα την κληρονομιά. Κανείς δεν το ψάχνει γιατί φαίνεται περίεργο, αλλά είναι καθαρό νόμιμα.
Το ήξερες εδώ και μήνες;
Το έμαθα φέτος.
Και μου το έκρυψες.
Ναι. Όπως κι εσύ ποιος ξέρει τι άλλο.
Έκατσε σιωπηλός. Μιλήσαμε ακόμα πολύχωρίς φωνές, χωρίς κλάματα. Είχαμε ξαναδεί ο ένας τον άλλο μετά από χρόνια.
Οι δικηγόροι το έλυσαν μέσα σε τρεις μήνες. Χωρίσαμε ήσυχα, ο Κώστας πήρε το σπίτι, εγώ την αποζημίωση και τη γη. Όλο το ποσό το έριξα στο «Δημιουργείο Ντίνα»μεγαλώσαμε τον χώρο, ανοίξαμε δεύτερη αίθουσα.
Νοίκιασα διαμέρισμα λίγα μέτρα πιο πέρα. Τετάρτος όροφος, θέα στην Ακρόποληόχι ακριβώς, αλλά ένα μέρος της, και μια λεύκα που την άνοιξη κάνει τις καλύτερες μυρωδιές του κόσμου.
Την πρώτη νύχτα στην καινούρια μου ζωή ξύπνησα κατά τις τρεις. Δεν άκουγα τίποταούτε φωνές, ούτε εκνευριστικό ροχαλητό, μόνο τα ταξί της Ιπποκράτους.
Πενήντα τριών ήμουν. Μόνη και ελεύθερη. Και δεν φοβόμουν.
Πέρασε ένας χρόνος.
Το «Δημιουργείο Ντίνα» δούλευε πλέον στο φουλτρεις καλλιτέχνες είχαν μόνιμους χώρους, οι τάξεις κεραμικής ήταν γεμάτες, το καφέ της Σοφίας είχε μετατραπεί σε στέκι με χειροποίητα τραπεζάκια και ασπρόμαυρα πόστερ της παλιάς Αθήνας. Παρασκευές ήταν των jazzμικρό συγκρότημα από το Ωδείο.
Η Θεοδώρα πούλησε όλες τις κούκλες της και φτιάχνει πια κατά παραγγελία. Η φιλία μας μεγάλωσε, όπως μόνο σε αυτή την ηλικία γίνεται: αληθινά.
Η Νάντια με πείραζε:
Μαρίνα, μικρότερη δείχνεις και από εικοσιπεντάρα.
Μπα, απλώς κοιμάμαι επιτέλους, απαντούσα.
Συνέχισα με τα κοσμήματα, βράδια στην κουζίνα μουμόνο για μένα πια. Ήσυχα, για την αυτοθεραπεία.
Τον Κώστα τον είδα κατά λάθος Δεκέμβρη μήνα. Εγώ έβγαινα από το καφέ δίπλα στο «Δημιουργείο», εκείνος πήγαινε για κάποια δουλειά παραδίπλα. Ανταλλάξαμε ματιές.
Λίγο είχε γεράσει μέσα σε έναν χρόνο ή μήπως απλώς τον έβλεπα τώρα όπως αλήθεια ήταν;
Μαρίνα, έκανε.
Κώστα, γεια.
Μικρή παύση, όχι αμήχανη, απλώς ανθρώπινη.
Πώς είσαι;
Καλά. Εσύ;
Καλά, σταμάτησε. Άκου. Ψάχνω χώρο για ένα showroom στο κέντρο. Ξέρεις μήπως κανέναν αξιόπιστο για ανακαινίσεις στην ευρύτερη περιοχή;
Κάτι μέσα μου ξύπνησε συνήθεια παλιά, είκοσι εφτά χρόνια να λύνεις προβλήματα για λογαριασμό κάποιου. Αυτή τη φορά, όμως, απλά χαμογέλασα.
Όχι, Κώστα, είπα ήρεμα. Δεν ξέρω.
Φάνηκε να ξαφνιάζεταιμα όχι να θυμώνει.
Εντάξει, κατάλαβα.
Καλή τύχη, του ευχήθηκα.
Επίσης.
Χωρίσαμε στο δρόμο. Έφτασα στη γωνία, σήκωσα τον γιακά. Έκανε καθαρό, αθηναϊκό κρύο με μυρωδιά από έλατα στον δρόμο.
Σκέφτηκα ότι το βράδυ θα πάω στο «Δημιουργείο Ντίνα», που η Θεοδώρα θα κρεμάσει νέα σειρά έργων. Θα γεμίσει ο χώρος, η Σοφία θα μοσχομυρίσει τον τόπο. Το jazz ensemble θα παίξει, φώτα από τα παράθυρα.
Και προχώρησα, χωρίς να κοιτάξω πίσω.



