Δεν αντέχω άλλο να ακούω τις ιστορίες της για τους συγγενείς της! Είναι η γειτόνισσά μας, μπορείς τουλάχιστον να την ακούσεις λίγο; με ρώτησε η γυναίκα μου. Πάντα τα ίδια λέει… Η Ειρήνη, παρόλο που είναι ήρεμη και υπομονετική κατά βάθος, δεν αντέχει καθόλου τη γειτόνισσά μας, τη Θάλεια. Κι η γυναίκα μου δεν καταλαβαίνει το γιατί. Κάποτε ήμασταν όλοι φίλοι, και με τις οικογένειές μας. Η Θάλεια είναι περίπου δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη από την Ειρήνη. Όταν έφυγαν οι δικοί της, η Θάλεια έμεινε στο πατρικό μαζί με τις δύο αδερφές της. Φαινόταν όλα να πηγαίνουν καλά γιατί αποφάσισαν να πουλήσουν το σπίτι και να μοιράσουν τα χρήματα μεταξύ τους. Όμως, προέκυψε καυγάς.
Η Ειρήνη δεν ήξερε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά η γιαγιά της της είχε πει ότι η Θάλεια παρακάλεσε να μείνει στο σπίτι, γιατί περνούσε δύσκολα και υποσχέθηκε πως όταν τα καταφέρει θα τους έδινε τα χρήματα. Οι αδερφές της το δέχτηκαν και παραιτήθηκαν επίσημα από τη μερίδα τους. Τι έγινε έπειτα δεν ξέρουμε ακριβώς. Η Ειρήνη όμως υποπτεύεται πως μέχρι σήμερα η Θάλεια ακόμα δεν τις έχει αποζημιώσει. Πολύ συχνά, η Θάλεια μας επισκεπτόταν και παραπονιόταν συνέχεια για τους δικούς της: «Με έχουν ξεχάσει όλοι. Ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα μήνυμα, δε μιλάμε καθόλου. Τίποτα δεν τους νοιάζει εκτός από τα λεφτά».
Μα φυσικά, αφού υποσχέθηκες να επιστρέψεις το μερίδιό τους! Μα όχι, κατά τη Θάλεια, όλοι είναι κακοί και άκαρδοι, μόνο εκείνη είναι σωστή. Ήθελα να τους καλέσω, συνέχισε δεν μου φτάνουν πια τα λεφτά για το σπίτι. Να βοηθήσουν κι αυτές! Μόνο εγώ μένω εδώ; Μα αφού είπαν πως παραιτήθηκαν… Κι τι μ αυτό; Το σπίτι κι εκείνων είναι! Εδώ μεγάλωσαν, το πατρικό τους είναι. Δεν τους ενδιαφέρει; Ίσως να έχουν πληγωθεί που ακόμα δεν πήραν τα χρήματά τους, τους υποσχέθηκες…
Πρώτα απ’ όλα, κανείς δεν τις ανάγκασε να συμφωνήσουν. Δεύτερον, τους είπα πως θα τους επιστρέψω τα λεφτά όταν τα έχω, κι ακόμα δεν τα έχω βρει. Τι νόημα έχει να πουλήσω το σπίτι μόνο και μόνο για να τους τα δώσω; Πού θα κατοικήσω εγώ δηλαδή; Κανείς δεν σκέφτεται εμένα, μόνο τα μερίδια και τα χρήματα. Τίποτα άλλο.
Η Ειρήνη με κοίταξε. Καθόμουν εκεί, ξεκάθαρα προβληματισμένος. Ήξερα πια γιατί η γυναίκα μου έβρισκε αποπνικτικές τις επισκέψεις της Θάλειας.






