Ο Τιμούρ δεν ήξερε πόσες ώρες είχε περάσει γονατιστός μπροστά σε εκείνη την παλιά πόρτα, με το χαρτί ανάμεσα στα δάχτυλά του και την ψυχή του κομμένη σε κομμάτια.

Ο Τίμουρ δεν ήξερε πόσος χρόνος πέρασε έκαθισε γονατί μπροστά σε εκείνη τη φθαρμένη πόρτα, με το γράμμα σφιγμένο στα δάχτυλα και την ψυχή του σπασμένη. Ο ήπιος ανοιξιάτικος άνεμος έφερνε άρωμα νωπής γης και αγριολούλουδων, όμως μέσα του κύκλωνε μόνο μία τεράστια κενότητα. Η ζωή είχε φύγει. Η μητέρα του επίσης.
Η Σαμπίνα, με μια παράξενη τρυφερότητα για τη νεαρή της ηλικία, δεν είπε τίποτα. Έμεινε σιωπηλή, κοντά του, αφήνοντας το κενό να μιλήσει από μό του. Στο τέλος του έφερε ένα ποτήρι νερό.
Θες να περάσεις μέσα; ρώτησε.
Ο Τίμουρ σήκωσε το βλέμμα. Η οικία φαινόταν μικρότερη από ό,τι θυμόταν, αλλά παρέμενε εξίσου ταπεινή· το ξύλο φθαρμένο, οι κουρτίνες χειροποίητες, το πάτωμα έτριζε με κάθε βήμα. Σε κάθε γωνιά αναπνεόταν η παιδική του ηλικία.
Στην κουζίνα, το παλαιό κρουαστικό ρολόι χτυπούσε αργά τις ώρες. Στο τραπέζι βρισκόταν ένα καλάθι με ξεραμένο ψωμί και μια περούκα δαντελάνης γεμάτη λουλουδάκια, που η μητέρα του ύφην ερασιτέχνης υπομονή. Δίπλα, μια κίτρινη φωτογραφία: ο ίδιος, μόλις έξι ετών, καθισμένος στα πόδια της Ρανίας, γελώντας μαζί.
Η γιαγιά μιλούσε για σένα συνέχεια πούσε η Σαμπίνα, ετοιμάζοντας τσάι. Έλεγε πάντα ότι αν επέστρεφερες, δεν ήθελε να νιώσεις τύπωση. Ήξερε που ήταν το σπίτι σου.
Ο Τίμουρ δεν απάντησε. Παρακολουθούσε με ματιές πληγωμένες, ψάχνοντας ίχνη της μητέρας του: στα έπιπλα, στη μυρωδιά του τσαγιού, στα ύφασμα που κρέμονταν με καρφίτσες, στο φως που έπεφτε από το παράθυρο.
Έβαζε τα γράμματά σου σε ένα κουτί από μπισκότα συνεχίζει η Σαμπίνα, δείχνοντάς το. Μέσα βρέθηκαν παλιά γράμματα του Τιμούρ, τσαλακωμένα από το χρόνο, όμως ακόμα αναγνώσιμα, ακόμη και εκείνα που έλεγαν μόνο «Είμαι καλά». Τα είχε φυλάξει όλα.
Και ο τάφος της; ρώτησε τέλος, με ήσυχη φωνή.
Είναι στον λόφο, δίπλα στο μηλιόδενδρο. Στον ίδιο που φύτεψε η ίδια. Σανέβαινε εκεί κάθε απόγευμα, ακόμη και το χειμώνα.
Την ίδια απόγευμα, ο Τίμουρ κατέβηκε στον λόφο. Στο δρόμο μάζεψε αγριολούλουδα. Η επιγραφή ήταν απλή, χωρίς στολίδια, μόνο ένα όνομα: Ρανία Ασλανιάν, μητέρα του Τιμούρ και της Σάιντα.
Γόνασε. Τοποθέτησε προσεκτικά τα λουλούδια. Στη συνέχεια, χωρίς λέξη, έβγαλε από τη ζακέτα του μια μικρή κασμίρ αλάνη που του είχε φέρει και την άφησε πάνω στον τάφο. Μείνε εκεί μέχρι ο ήλιος έδυε.
Όταν επέστρεψε, η Σαμπίνα τον περίμενε με ένα τετράδιο.
Αυτό είναι δικό της είπε. Έγραφε το βράδυ. Μερικές φορές ποιήματα, κάποιες φορές σκέψεις.
Σε μια σελίδα υπήρχε μια σημείωση χρονολογημένη ένα χρόνο πριν το θάνατό της:
«Δεν ξέρω αν θα επιστρέψεις, παιδί μου. Αλλά αν το κάνεις, να ξέρεις ότι ποτέ δεν σταμάτησα να σε αγαπώ. Αν το σπίτι αυτό παραμείνει όρθιο, θα είναι πάντα δικό σου. Αν η οικογένεια μας ζει, είναι και χάρη σου. Ακόμα κι αν δεν ήσουν παρών, ήσουν πάντα μέρος μας.»
Ο Τίμουρ πέρασε τη νύχτα στο παλιό δωμάτιο της παιδικής του ηλικίας. Και για πρώτη φορά μετά από δεκαέξι χρόνια, κοιμήθηκε χωρίς το βάρος του παρελθόντος.
Την επόμενη μέρα, ξύπνησε νωρίς. Πήγε στο χωριό. Συζητήσε
τ
α
ς
με
τον
πρέσβ
β
ε
α
ν
ο (χάρη τη) (?)
Actually need to continue properly.
Continue:
Την επόμενη μέρα, ξύπνησε νωρίς. Πήγε στο χωριό. Συνομίλησε με τον δημάρχου και με τους κατοίκους. Παρέδωσε χρήματα για την αποκατάσταση του σπιτιού, δωρίζοντας βιβλία στο τοπικό σχολείο, και χρηματοδότησε την κατασκευή ενός μικρού πάρκου μνήμης για τη μητέρα του, δίπλα στο μηλιόδενδρο.
Δεν έμεινε να ζήσει εκεί. Όμως επισκεπτόταν το σπίτι κάθε μήνα. Κάθε άνοιξη, στην ημερομηνία που έλαβε εκείνο το γράμμα, έφερνε νέα λουλούδια και καθόταν δίπλα στον τάφο, διαβάζοντας δυνατά αποσπάσματα από το τετράδιο της Ρανία.
Γιατί είχε καταλάβει πως η μητρική αγάπη δεν πεθαίνει. Απλώς περιμένει.

Oceń artykuł
Ο Τιμούρ δεν ήξερε πόσες ώρες είχε περάσει γονατιστός μπροστά σε εκείνη την παλιά πόρτα, με το χαρτί ανάμεσα στα δάχτυλά του και την ψυχή του κομμένη σε κομμάτια.