Ταξιτζής που δεν μιλούσε
«Ποτέ δε με ακούς!»
Έσπασα το πιάτο στον νεροχύτη τόσο δυνατά που πιτσίλες έφτασαν μέχρι το ταβάνι. Έντεκα χρόνια, οι ίδιες λέξεις στους ίδιους τοίχους. Και κάθε φορά, αυτός το έλεγε πρώτος λες και έφταιγα μόνο εγώ, λες και εγώ ήμουν η μόνη υπεύθυνη.
Ο Δημήτρης στεκόταν στο άνοιγμα της κουζίνας, τα χέρια σταυρωμένα. Κοντά σαράντα, κι όμως τσακωνόταν σαν να ήταν έφηβος πεισματικά, σκληρά, ως το τέλος. Είχα μάθει αυτήν την έκφραση του προσώπου του απ έξω κι ανακατωτά: σφιγμένο σαγόνι, βλέμμα αλλού. Έστρεψε το κεφάλι προς το παράθυρο, θέλοντας να δείξει πως για εκείνον ο καβγάς είχε ήδη τελειώσει.
Για μένα, όμως, μόλις άρχιζε.
«Ξέχασες να πάρεις τηλέφωνο τη μαμά μου», του είπα με φωνή τρεμάμενη. «Εξήντα τριών χρονών γυναίκα. Όλη μέρα περίμενε. Όχι δώρο ένα τηλεφώνημα. Τρία λεπτά. Ούτε αυτό μπόρεσες».
«Το ξέχασα. Συμβαίνει. Τι κάνεις έτσι, δηλαδή;»
«Συμβαίνει; Πάντα ξεχνάς. Τα γενέθλια, τις επετείους, ακόμα και τα δικά μου γενέθλια πέρσι πάλι «ξέχασες»;»
«Το έχουμε πει χίλιες φορές. Ζήτησα συγγνώμη τότε.»
«Ζήτησες και μετά ξανά τα ίδια! Πρέπει να στα θυμίζω κάθε φορά; Τι είμαι για σένα ξυπνητήρι;»
Γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια του άγρια, κουρασμένα.
«Ποτέ δε με ακούς», επανέλαβε χαμηλότερα. «Λέω κάτι και εσύ ακούς κάτι άλλο. Κουράστηκα να εξηγώ».
Άρπαξα το μπουφάν και το κινητό από την κρεμάστρα.
«Πού πας;»
«Στη μαμά μου.»
«Πάλι στη μαμά σου; Όλο στη μαμά σου πηγαίνεις».
Δεν απάντησα. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου, και η πολυκατοικία με κατάπιε στη βραδινή ψύχρα του Μαρτίου. Τα δάχτυλά μου χόρευαν στο κινητό λεπτά, με τις κλειδώσεις να προεξέχουν από τη συνήθεια να σφίγγω γροθιές όταν είμαι αναστατωμένος. Κάλεσα ταξί. Μαρούσι, πληρωμή με κάρτα. Τρία λεπτά αναμονή.
Στάθηκα στο πεζοδρόμιο με σηκωμένο γιακά, κοιτάζοντας το παράθυρο του δευτέρου ορόφου. Κρύωνα. Και πονούσα μέσα μου. Και θύμωνα με τον εαυτό μου που πάλι φτάσαμε στα ουρλιαχτά. Το φως στην κουζίνα έμενε ανοιχτό. Άρα, ήταν ακόμη εκεί. Με τα χέρια σταυρωμένα, περιμένοντας μήπως γυρίσω.
Όμως εγώ δεν θα γύριζα. Όχι απόψε.
Το μαύρο αυτοκίνητο έφτασε αθόρυβα. Άνοιξα την πίσω πόρτα και κάθισα χωρίς να κοιτάξω τον οδηγό. Μέσα μύριζε πεύκο όχι από κρεμαστό αρωματικό, αλλά σαν να είχαν βάλει κλαρί κάτω από τα πατάκια. Σιωπή απόλυτη. Ούτε ραδιόφωνο, ούτε GPS, ούτε μουσική. Μονάχα η οθόνη στην κονσόλα έδειχνε αχνά το δρομολόγιο.
Ο οδηγός έγνεψε κοιτάζοντας το GPS, κι αναχωρήσαμε.
Ακουμπούσα το κεφάλι στο τζάμι και έκλεισα τα μάτια. Ζητούσα έστω ένα λεπτό γαλήνης. Αλλά δεν ήρθε η ησυχία. Μέσα μου όλα βράζαν, οι λέξεις όλο κι έβγαιναν. Είχα μόλις κλείσει την πόρτα με δύναμη. Είχα αφήσει τον άντρα μου στη μέση του καβγά και πήγα ξανά στη μάνα μου δέκατη φορά τα τρία τελευταία χρόνια. Κάθε φορά έλεγα: φτάνει, τελευταία φορά. Και πάλι ξανά.
Άραγε έτσι θα είναι πάντα; Μέχρι τέλους;
«Συγγνώμη», είπα στο κενό της καμπίνας. «Θα αρχίσω να μιλάω τώρα. Επιτρέπεται; Το χω ανάγκη, να τα πω κάπου».
Δεν απάντησε. Ούτε αντέδρασε αρνητικά. Το πήρα σαν έγκριση.
«Είμαστε έντεκα χρόνια παντρεμένοι», είπα, κι η φωνή μου σπασε στη δεύτερη λέξη. «Στα εικοσιπέντε παντρεύτηκα. Νόμιζα πως βρήκα κάποιον που με καταλαβαίνει. Που ακούει όταν μιλάω. Που δεν γυρίζει την πλάτη άμα κάτι πάει στραβά».
Οι λάμπες της Κηφισίας έφευγαν στο παράθυρο. Τις ήξερα μία-μία, κι έμοιαζαν το ίδιο αδιάφορες όσο κι αυτό το βράδυ. Το ταξί πέρασε ομαλά σε μια στροφή ταλαντεύτηκα.
«Μετά, όλα έγιναν ίδια. Καταλαβαίνετε; Κάθε τσακωμός ίδιος. Αυτός λέει δεν ακούς. Εγώ λέω δεν με καταλαβαίνεις. Και οι δύο έχουμε δίκιο και άδικο. Τα δοκιμάσαμε όλα. Συζητήσεις ήρεμες, δοκιμάσαμε. Να μη μιλάμε καν, δοκιμάσαμε. Ψυχολόγο ο Δημήτρης το κοψε στην τρίτη φορά. Είπε: Δεν θα μου πει ξένος πώς θα ζήσω. Τέλος».
Έπιασα το βλέμμα του οδηγού στον καθρέφτη. Μάτια σκουρόχρωμα, σπινθηροβόλα. Κοιτούσε το δρόμο, αλλά για μια στιγμή κοίταξε το καθρέφτη. Όχι επιτιμητικά. Σαν να σημειώνει απλά ότι υπάρχω.
Συνέχισα. Είχα ανάγκη να μιλήσω.
***
«Ξέρετε, το χειρότερο είναι», δεν του μιλούσα πια άμεσα. Στόχευα στο σκοτάδι έξω, στα φώτα του Χαλανδρίου που έτρεχαν πίσω. «Το χειρότερο είναι πως ο Δημήτρης είναι καλός άνθρωπος. Δεν πίνει, δεν γυρίζει. Το μισθό τον φέρνει σπίτι. Όταν πριν τρία χρόνια αρρώστησα είχα πνευμονία δύο βδομάδες ήταν δίπλα μου. Έφτιαξε σούπα. Αλμυρή και άγευστη, αλλά σούπα».
Το αυτοκίνητο άλλαξε αθόρυβα λωρίδα. Το GPS επαναχάραξε διαδρομή. Πρόσεξα πως το GPS δε μιλούσε. Καμιά οδηγία. Παράξενο, αλλά δεν με ένοιαζε. Ίσως του άρεσε ησυχία. Το καταλάβαινα.
«Αλλά δεν με ακούει», συνέχισα χαμηλότερα. «Όχι επίτηδες. Απλώς δεν ξέρει πώς. Του λέω: Ζορίζομαι, νιώθω μόνη, δείξε τουλάχιστον ότι με προσέχεις. Και μου απαντά: Μα τι θες άλλο; Σπίτι έχουμε, αμάξι έχουμε, δουλεύω.»
Η ησυχία είχε μια ποιότητα ξεχωριστή. Όχι αγχωτική, όχι αδιάφορη. Σαν άδειο δωμάτιο όπου μπορείς να φωνάξεις και οι τοίχοι δεν θα σε κρίνουν. Σκέφτηκα: παράξενη παρομοίωση, το ταξί σαν άδειο δωμάτιο. Μάλλον είχα κουραστεί.
Ένιωσα σχεδόν καλύτερα. Πραγματικά, καλύτερα.
«Τσακωνόμαστε για χαζά. Σήμερα, τα γενέθλια της μαμάς μου. Την περασμένη βδομάδα άφησε βρεγμένη πετσέτα στο κρεβάτι. Βρεγμένη πετσέτα! Ούρλιαζα λες και είχε πουλήσει το σπίτι. Αυτός φώναζε πως τον κατηγορώ για ανούσια. Και οι δύο είχαμε δίκιο ή και όχι».
Έτριψα τα μάτια μου με το χέρι. Ήξερα πως η μάσκαρα είχε γίνει λάσπη αλλά δεν με ένοιαζε. Πήγαινα στη μάνα μου. Με είχε δει και άβαφτη κι άσχημο πρόσωπο και με πρησμένα μάτια. Δεν την ένοιαζε πώς έδειχνα. Ήθελε να με βλέπει εκεί.
«Φίλο να πάρω τηλέφωνο δεν μπορώ. Η Μαρία στη Νέα Μάκρη, σήμα χάλια. Η Σοφία ο άντρας της με εγχείρηση, δεν θέλω να επιβαρύνω. Τη μαμά, αν της τηλεφωνήσω με κλάματα, θα τρομάξει. Θα ανησυχεί και θα ελέγχει κάθε μισή ώρα το κινητό. Γι’ αυτό πάω πάντα η ίδια, να δει ότι είμαι καλά. Ανοίγει την πόρτα, το διαβάζει στο πρόσωπό μου. Δεν λέει τίποτα βάζει κατευθείαν τσάι».
Κοιτάχτηκα στο καθρέφτη. Ο οδηγός κοιτούσε το δρόμο. Τα χέρια πάνω στο τιμόνι στιβαρά, με δάχτυλα παχιά άντρας γεροδεμένος, πάνω από πενήντα. Έγνεψε αχνά, σαν να συμφωνεί. Ή ίσως έχει κατηφορικό δρόμο.
Ένιωσα σαν να μου λεγε: συνέχισε. Δεν με ένοιαζε πλέον τι σκέφτεται. Μιλούσα έτσι, σαν στον εαυτό μου.
«Φταίω κι εγώ. Το ξέρω. Φωνάζω, λέω λόγια που δεν παίρνονται πίσω. Χτες του είπα: Ίσως δεν έπρεπε να παντρευτούμε. Και είδα πώς συσπάστηκε το πρόσωπό του. Μα δεν σταμάτησα. Ξέρετε πώς είναι όταν σε παίρνει η κατηφόρα; Κι ακούς τον εαυτό σου να λες φρικτά πράγματα, αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις;»
Περάσαμε ένα βενζινάδικο. Νέον φώτισε το εσωτερικό. Και θυμήθηκα: κάποτε με τον Δημήτρη πηγαίναμε βράδυ για καφέ σε αυτό το βενζινάδικο. Έτσι απλά, γιατί μας άρεσε να είμαστε μαζί.
«Μου είπε χτες: Ποτέ δε με ακούς. Και κατάλαβα: έχει δίκιο. Δεν ακούω. Περιμένω πότε θα τελειώσει, για να πω τα δικά μου. Δεν είναι το ίδιο με το να ακούς. Είναι σαν να περιμένεις απλώς τη σειρά σου. Τεράστια διαφορά».
Είχα σταματήσει να κλαίω κάπου στη διασταύρωση της Αγίας Παρασκευής. Τώρα τα λόγια βγαίναν ήρεμα, σχεδόν ψύχραιμα. Κάθε λέξη έπαιρνε μαζί της και λίγο βάρος. Ήταν ανακούφιση.
«Νομίζω και οι δύο φοβόμαστε το ίδιο: μη φύγει ο άλλος. Για αυτό φωνάζουμε, μπας και κρατήσουμε τον πρώτο λόγο. Φωνάζουμε μέχρι να κουραστούμε σωπαίνουμε μέχρι να πονέσουμε ξαναρχίζουμε. Κύκλος. Δεν βρίσκω διέξοδο».
Ο οδηγός μπήκε στη δεξιά λωρίδα. Πιάσαμε το βλέμμα στον καθρέφτη ζεστό, διαπεραστικό. Μια στιγμή μονάχα, έπειτα πάλι στο δρόμο. Ούτε οίκτο, ούτε ανία, ούτε εκνευρισμό. Μονάχα παρουσία. Σαν να λεγε: είμαι εδώ.
Αυτό αρκούσε. Μου έλειπε αυτή ακριβώς η ήσυχη παρουσία.
***
«Ξέρετε τι ονειρευόμουν στα εικοσιπέντε μου;» Χαμογέλασα, λίγο στραβά. «Να ρχομαι σπίτι κι εκείνος να με ρωτάει πώς πέρασα τη μέρα. Και να το εννοεί. Όχι από υποχρέωση, ούτε επειδή έτσι κάνουν. Αλλά επειδή το θέλει στ αλήθεια. Είναι τόσο παράλογο;»
Το αμάξι βγήκε από την εθνική σε στενό δρόμο. Τα δέντρα πλησίασαν και το σκοτάδι πύκνωσε. Έβλεπα μόνο τη σιλουέτα του οδηγού πλατύς, με κοντά μαλλιά. Και το GPS να οδηγεί αθόρυβα, χωρίς φωνητικές οδηγίες.
«Εκείνος πάντα έμπαινε σπίτι και ρωτούσε: Τι έχει για φαγητό; Κι εγώ έλεγα: άντρας είναι, πεινασμένος. Θα φτιάξει το πράγμα. Μα σιγά-σιγά έγινε χειρότερο. Όχι αμέσως. Σταδιακά. Σαν το νερό στη βρύση: από ζεστό, χλιαρό, ύστερα εντελώς κρύο. Και συ συνηθίζεις. Κι έρχεται μέρα που στέκεσαι κάτω από παγωμένο νερό και δεν θυμάσαι πια πώς ήταν το ζεστό».
Σώπασα για δέκα, ίσως δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Στη σιγαλιά, άκουσα για πρώτη φορά την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Όχι από αγωνία, αλλά από ανακούφιση. Είχα αφήσει άγνωστο άνθρωπο να ακούσει πράγματα που δεν είχα πει ούτε στη μάνα μου, ούτε στη Μαρία. Δεν ντράπηκα. Ένιωσα ανακούφιση.
Ίσως γιατί εκείνος σιωπούσε. Όχι με αδιαφορία, ούτε με συμβουλές ή μορφασμούς. Μονάχα άκουγε.
«Έχω σκεφτεί και το διαζύγιο», μουρμούρισα. «Τρεις φορές τα τελευταία δύο χρόνια. Πρώτη φορά, όταν ξέχασε την επέτειο. Το πρωί στρωμένο τραπέζι, φόρεσα φόρεμα και είχα κρασί. Ήρθε και ρώτησε: 'Τι γιορτάζουμε;’ Έκλεισα στο μπάνιο, μισή ώρα απλώς καθόμουν στο πάτωμα».
Ο οδηγός έγνεψε απαλά πιθανόν να ήταν πάλι η κατηφόρα.
«Δεύτερη φορά, όταν αρρώστησα και δυο βδομάδες με φρόντιζε, αλλά μετά το θυμόταν συνέχεια, σαν άθλο. Κάθε φορά που χρειαζόμουν κάτι: 'θυμάσαι που έβραζα σούπες; Κι ούτε ένα σωστό ευχαριστώ.’ Το ευχαρίστησα, πολλές φορές. Δεν άκουγε. Ή δεν θυμόταν».
«Τρίτη φορά σήμερα, απόψε. Όταν είπε 'Δεν με ακούς ποτέ’. Κι εγώ κατάλαβα πως αυτές οι λέξεις δεν μου λένε πια τίποτα. Σαν τοίχος που βαράς το κεφάλι πονάει, μα το χεις συνηθίσει».
Μα κατάλαβα και κάτι ακόμα: δεν θα χωρίσω. Όχι για το σπίτι ούτε από συνήθεια. Αλλά γιατί θυμάμαι πως είναι όταν είναι αληθινά ο εαυτός του. Όταν δεν είναι κουρασμένος, όταν δεν έχει θυμώσει με τη δουλειά. Χαμογελά μόνο με τα μάτια. Τις Κυριακές μου φέρνει καφέ στο κρεβάτι. Φτιάχνει το γιακά μου κρυφά, όταν νομίζει πως δεν προσέχω.
Σταμάτησε το αμάξι στο φανάρι, κόκκινο φως στο εσωτερικό. Είδα το προφίλ του ήρεμος, απλός, ακίνητος. Απόλυτη γαλήνη ανθρώπου που έμαθε να ζει χωρίς βιασύνη.
«Απλώς Ξεμάθαμε να μιλάμε. Ή ποτέ δεν μάθαμε. Ίσως φωνάζουμε γιατί κανείς δεν μας δίδαξε να μιλάμε ήσυχα. Οι γονείς μου επίσης φώναζαν. Ο πατέρας μου έφυγε όταν ήμουν δεκατεσσάρων. Η μάνα μου με μεγάλωσε μόνη. Ορκίστηκα να έχω αλλιώς εγώ. Να κρατήσω την οικογένεια, να έχω περισσότερη υπομονή, να γίνω σοφότερος».
Το φανάρι έγινε πράσινο. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Σκέφτηκα: πάλι κλαίω.
«Μα υπομονή δεν είναι η σιωπή. Υπομονή είναι να ακούς χωρίς να σπας. Εγώ σιωπούσα, σιωπούσα, κι ύστερα ξέσπαγα έσπαζαν και τα τζάμια. Άρα δεν άντεχα, μάζευα».
Κοίταξα το GPS. Επτά λεπτά για το Μαρούσι. Κοντά ήμουν.
Ξαφνικά δεν ήθελα να βγω από το αυτοκίνητο. Όχι γιατί δεν ήθελα να δω τη μάνα μου. Αλλά γιατί εδώ, στο σιωπηλό αμάξι, για πρώτη ίσως φορά ένοιωσα γαλήνη. Κανείς να μη διακόπτει, να μην κατηγορεί.
Σιωπή. Και αυτή θεράπευε. Το αισθανόμουν σε όλο μου το κορμί η ένταση που κουβαλούσα όλη μέρα, έφευγε σιγά-σιγά.
«Νομίζω σας είπα περισσότερα απ ό,τι σε κάθε άλλον τα τελευταία χρόνια», ψιθύρισα με απορία. «Κι ούτε μία συμβουλή, ούτε μια διακοπή, ούτε καν το κλασικό έχεις δοκιμάσει να μιλήσεις ήρεμα; Όλοι αυτό λένε. Σαν να μην το προσπάθησα».
Σιωπή. Και αυτή ήταν η μεγαλύτερη ανακούφιση. Οι ώμοι μου χαλαρώσανε επιτέλους.
«Ευχαριστώ», είπα. «Σίγουρα θα έχετε βαρεθεί επιβάτες σαν εμένα, να εξομολογούνται. Αλλά ευχαριστώ».
***
Το αμάξι έστριψε στη γειτονιά της μάνας μου. Ξεχώρισα το πράσινο φράχτη, βαμμένο το φθινόπωρο, το φως του δρόμου, το φως από το παράθυρο της κουζίνας. Η μάνα μου δεν κοιμόταν νωρίς έλεγε της άρεσε να διαβάζει, εγώ ήξερα πως απλά με περίμενε. Κάθε Παρασκευή.
«Εδώ, παρακαλώ», είπα.
Σταμάτησε ήρεμα δίπλα στο σπίτι. Έσβησε τη μηχανή.
Η πληρωμή πέρασε αυτόματα. Τον κοίταξα.
«Ευχαριστώ», είπα, και έβαλα μέσα του όλα μου τα βάρη. «Που ακούσατε. Ξέρω δεν είναι υποχρέωσή σας. Ούτε πληρώνεστε για αυτό. Αλλά κάνατε πιο πολλά από όσα ο άντρας μου εδώ και τρία χρόνια. Είναι αλήθεια».
Για πρώτη φορά γύρισε πλήρως προς εμένα. Είδα το πρόσωπό του: πλατύ, ήσυχο, μάτια σκούρα και χαμογελαστά. Χαμογέλασε ζεστά. Ύστερα σήκωσε το χέρι, άγγιξε τα χείλη και κατέβασε την παλάμη μπροστά.
«Ευχαριστώ» στη νοηματική.
Σταμάτησα. Κι αυτός μου έδωσε μια κάρτα. Μικρή, λευκή, με χοντρά γράμματα. Την πήρα ασυναίσθητα και διάβασα:
«Οδηγός, Στέλιος. Κωφάλαλος. Αν χρειαστείς να μιλήσεις ξανά πάρε με. Δεν θα το μάθει κανείς. Κυριολεκτικά.»
Σήκωσα τα μάτια. Αυτός τίποτε δεν είχε ακούσει όλη την ώρα. Την καρδιά μου άνοιξα σ έναν άνθρωπο που δεν άκουσε λέξη ούτε για τον Δημήτρη, ούτε για τα έντεκα χρόνια, ούτε για τις σούπες, ούτε για τον χωρισμό.
Απλά οδηγούσε. Δεν μιλούσε γιατί δεν μπορούσε να μιλά. Κι έγνεψε γιατί είδε τα μάτια μου στον καθρέφτη και κατάλαβε: αυτός ο άνθρωπος ήθελε απλά να υπάρχει κανείς δίπλα του.
Γι’ αυτό δεν μίλησε ούτε το GPS: δεν το χρειαζόταν. Βλέπει τις οδηγίες.
Γέλασα. Πρώτη φορά μέσα στη μέρα, αληθινά. Όχι ξεσπάω, όχι με δάκρυα. Κανονικά. Όπως γελάς όταν η ζωή σου φέρνει κάτι τόσο παράδοξο και όμορφο, που μόνο να γελάσεις μπορείς.
Ο Στέλιος χαμογέλασε κι έδειξε μπράβο. Έβαλε χέρι στην καρδιά δεν ήξερα τι σημαίνει στη νοηματική, αλλά το ένιωσα ως κάτι ζεστό.
Βγήκα. Έμεινα λίγο στην αυλόπορτα, σφίγγοντας την κάρτα. Γύρισα να δω περίμενε ακόμη. Χαιρέτισα. Αναβόσβησε τα φώτα. Ένιωσα ευγνωμοσύνη αληθινή, βαθιά.
Η μάνα μου άνοιξε πριν καν χτυπήσω. Η Ευγενία, εξήντα τριών χρονών, πρώην βιβλιοθηκονόμος ξέρει πάντα πότε να βάλει το βραστήρα και πότε να σωπάσει.
«Έλα, βγάλε τα παπούτσια», είπε. «Έτοιμο το τσάι».
Έβγαλα παπούτσια, κρέμασα μπουφάν. Κάθισα στην κουζίνα, στο τραπεζάκι με το τραπεζομάντηλο με τις μαργαρίτες που έκανα σχολική εργασία στην τρίτη Δημοτικού και μετά έκλαιγα στα δεκαοκτώ.
«Πάλι;», ρώτησε. Όχι κατακρίνοντας. Απλά ρώτησε.
«Πάλι», απάντησα.
Έβαλε μπροστά μου κούπα. Έσπρωξε μαρμελάδα βερύκοκο, περσινή. Έπιασα την κούπα και τη ζέστανα στις παλάμες μου. Το είχα ανάγκη.
«Μαμά», είπα, «θέλω να σου πω κάτι και δεν θα το πιστέψεις».
«Θα προσπαθήσω», απάντησε, κάθισε απέναντι.
Κι είπα. Για το ταξί. Για τη σιωπή. Για το ότι μιλούσα μια ώρα σε κάποιον που δεν άκουγε λέξη. Για την κάρτα.
Η μάνα μου άκουσε χωρίς να με διακόψει ή να κάνει 'χμ’. Μετά, πήρε τσάι.
«Ξέρεις», είπε, «όταν έφυγε ο πατέρας σου, μισό χρόνο μιλούσα με το ψυγείο. Σοβαρά. Ερχόμουν σπίτι, άνοιγα πόρτα και του έλεγα τα πάντα. Για τον μισθό, για τον εργοδότη, για τη σκεπή που έσταζε. Το ψυγείο βούιζε. Εγώ μιλούσα. Με βοηθούσε».
«Μαμά, το ψυγείο είναι αστείο».
«Ο δικός σου ταξιτζής είναι κωφάλαλος. Ποια η διαφορά; Δεν παίζει ρόλο ποιος ακούει. Αυτό που έχει αξία είναι ότι το είπες επιτέλους φωναχτά. Όσο οι σκέψεις μένουν μέσα μας, είναι σαν μέλισσες εγκλωβισμένες. Βuzz, buzz. Μόλις τις αφήσεις, ελευθερώνονται».
Ήπια τσάι. Έκαψα τα χείλη. Φύσηξα.
«Είπα στον ταξιτζή ότι σκέφτηκα διαζύγιο».
«Στον Δημήτρη;»
«Όχι, στον ταξιτζή».
«Α, σ αυτόν σίγουρα μπορούσες. Δεν ακούει κυριολεκτικά».
Πήρα ξανά γέλιο. Και η μάνα επίσης. Καθίσαμε στην κουζίνα και γελούσαμε με την ειρωνεία της ζωής. Το ότι ο καλύτερός μου ακροατής χρόνια τώρα δεν άκουσε λέξη. Κι ακριβώς αυτό με βοήθησε τελικά.
Έπειτα έγινε σοβαρή.
«Αλήθεια το εννοείς; Θέλεις διαζύγιο;»
Σώπασα. Έπαιξα λίγο με τη χούφτα στην κούπα.
«Δεν ξέρω. Καμιά φορά το σκέφτομαι. Μετά θυμάμαι πως μου διορθώνει το γιακά όταν νομίζει ότι δεν βλέπω. Και καταλαβαίνω πως δεν θέλω χωρίς αυτόν».
«Τότε σταμάτα να φωνάζεις και άρχισε να ακούς», είπε χαμηλόφωνα. «Κι εγώ δεν ήξερα. Και τον έχασα. Όχι γιατί ήταν κακός επειδή ήμασταν κουφοί αμοιβαία. Από επιλογή. Αυτό είναι χειρότερο».
Τη κοίταξα. Γύρισε το βλέμμα στο παράθυρο συνήθεια που πήρα κι εγώ ατόφια.
«Το σκέφτομαι είκοσι χρόνια», συνέχισε. «Και μετάνιωσα που δεν του είπα τότε: Πες μου τι νιώθεις, κι ας μη φωνάξουμε. Ίσως και να έμενε τελικά. Ίσως και όχι. Αλλά θα είχα προσπαθήσει».
Σώπασα. Ήθελα να πω κάτι σοφό αλλά δεν έβγαινε.
«Βάλε να κοιμηθείς στο δωμάτιό σου», είπε ύστερα ελαφρώς. «Έστρωσα. Ήξερα ότι θα ρθεις».
«Πόθεν;»
«Παρασκευή, βράδυ, πανσέληνος. Με τον Δημήτρη πάντα στην πανσέληνο».
Πήγα να της πω ότι υπερβάλλει, αλλά θυμήθηκα τις τρεις τελευταίες φασαρίες κι έμεινα σιωπηλός. Ίσως η μάνα να ξέρει καλύτερα.
Ξάπλωσα στο παιδικό μου κρεβάτι. Η κάρτα του Στέλιου δίπλα στο κομοδίνο.
Ο καλύτερος ακροατής στη ζωή μου δεν άκουσε τίποτα. Κι του είπα όσα ποτέ σε κανέναν άλλο. Γιατί δεν μιλούσε. Γιατί στη σιωπή του δεν υπήρχε ούτε κριτική ούτε συμβουλή ούτε 'φταις εσύ’. Υπήρχε μόνο χώρος για όλα. Και τον γέμισα.
Ίσως τελικά απαντήσεις δεν χρειαζόμουν. Ίσως χρειαζόμουν να ακούσω τι λέω εγώ ο ίδιος.
Μ άρεσε αυτή η σκέψη. Γύρισα πλευρό και με πήρε ο ύπνος.
***
Το πρωί με ξύπνησε το κινητό. Οθόνη: «Δημήτρης». Κοίταξα το όνομα τρία δευτερόλεπτα. Πάντα το σήκωνα αμέσως: να μιλήσω πρώτος, να πάρω την πρωτοβουλία. Να μην αρχίσει αυτός τα δικά του πριν πω εγώ τα δικά μου.
Σήμερα απλά το σήκωσα σιωπηλός.
«Ρενάτο», είπε. Η φωνή του βραχνή, χαμηλή. «Δεν κοιμήθηκα. Ρενάτο, συγγνώμη».
Δεν μιλούσα. Περίμενα.
«Έπρεπε να πάρω τηλέφωνο την Ευγενία. Το θυμόμουν. Στο γραφείο με διέκοψαν, το ξέχασα. Όχι επειδή δεν με νοιάζει το χασα. Και όσα σου είπα Ότι δεν ακούς Εγώ τα κάνω. Εσύ μιλάς κι εγώ περιμένω σειρά να απαντήσω. Δεν είναι το ίδιο».
Στριφογύριζε. Περίμενε να απαριθμήσω παράπονα, να συγχωρέσω, να πω κάτι ειρωνικό. Περίμενε ότι θα ακολουθήσουμε τη γνωστή ρουτίνα.
Αλλά εγώ απλά καθόμουν στο κρεβάτι, πόδια μαζεμένα, και τον άκουγα. Χωρίς να ετοιμάζω αντίλογο, ούτε να περιμένω πάσα. Απλά άκουγα.
Και τότε τον άκουσα αληθινά. Πρώτη φορά έπειτα από τόσο καιρό.
«Ακόμα εκεί είσαι;», είπε διστακτικά.
«Ναι. Ακούω», του είπα.
Στάθηκε. Ύστερα λέει:
«Νομίζω πρώτη φορά το κάνεις αυτό. Συνήθως αρχίζεις αμέσως να απαντάς. Τώρα ακούς. Είναι κάπως περίεργο. Αλλά καλό».
Χαμογέλασα. Δεν το βλεπε, αλλά χαμογέλασα.
«Έλα σπίτι», είπε. «Σε παρακαλώ».
«Θα ρθω. Όχι αμέσως. Πρέπει να πιω το τσάι μου πρώτα».
Γέλασε στ αλήθεια, χαμηλά.
«Εντάξει. Θα περιμένω. Πρώτα θα τηλεφωνήσω και στην Ευγενία. Έστω και αργά».
Έκλεισα το τηλέφωνο. Έμεινα λίγο κοιτώντας τον κήπο απ το παράθυρο: γυμνά ακόμα δέντρα, αλλά ήδη μπουμπούκια. Μάρτης. Όλα θα γίνουν.
Έβγαλα την κάρτα του Στέλιου από το μπουφάν. Ξαναδιάβασα:
«Οδηγός, Στέλιος. Κωφάλαλος. Αν χρειαστεί να τα πεις ξανά, πάρε με. Δεν θα τα πω σε κανέναν. Κυριολεκτικά».
Άνοιξα το κινητό κι έστειλα μήνυμα στον αριθμό της κάρτας: «Στέλιο, είμαι ο χθεσινός σας πελάτης. Αυτός που μιλούσε μια ώρα ασταμάτητα. Να ξέρετε: είστε ο καλύτερος ακροατής που είχα ποτέ. Και δεν έχει σημασία αν δεν ακούγατε. Ευχαριστώ».
Η απάντηση ήρθε στο λεπτό: τρεις φατσούλες χαμόγελο, αμάξι, χέρι πάνω και, γραμμένο: «Εδώ είμαι. Ελάτε όποτε θέλετε. Η σιωπή δωρεάν».
Ξαναγέλασα. Τρίτη φορά σ ένα 24ωρο. Σκέφτηκα: έτσι γίνονται τα θαύματα. Φωνάζεις για να σε ακούσουν χρόνια. Και τελικά σε σώζει αυτός που δεν άκουσε τίποτα.
Γιατί μερικές φορές δεν έχει σημασία αν σε ακούνε. Σημασία έχει να το πεις.
Η μάνα μου βγήκε στο μπαλκόνι.
«Θα φας πρωινό;»
«Θα φάω», απάντησα.
Και πήγα στην κουζίνα, την κάρτα βαθιά στην κωλότσεπη όχι σαν τηλεφώνημα. Σαν υπενθύμιση.
Ότι η καλύτερη συζήτηση στη ζωή μου έγινε με κάποιον που δεν άκουσε λέξη. Ότι η πιο σημαντική φωνή ήταν η δική μου. Κι ότι κάποιες φορές αρκεί να σωπάσεις και να αφήσεις τον άλλον να μιλήσει. Όπως έκανε ο Στέλιος. Όπως έκανα κι εγώ σήμερα το πρωί, όταν με πήρε ο Δημήτρης.
«Ποτέ δε με ακούς», είπε χτες.
Κι εγώ σήμερα, για πρώτη φορά, άκουσα πραγματικά.
(Προσωπικό μάθημα: ανακάλυψα ότι τις απαντήσεις συχνά τις βρίσκουμε όταν εμείς επιτρέψουμε στον εαυτό μας να πει τις αλήθειες μας και, ακόμα πιο σπάνια, επιτρέψουμε στους άλλους να τις πουν χωρίς να τους διακόπτουμε ή να τους κρίνουμε)Έφαγα με τη μάνα μου ψωμί με βερύκοκο και τσάι, δίχως βιασύνη. Η κουζίνα μύριζε ζάχαρη και παιδικότητα, κι η ζεστασιά ήταν άλλη, από εκείνη της κουβέρτας ή του καλοριφέρ. Την κοίταζα να βουτά το κουταλάκι μέσα στην κούπα κι ήθελα να της πω κάτι, αλλά το άφησα να μείνει σιωπηλό δεν χρειαζόταν να λέγονται όλα.
Όταν σηκώθηκα, φόρεσα πάλι το παλιό μπουφάν πιο ελαφρύ τώρα, λες και κάτι το είχε ξαλαφρώσει. Φιλιά στο μάγουλο, μάτια που λένε «μην ανησυχείς, θα βρεις τρόπο», μια αγκαλιά πιο σφιχτή απ όσο συνήθιζα.
Βγήκα στο δρόμο. Ο ήλιος έριχνε ζεστά κομμάτια φωτός στις πλάκες. Χάζεψα για λίγο το κινητό αναπάντητες, ειδοποιήσεις, τίποτα που να μη μπορεί να περιμένει. Περπάτησα δυο τετράγωνα με αργό βήμα, αφήνοντας τον αέρα να μπει βαθιά.
Κάπου εκεί, μέσα στη μέση της μέρας και της σιωπής, ένιωσα ό,τι δεν έχει ξανασυμβεί: δεν ήθελα πια τόσο να μιλήσω· ήθελα να ακούσω λίγο παραπάνω πρώτα εμένα, ύστερα όποιον άλλο. Ξαφνικά κατάλαβα ίσως έτσι αλλάζει σιγά-σιγά κανείς.
Στο τέλος του δρόμου, σταμάτησα, γύρισα και κοίταξα πίσω το σπίτι της μάνας μου. Το παράθυρο ανοιχτό, η κουρτίνα να σαλεύει. Μου έγνεψε κι εγώ της έγνεψα πίσω. Είχα τόσα να πω, αλλά αυτή τη φορά τα κράτησα σαν καινούργια ρούχα που φυλάς για μια ξεχωριστή στιγμή.
Πήρα το δρόμο για το σπίτι, σιγανά, με το μυαλό μου ήσυχο.
Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε με τον Δημήτρη. Ούτε αν θα σταματήσουμε να φωνάζουμε για μια ζωή πρωτοκαθεδρία στο ίδιο μας το σπίτι. Ξέρω όμως πως σήμερα έμαθα να ακούω, να σωπαίνω λίγο, να μην περιμένω απάντηση πάντα. Ίσως η αρχή δεν είναι πάντα μια μεγάλη κουβέντα.
Ένα ήσυχο αυτοκίνητο, ένας άνθρωπος που δεν άκουγε, και μια σιωπή που γιάτρεψε ό,τι οι κουβέντες δεν έφταναν να γιατρέψουν.
Μπήκα στην πολυκατοικία κι ανέβηκα τα σκαλιά δύο-δύο. Στο πάτωμα του διαδρόμου ένα κομμάτι ήλιο τρίγωνο σχεδόν σαν ευχή. Έβαλα το κλειδί στην πόρτα, πήρα μια βαθιά ανάσα.
Αυτή τη φορά, δεν χτύπησα δυνατά. Μπήκα ήσυχα.
Κι αν είχε κάτι να μου πει ο Δημήτρης, ήμουν έτοιμη να ακούσω. Αυτή τη φορά, στ αλήθεια. Κι ας μην ειπωθεί ούτε λέξη.




