Θα μιλήσεις επιτέλους; Νομίζω το είπα ξεκάθαρα. Είτε χτίζουμε το σπίτι, είτε παίρνει ο καθένας τον δρόμο του. Είμαι άντρας πενήντα πέντε ετών, θέλω να ζω στη γη όχι σ’ αυτό το τσιμεντένιο κουτί! ο Χρίστος άφησε με θόρυβο την κούπα πάνω στο πιάτο, και το τσάι χύθηκε πάνω στο τραπεζομάντηλο. Με ακούς, Μαρίνα;
Η Μαρίνα σήκωσε αργά τα μάτια της από το πιάτο. Στην κουζίνα μύριζε μπιφτέκια και, παράξενα, βαλεριάνα, αν και δεν την είχε ακόμα πιει. Μάλλον αυτός ο αρώμα είχε ποτίσει τους τοίχους τις δυο εβδομάδες των ατέλειωτων καυγάδων τους. Ο Χρίστος κάθισε απέναντι, κατακόκκινος, με εκείνη την πεισματάρικη ρυτίδα στο μέτωπο που κάποτε της φαινόταν σημάδι αντρικής δυναμικότητας και τώρα προκαλούσε μόνο μια αίσθηση σκληρής ενόχλησης.
Σε ακούω, Χρίστο, απάντησε ήρεμα, σκουπίζοντας το τσάι με χαρτοπετσέτα. Θες σπίτι, το κατάλαβα εδώ και μήνες. Μα δε βλέπω γιατί πρέπει να πουλήσω το διαμέρισμά μου για να το αποκτήσεις.
Πάλι «δικό σου»! φώναξε ο σύζυγος. Πόσες φορές θα μοιράζουμε τα πράγματα; Είμαστε οικογένεια ή όχι; Πέντε χρόνια μαζί και το διαμέρισμά σου το κρατάς σαν τσιγκούνα! Είναι άδειο, μαζεύει σκόνη, κι εμείς θα μπορούσαμε να ρίχναμε θεμέλια σήμερα!
Δεν είναι άδειο, Χρίστο. Το νοικιάζω σε φοιτητές και τα ευρώ που βγάζω είναι μια καλή ενίσχυση. Και στη δική σου μισθοδοσία βοηθά, αφού τα ψώνια και τα κοινά έξοδα τα μοιράζουμε, προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή της σταθερή, αν και μέσα της έτρεμε.
Ψίχουλα! απορρίπτει εκείνος. Τι είναι αυτά τα τριακόσια ευρώ; Το σπίτι είναι κεφάλαιο! Είναι ό,τι θα αφήσουμε στα παιδιά μας. Σκέψου τα γεράματα σου: θες να κάθεσαι στην πλατεία ή να βγαίνεις στη βεράντα με τον καφέ σου, ν’ ακούς τα πουλιά και να παίρνεις μυρωδιά από πεύκα…
Η Μαρίνα κοίταξε έξω το παράθυρο. Ο θόρυβος της Αθήνας, οι φωτεινές διαφημίσεις της Αλεξάνδρας, τα φώτα, οι περαστικοί. Της άρεσε αυτό το βουητό. Τη βολεύε η ζεστή δυάρα όπου έμεναν, η στάση του μετρό στα πέντε λεπτά, το νοσοκομείο δίπλα και η κόρη της, η Ελένη, με τον εγγονό στο επόμενο τετράγωνο. Ήταν πενήντα δύο χρονών, εργάστηκε ως επικεφαλής λογίστρια σε μια μικρή εταιρεία και δεν ονειρεύοταν πατάτες και κοπριά δεκαπέντε χιλιόμετρα έξω από την πόλη.
Όμως ο Χρίστος ονειρευόταν. Και το όνειρό του είχε πια γίνει εμμονή.
Έχεις οικόπεδο. Είναι δικό σου, το πήρες από τους γονείς σου. Χτίσε, αν θες. Αλλά με δικά σου χρήματα, επανέλαβε, για εκατοστή φορά, το επιχείρημα που τον έβγαζε από τα ρούχα του.
Ποια δικά μου; αγρίεψε εκείνος. Ξέρεις καλά! Η δουλειά μου έχει φρενάρει, οι πελάτες δεν κινούνται τώρα. Τα λεφτά είναι κλειδωμένα στο διαμέρισμα! Αν πουλήσεις το δικό σου θα έχουμε κεφάλαιο να αρχίσουμε γρήγορα, μετά ίσως πάρει μπροστά η δουλειά μου, ξεχρεώσουμε τα χρέη.
Η Μαρίνα σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. Ήξερε το μοτίβο. «Μετά θα στρώσει η δουλειά» το είχε ακούσει όλα τα χρόνια του γάμου. Ο Χρίστος εγκαταστάτης πορτών, πάντα είχε «νεκρή περίοδο»: Γενάρης, γιορτές, Μάιος, όλοι στα εξοχικά, καλοκαίρι, όλοι διακοπές. Όλη η ουσιαστική εισφορά στο νοικοκυριό ήταν δική της. Και το μοναδικό διαμέρισμα που κληρονόμησε από τη γιαγιά πριν το γάμο, το είχε φύλαγμα, ένα ταμείο για την Ελένη ή για δύσκολες ώρες.
Μ αγνοείς; ο Χρίστος σηκώθηκε και μπλόκαρε το πέρασμα προς το νεροχύτη. Μαρίνα, σοβαρομιλώ. Κουράστηκα. Νιώθω μουσαφίρης στα διαμερίσματά σου. Θέλω να είμαι ο νοικοκύρης στο δικό μου σπίτι. Αν δε με εμπιστεύεσαι, αν τσιγκουνεύεσαι για το μέλλον μας, τότε τζάμπα η αγάπη μας.
Δεν είναι θέμα αγάπης, τον κοίταξε στα μάτια. Είναι οικονομία. Και λογική. Να πουλήσω απολύτως εύκολη προς διαπραγμάτευση ιδιοκτησία στο κέντρο για να τα βάλω όλα σε ένα άχτιστο χωράφι που μπορεί να μην τελειώσει ποτέ; Κι αν κάτι πάει στραβά;
Όλο γκαντεμιά φέρνεις! της πέταξε θυμωμένος. Έως τη Δευτέρα. Σήμερα είναι Παρασκευή. Ή καλείς μεσίτη για να πουλήσεις, ή πάμε στο Δημαρχείο για διαζύγιο. Δεν ζω με γυναίκα που δεν πιστεύει σε μένα και μου κρύβει πράγματα.
Γύρισε, πήρε τη ζακέτα του στο χωλ και έκλεισε την πόρτα τόσο δυνατά, που έτριξαν τα ποτήρια στη βιτρίνα.
Η Μαρίνα έμεινε μόνη στην κουζίνα. Η βρύση στάλαζε: σταγόνες, σταγόνες. Πήγε και έκλεισε τον διακόπτη με δύναμη. Τα χέρια της έτρεμαν. Τέτοιο τελεσίγραφο. Ή πουλάς, ή φεύγω.
Έκατσε στο σκαμνί και κράτησε το κεφάλι της στα χέρια. Πέντε χρόνια πριν, όταν συναντήθηκαν, ο Χρίστος της φάνηκε σαν δώρο της τύχης. Εντυπωσιακός, εύθυμος, τεχνίτης. Της φερόταν ωραία, της έφερνε λουλούδια, την πήγαινε εκδρομές. Μετά τον πρώτο γάμο, που είχε πάθει πολλά από τον άντρα της που έπινε, ο Χρίστος της φάνηκε σαν τοίχος. Ήρθε να μείνει μαζί της με ένα βαλιτσάκι και ένα κουτί εργαλεία. Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά. Έφτιαξε βρύσες, άλλαξε δάπεδα, πήγαν διακοπές.
Όμως υπήρχαν σημάδια. Τώρα, στη σιωπή, τα θυμήθηκε ένα-ένα.
Πώς είχε ζητήσει λεφτά «για να ξεκινήσει δουλειές» και αντί να επενδύσει τα ξόδεψε για ψάρεμα. Πώς γκρίνιαζε όταν εκείνη έδινε χρήματα στην Ελένη: «Έχει άντρα, ας τα βρει μόνη της, εμείς τα χρειαζόμαστε περισσότερο». Πώς αρνήθηκε να την γράψει στο εξοχικό του για τις ανάγκες της εφορίας. Και τώρα απαιτεί να πουλήσει το ακίνητο που είχε πριν το γάμο.
Η Μαρίνα πήγε στην κουζίνα, έβαλε τσάι και πήρε τηλέφωνο την κόρη της.
Μαμά, γιατί τόσο αργά; Έγινε κάτι; η Ελένη ακούστηκε ζωηρή, με γέλια του εγγονού μπάνιο έκανε.
Ελένη… Ο Χρίστος μου έβαλε τελεσίγραφο: είτε πουλάω το διαμέρισμα της γιαγιάς για να χτίσει, είτε χωρίζουμε.
Στην άλλη άκρη, σιωπή. Μετά η Ελένη μίλησε απότομα:
Μαμά, μη τολμήσεις.
Λέει ότι δεν τον εμπιστεύομαι, ότι χαλάω την οικογένεια.
Μαμά, το μυαλό σου! σχεδόν φώναξε η Ελένη. Το σπίτι σε ποιον θα ανήκει; Το χωράφι είναι δικό του. Το σπίτι, αν χτιστεί στον γάμο, θα είναι κοινό, αλλά το οικόπεδο όχι! Και τα χρήματα από το δικό σου διαμέρισμα θα μπουν στον κοινό κουμπαρά. Αν χωρίσεις αργότερα, μπορείς να αποδείξεις ότι έβαλες τα δικά σου λεφτά; Θα τρέχεις στα δικαστήρια! Θα μείνεις άστεγη, εκείνος θα μείνει στο σπίτι!
Το καταλαβαίνω, Ελένη. Αλλά… πέντε χρόνια μαζί. Φοβάμαι να είμαι μόνη.
Πιο τρομακτικό είναι να χάσεις τη στέγη σου και να χρωστάς για φιξιρίσματα, που σίγουρα θα σε βάλει να πάρεις δάνειο. Ξέρεις τον γιο του, τον Αλέξανδρο;
Τι μπερδεύεις τον Αλέξανδρο;
Ο πατέρας του πήρε τηλέφωνο τον άντρα μου, ζητούσε δανεικά. Είπε ότι ο Αλέξανδρος έσπασε το αυτοκίνητο, χρειάζονται λεφτά. Ο Χρίστος έχει πάντα προβλήματα. Θέλει με τους δικούς σου πόρους να λύσει τα πάντα. Θα χτίσει το σπίτι, μετά θα πει: «Ας μείνει ο Αλέξανδρος στον πάνω όροφο». Και θα σε βάλει να φροντίζεις δυο άντρες κάπου στην ερημιά.
Η συζήτηση βοήθησε τη Μαρίνα να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της, αλλά η πίκρα παρέμεινε.
Το Σάββατο πέρασε με αγωνία. Ο Χρίστος δεν γύρισε τη νύχτα. Ήρθε μόνο για φαγητό, απόλυτα σιωπηλός, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και άνοιξε την τηλεόραση. Η Μαρίνα έφτιαχνε σούπα. Σκεφτόταν να μιλήσουν, να βρουν συμβιβασμό. Να προτείνει: «Ας ξεκινήσουμε με ένα μικρό κτίσμα, και μετά βλέπουμε».
Αλλά άκουσε τον Χρίστο να μιλά στο τηλέφωνο, με ανοιχτή πόρτα.
Μην ανησυχείς, Αλέξανδρε. Θα το λύσω. Η Μαρίνα κάνει τη δύσκολη, αλλά δεν έχει επιλογή. Δε θέλει να την αφήσω, είναι μεγάλη πια, ποιος θα τη θέλει; Μέχρι τη Δευτέρα θα τη φέρω στα νερά μου. Θα πουλήσουμε το σπίτι, θα σου δώσω λεφτά να ξεμπερδέψεις με τους δικαστές… Τα υπόλοιπα στη δουλειά. Η γη είναι δικιά μου, το σπίτι θα είναι ουσιαστικά δικό μου. Κι αυτή ας φυτέψει βασιλικά στον κήπο.
Η Μαρίνα πάγωσε με την κουτάλα στο χέρι. Ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
«Μεγάλη πια, ποιος θα τη θέλει».
«Κρέμεται από τα παντελόνια μου».
«Μέχρι τη Δευτέρα θα τη γονατίσω».
Κάτι έσπασε μέσα της. Η λεπτή κλωστή συναισθήματος, ο φόβος της μοναξιάς, όλα κόπηκαν με έναν βουητό.
Έβαλε την κουτάλα στη θέση της. Έσβησε τη φωτιά. Η σούπα μισοτελειωμένη, δεν είχε πια σημασία.
Η Μαρίνα πήγε στην αποθήκη, έβγαλε τη μεγάλη βαλίτσα με την οποία είχαν ταξιδέψει στην Κρήτη. Την τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα.
Ο Χρίστος ήταν στον καναπέ με το κινητό. Μόλις είδε τη Μαρίνα με τη βαλίτσα, χαμογέλασε ειρωνικά.
Τι, θα μαζέψεις τα πράγματα; Θα τρέξεις να ελευθερώσεις το σπίτι για τους ενοικιαστές; Σωστά. Να κάνεις τον άντρα σου να ακούγεται όταν μιλάει για σοβαρά θέματα.
Χωρίς να μιλήσει, η Μαρίνα άνοιξε τη ντουλάπα. Έβγαλε τα πουκάμισά του, τα παντελόνια, τα πουλόβερ.
Τι κάνεις; σηκώθηκε, μπερδεμένος. Γιατί παίρνεις τα δικά μου;
Τα μαζεύω, είπε ψύχραιμα, πετώντας τα στη βαλίτσα. Είπες να λυθεί το θέμα ως τη Δευτέρα; Δεν υπάρχει λόγος αναβολής. Αποφάσισα τώρα.
Με διώχνεις; σηκώθηκε με πανικό. Μαρίνα, τρελάθηκες; Έκανα πλάκα! Ένα σοκ χρειαζόσουν για να κουνηθείς!
Δε κάνω πλάκα, Χρίστο. Σήκω, μαζέψου. Ετοιμάσου να πάρεις τα εργαλεία σου από την αποθήκη. Καλώ ταξί για το δωμάτιο σου ή όπου δηλώθηκες. Α, μάλλον στη μητέρα σου στη Λάρισα. Εκεί, λοιπόν.
Δε θα τολμήσεις! φώναξε, το πρόσωπό του κοκκίνισε. Το σπίτι είναι και δικό μου! Πέντε χρόνια εδώ! Έβαλα ταπετσαρία, έβαλα σοβατεπί!
Τα σοβατεπί; μειδίασε. Θα σου δώσω τα λεφτά για τα υλικά. Την ενέργεια που πλήρωνα τόσα χρόνια, τα τρόφιμα και τα καύσιμα για το αυτοκίνητο που πήρες από το λογαριασμό μου, δε θα τα ζητήσω πίσω. Λογάριασέ το ως αντρική φροντίδα.
Μαρίνα, σταμάτα την υστερία! προσπάθησε να την αγκαλιάσει, αλλά η Μαρίνα απομακρύνθηκε σαν από ξένο άνθρωπο. Της φαινόταν πλέον ξένος.
Άκουσα όσα έλεγες στον Αλέξανδρο, Χρίστο. Για τη «μεγάλη», για το «παντελόνι», για το πώς θα με «γυρίσεις».
Ο Χρίστος άσπρισε. Το βλέμμα του φοβισμένο. Κατάλαβε πως το παράκανε και γυρισμός δεν υπάρχει.
Κρυφάκουσες;
Ήμουν στο σπίτι μου, στην κουζίνα μου. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μαζεύεσαι. Έχεις μία ώρα. Μετά αλλάζω κλειδαριά.
Εκείνη την ώρα, ο Χρίστος πέρασε από οργή σε παρακλήσεις, απειλές, κλάματα, γονάτισε, ζητούσε συγγνώμη για «βλακείες». Άλλοτε ήταν αγριόσκυλο, άλλοτε κουταβό πληγωμένο. Η Μαρίνα τον παρακολουθούσε με στεγνά μάτια. Δεν ένιωθε λύπη. Μόνο ντροπή για τον εαυτό της που επέτρεψε να της φέρεται έτσι.
Ήξερε τους νόμους. Το διαμέρισμα αγοράστηκε πολλά χρόνια πριν το γάμο. Το δεύτερο κληρονομιά. Το αυτοκίνητο στο όνομά της, αγορασμένο με δάνειο που πληρώνει μόνη. Ο Χρίστος είχε μόνο εκείνο το οικόπεδο και μια παλιά «Φίατ» που άξιζε λιγότερο από τη γούνα της. Τι είχαν να χωρίσουν; Τίποτα ουσιαστικό, πέρα από κουτάλια.
Όταν έκλεισε ο Χρίστος την πόρτα, η Μαρίνα δεν έκλαψε. Κλείδωσε δυο φορές, έβαλε την αλυσίδα. Πήγε στην κουζίνα, άδειασε τη μισοτελειωμένη σούπα που του άρεσε πιο πολύ και άνοιξε το παράθυρο να φύγει η μυρωδιά από τη κολόνια του και τη βαλεριάνα.
Τη Δευτέρα έκανε αίτηση διαζυγίου. Στο δημαρχείο της είπαν πως έχει έναν μήνα για συμφιλίωση, αλλά δήλωσε πως δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση.
Ο Χρίστος προσπάθησε για καιρό. Την περίμενε στη δουλειά με λουλούδια, κάνοντας τον μετανιωμένο. Μετά έστειλε θυμωμένα μηνύματα, ζητώντας «αποζημίωση για τα χρόνια». Μετά ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε και απειλούσε «ο μπαμπάς θα πάρει τα μισά».
Η Μαρίνα άλλαξε αριθμό. Βρήκε καλό δικηγόρο για το δικό της σπίτι και να αποκρούσει κάθε απόπειρα εναντίον της. Όπως είχε προβλέψει η Ελένη, δεν υπήρχε τίποτα να μοιράσουν. Ούτε σοβαρές βελτιώσεις όλα τα υλικά μεταχειρισμένα, αγορασμένα από εκείνη.
Έξι μήνες μετά.
Η Μαρίνα στεκόταν στη βεράντα του διαμερίσματός της. Καλοκαιρινή βραδιά ζεστή. Παιδιά έπαιζαν κάτω, στο προαύλιο. Έπινε τσάι σε μια καινούρια, όμορφη κούπα. Ησυχία. Κανένας δεν περίμενε φαγητό, κανένας δεν άλλαζε το κανάλι από τη σειρά της για ποδόσφαιρο, κανένας δεν της έλεγε πως «σπαταλάει λάθος».
Δεν πούλησε το διαμέρισμα της γιαγιάς. Αντίθετα, έκανε ανακαίνιση με συνεργείο κι όχι «τεχνίτη» άντρα. Το νοίκιασε ακριβότερα. Αυτά τα χρήματα τα μαζεύει για ταξίδι. Πάντα ονειρευόταν να δει τη λίμνη Πλαστήρα, αλλά ο Χρίστος έλεγε «τι να το κάνεις, ας βάλουμε φράχτη στο χωράφι».
Τώρα φράχτης δεν θα μπει. Θα μπει η Πλαστήρα.
Ο ήχος της πόρτας τη διέκοψε. Ήρθαν η Ελένη με τον εγγονό.
Γιαγιά, γεια! ο μικρός Γιάννης έπεσε στην αγκαλιά της. Φέραμε γλυκό!
Μαμά, πώς είσαι; ρώτησε η Ελένη. Φαίνεσαι καταπληκτική. Νέο φόρεμα;
Νέο, χαμογέλασε η Μαρίνα. Και άλλαξα μαλλιά. Ξέρεις, σκέφτηκα… Τι καλά που μου έβαλε αυτό το τελεσίγραφο. Αν δεν το είχε κάνει, ίσως να τραβούσα άλλα πέντε χρόνια, να έδινα κομμάτια της ζωής μου. Τώρα ήταν σαν να έσκασε το απόστημα. Πόνεσε, αλλά γιάτρεψε γρήγορα.
Έπιναν τσάι στην κουζίνα, εκείνη όπου πριν μισό χρόνο ακούστηκε το «ή πουλάς ή χωρίζουμε». Τώρα μύριζε βανίλια και φρέσκο γλυκό.
Είδα τον Χρίστο πρόσφατα, είπε η Ελένη. Στο εμπορικό. Χάλια. Ταλαιπωρημένος. Ήταν με μια γυναίκα που του φώναζε για το καρότσι.
Η Μαρίνα ύψωσε τους ώμους.
Ελπίζω να μην έχει και εκείνη διαμέρισμα προς πώληση.
Μαμά, δε νιώθεις μοναξιά; Όσο να 'ναι…
Μόνη; η Μαρίνα κοίταξε την κουζίνα, την κόρη και τον εγγονό που έπαιζε με το γλυκό. Δεν είμαι μόνη, Ελένη. Είμαι με τον εαυτό μου. Και μαζί σας. Η μοναξιά είναι καλύτερη από το να μοιράζεις τη ζωή σου σε κάποιον που απλώς σε βλέπει σαν πορτοφόλι. Μπορεί να είμαι «μεγάλη», όπως είπε, αλλά δεν είμαι κουτή.
Το βράδυ, αφού έφυγαν, η Μαρίνα κάθισε στον υπολογιστή. Είχε να ελέγξει έγγραφα για τη δουλειά, αλλά πρώτα άνοιξε ταξιδιωτικό site. Τα εισιτήρια για την Πλαστήρα είχαν κρατηθεί. Έβλεπε φωτογραφίες της λίμνης, των βουνών, του ουρανού.
Η ζωή στα πενήντα δύο δεν τελείωσε. Μόλις άρχισε. Κι αυτή η νέα ζωή δεν έχει χώρο για τελεσίγραφα, χειρισμούς ή άπληστους συγγενείς. Μόνο επιλογή και σεβασμό στον εαυτό της.
Θυμήθηκε τη στιγμή που έβγαλε τη βαλίτσα στον Χρίστο. Το αληθινό του ξάφνιασμα: πώς έτσι, αφού ήταν σίγουρος πως δεν θα φύγει ποτέ. Πολλές γυναίκες πράγματι υπομένουν, από φόβο πως θα χάσουν το «παντρεμένη», από φόβο τι θα πει ο κόσμος, από φόβο για τη μοναξιά. Η Μαρίνα επίσης φοβόταν. Μα ο φόβος να χάσει τον εαυτό της ήταν πιο δυνατός.
Έκλεισε τον υπολογιστή και πήγε για ύπνο. Αύριο θα είναι καινούρια μέρα. Και αυτή η μέρα θα είναι μόνο δική της.





