Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα από το πρωί βαρύ, υγρό, κολλούσε στην άσφαλτο, μετατρέποντας τον επαρχιακό δρόμο έξω από την Αθήνα σε μια γλιστερή, επικίνδυνη κορδέλα. Η Ουρανία κοίταζε σιωπηλά έξω από το παράθυρο του μαύρου SUV, αδιάφορη για τις πυκνές νιφάδες και τα φώτα που περνούσαν. Όλη της η προσοχή συγκεντρωνόταν στον παγωμένο κόμπο στο στήθος και στη μονότονη, εξαντλημένη φωνή της δικηγόρου στην άλλη άκρη της γραμμής, το κινητό σφιχτοπιασμένο στη χούφτα της.
«Κυρία Καράγιαννη, η κοινή περιουσία που αποκτήθηκε εντός γάμου μοιράζεται στο μισό. Βέβαια. Όμως το διαμέρισμα στη Γλυφάδα που είχε αγοράσει ο σύζυγός σας πριν τον γάμο παρόλο που μένατε εκεί εφτά χρόνια, παρόλο που είστε γραμμένη στην εφορία δεν συγκαταλέγεται σε αυτά. Είναι δικό του, παραμένει δικό του, δεν διεκδικείται».
Ακούμπησε αργά το κινητό στα γόνατά της. Επτά χρόνια. Επτά χρόνια έκανε αυτό το διαμέρισμα σπίτι: διάλεξε κουρτίνες με τη μάνα της στην Κηφισιά, έψαχνε ατελείωτες ώρες στα ελληνικά e-shop για το τέλειο φωτιστικό, έτριβε, μαγείρευε, ανεχόταν κάθε βράδυ τις φασαριόζικες μάζωξεις του Αντώνη και την κτητική του ζήλεια. Και όλα αυτά σε ξένο φρούριο. Στο δικό του. Και τώρα που η κάρτα του γάμου γκρεμίστηκε, όταν ένα πρωί βρήκε κραγιόν και μηνύματα με καρδούλες στο κινητό του, αποκαλύφθηκε πως έξω θα βγει μόνο αυτή. Με μόνο της έσοδα το δάσκαλομισθό της και μια βαλίτσα.
«Λοιπόν; Τι είπε η δικηγορίνα σου; Θα σου βρει δικαιολογίες να πάρεις τη μισή γκαρσονιέρα;» γρύλισε ο Αντώνης πίσω απ το τιμόνι, το φαρμακωμένο χαμόγελο καρφωμένο στο πρόσωπό του. Ήξερε την απάντηση και το απολάμβανε.
Η Ουρανία γύρισε αργά προς το μέρος του. Τα μάτια της φαντάζαν τεράστια και ξερά στο χλωμό της πρόσωπο.
«Το σπίτι είναι δικό σου. Το είχες πριν. Τελικά, δεν μου ανήκει τίποτα.»
Αυτός έσφιξε το τιμόνι πιο δυνατά. Η φλέβα στο σαγόνι του πετάρισε.
«Έτσι μπράβο. Τι νόμιζες, Ουρανία; Ότι θα σου γράψω τη μισή περιουσία τη στιγμή που δεν ήξερες καν αν θα μείνεις; Εγώ δεν κάνω του καλού το χατίρι!» Χαμογέλασε αυτάρεσκα.
Μέσα της κάτι έσπασε. Δεν ήταν η πίκρα της απιστίας πια· αυτά είχαν τελειώσει. Ήταν κάτι πιο ψυχρό, μια ξεκάθαρη συνειδητοποίηση: Δεν την αγαπούσε, δεν την εκτίμησε ποτέ. Τόσα χρόνια την έβλεπε σαν προσωρινή ενοικιάστρια, έτοιμο να την πετάξει έξω όποτε του κακοέβγαινε, με ψυχρό υπολογισμό, σαν λογιστής.
«Τα είχες υπολογίσει όλα,» ψιθύρισε, χωρίς να αναγνωρίζει τον ίδιο της τον τόνο.
«Έτσι είναι η ζωή, κορίτσι μου, αν είσαι ξύπνια! Σε λίγα χρόνια όλες σαν κι εσένα θα μας τρέχετε στα δικαστήρια για διατροφές. Εγώ σε γλίτωσα από τον μπελά έμεινες τόσα χρόνια τσάμπα.»
Η τρεμάμενη αναπνοή της μετατράπηκε ξαφνικά σε απόλυτη ηρεμία. Ένας παγωμένος πάγος γέμισε τα σωθικά της.
«Πήγαινέ με σπίτι, Αντώνη. Θα μαζέψω τα πράγματά μου και φεύγω απόψε.»
«Σπίτι;» γέλασε κοροϊδευτικά. «Δικό μου είναι το σπίτι. Εσύ, να που θα σε πάω!» Μια κοφτή στροφή το αμάξι είχαν φτάσει στα όρια της πόλης, τα φώτα πίσω τους, κι ο δρόμος μπροστά στα χωράφια και τους βοριάδες.
«Κατέβα. Πήγαινε περπάτημα. Σκέψου το μέλλον σου.»
«Τρελάθηκες; Έχει παγωνιά, κι εγώ είμαι με παντόφλες!» πανικοβλήθηκε η Ουρανία.
«Κατέβα ΤΩΡΑ!» βρυχήθηκε. Ξεκλείδωσε, της τράβηξε το χέρι. Η μυρωδιά του ακριβού after shave μπερδεμένη με το ούζο από το προχθεσινό ξενύχτι την πνίγει. Πάλεψε να τον απωθήσει, μάταια. Η γροθιά του, βαριά και πλατιά, ήρθε καρφί στον κρόταφό της. Οι αστερίσκοι της θόλωσαν τα μάτια. Άλλη μία μπουνιά, στον ώμο· βγήκε σπρωχτή έξω σαν σακί. Έπεσε γονατιστή στη παγωμένη άκρη του δρόμου. Η πόρτα έκλεισε με γδούπο, το SUV μούγκρισε και την ψέκασε χιονόνερο φεύγοντας στη νύχτα.
Στιγμές έμεινε ακίνητη. Όλο της το κορμί πονούσε, το μάγουλο μουδιασμένο. Το χιόνι πάνω της έλιωνε στις ζεστές, πικρές της δάκρυα. Σηκώθηκε λυγίζοντας. Στα πόδια της οι λεπτές, μάλλινες παντόφλες. Στους ώμους μια ανάλαφρη μπουφάν, άχρηστη για τον αττικό ψύχος των -7. Έψαξε το κινητό. Τελειωμένη μπαταρία. Ο φορτιστής είχε μείνει στη «δική του» πρίζα. Γύρω έρημος. Λίγα αυτοκίνητα περνούσαν γραμμή κανείς δε θα σταματούσε, κανείς δε θα έβλεπε τη φιγούρα της στο σκοτάδι.
Ο πανικός έπνιξε το μυαλό της. Το κατάλαβε: ήθελε να της δώσει μάθημα, να τη δει να λυγίζει στο χιονιά. Ή ίσως και χειρότερα… Όχι, δεν ήθελε να τη σκοτώσει την παράτησε σαν χαλασμένο παιχνίδι, κι αδιάφορος για την τύχη της.
Έπρεπε να κινηθεί. Άρχισε να κουτσαίνει προς την πόλη. Κάθε βήμα τρυπούσε το πρησμένο της γόνατο. Το κρύο πέρασε το ύφασμα, έσφιγγε το δέρμα σαν ατσάλι. Πέντε λεπτά, τα δάχτυλα μουδιασμένα. Δέκα, το πρόσωπο ανύπαρκτο. Η ανάσα της πάγωνε στις βλεφαρίδες.
Στο νου της, καθάρα ένα μόνο σκεφτόταν: «Αυτός τώρα διασκεδάζει. Πίνει για τη νίκη του.»
Κι όντως ο Αντώνης είχε ήδη φτάσει στο πολυτελές hammam στη Βούλα, εκεί όπου τον περίμεναν ο Γιάννης και ο Νίκος, οι παλιοί «κολλητοί» από τα φοιτητικά χρόνια γεροδεμένοι, αυτάρεσκα χαμογελαστοί.
«Νικήσαμε; Σπίτι safe;» χτύπησε ποτήρι ο Γιάννης.
«Την πέταξα έξω το διαμέρισμα καθαρό! Πάγωσε, να βάλει μυαλό» κακάρισε ο Αντώνης, γεμίζοντας με ούζο το ποτήρι του και λέγοντας όλη την ιστορία.
Τα γέλια των φίλων του αντήχησαν. «Έτσι είναι, ρε! Οι γυναίκες έχουν ξεφύγει, όλες για διατροφή και διαμερίσματα μας τρέχουν!» Κάθονταν στη σάουνα με δρύινα καθίσματα, έπιναν κονιάκ, παρήγγειλαν μπριζολάκια αυτοκράτορες στη μικρή τους Ρωμιοσύνη. Ο Αντώνης, περήφανος, είχε προβλέψει τα πάντα. Ήταν νικητής.
Μόνο βαθιά μέσα του, μέσα στο μεθύσι και την αυτοπεποίθηση, μπήκε μια σκιά. Η λάμψη εκείνη στα μάτια της, λίγο πριν την πετάξει έξω. Όχι φόβος· αόρατη άρνηση. Άδεια. Σαν να 'χε φύγει ήδη πριν βγει στον δρόμο. Προσπάθησε να το αποδιώξει. Ο βραδινός θρίαμβος ήταν δικός του.
Τρεις τα ξημερώματα. Ο Αντώνης, μουσκεμένος στο αλκοόλ, έφτασε στο διαμέρισμά του με ταξί. Επιτέλους, μόνος. Τώρα πια, για πάντα δικό του. Με δυσκολία βρήκε το κλειδί στην πόρτα, άνοιξε, άναψε το φως.
Και το αίμα του πάγωσε.
Το σπίτι ήταν άψογα τακτοποιημένο· αλλά όχι όπως όταν το είχε η Ουρανία. Τα πάντα που θύμιζαν εκείνη είχαν φύγει. Οι φωτογραφίες, τα μαξιλάρια με τα ελληνικά κεντήματα, το βιβλίο της αγαπημένης Καρυστιάνη, οι τρελές της βιόλες στο περβάζι όλα είχαν εξαφανιστεί. Όμως το κυριότερο δεν ήταν αυτό.
Είχε πάρει όλα τα δικά της. Μονάχα τα δικά της. Και ό,τι εκείνη αγόρασε, διάλεξε, έβαλε με μεράκι στο κοινό τους βίο. Οι κουρτίνες στο σαλόνι – λείπουν. Οι πίνακες, μαζί τα καδράκια, κατέβηκαν. Μόνο άδειες βελονιές στους τοίχους. Στην κουζίνα, τα μπαχαρικά από το Μοναστηράκι, οι μαχαίρες που είχε φέρει πακετάκι η μάνα της από την Κρήτη, μέχρι και την κεραμική σουπιέρα στο παστουρμαλί ταψί όλα λείπουν. Ούτε χαρτοπετσετοθήκη δεν είχε μείνει· μόνο η τρύπα από τη βίδα.
Μούδιασε διασχίζοντας το διαμέρισμα. Στην κρεβατοκάμαρα, τα συρτάρια όλα δικά του. Εκείνη πήρε ακόμα και το ζευγάρι μαξιλάρια που αγόρασε η ίδια. Στο μπάνιο κενό. Τα σαμπουάν της, το μεταξωτό ρόμπακι, η πετσέτα της τίποτα. Ακόμα και το μικρό πατάκι αφαιρέθηκε.
Κάθισε στο πάτωμα του σαλονιού, το βλέμμα καρφωμένο στον άδειο τοίχο. Απόλυτη σιωπή. Οι καναπέδες, τα έπιπλα έμειναν. Η ψυχή του σπιτιού, όμως, είχε ξυριστεί μέχρι το κόκαλο. Εξαφάνισε εφτά χρόνια της ζωής του, το μετέτρεψε πάλι σε ψυχρό διαμέρισμα με άδεια παράθυρα.
Θυμήθηκε το τελευταίο της βλέμμα. Ούτε πόνος, ούτε ικεσία παγερός υπολογισμός. Όπως ο δικός του. Δεν επρόκειτο να πεθάνει στην ερημιά. Της έδωσε το θέατρο που εκείνος ήθελε, όμως αυτή γύρισε με το ίδιο ταξί, μπήκε στο σπίτι του και εξαφάνισε το «είναι» της χωρίς ένα δάκρυ, χωρίς φωνή.
Ο θυμός του ξέσπασε. Βρόντηξε το χέρι στον τοίχο. «Σκατόγρια!» φώναξε. Όμως την απάντηση του τη ρούφηξε η σιωπή. Έτρεξε στο τηλέφωνο ήθελε να της ουρλιάξει. Μα το νούμερό της μπλοκαρισμένο, τον καινούριο δεν τον ήξερε. Κι ύστερα τι θα της έλεγε; «Γύρνα μου τις κουρτίνες;»
Πήγε στο παράθυρο. Η πόλη ανοιγόταν από κάτω. Κάπου εκεί, αυτή με φίλη, με ενοικιαζόμενο δωμάτιο, με το δάσκαλομισθό της. Κι εκεί ο τόπος της ήταν ήδη σπιτικό. Με τις κουρτίνες της και τα λουλούδια της. Εδώ μόνο πάγος. Όχι της παγωνιάς έξω. Άλλος, βαθύς, πιο ύπουλος.
Ναι, ήταν ψυχρός. Είχε υπολογίσει τα πάντα, εκτός από το ότι ο δικός της χωρισμός θα ήταν η αποχώρηση του νικητή, που παίρνει όλα τα λάφυρα και αφήνει μόνο αποκαΐδια. Είχε κερδίσει κάθε τετραγωνικό, μα αυτά τα μέτρα τον πλάκωναν με το βάρος της απόλυτης απουσίας.
Στάθηκε μπροστά στο τζάμι, κοιτώντας τις μαύρες τρύπες από τα παράθυρά του, να καθρεφτίζονται. Έπειτα πήγε να πιει. Μα ούτε ποτήρια δεν έμειναν μόνο το παλιό, με το «Στον καλύτερο μπαμπά», που είχε πάρει από τη δουλειά. Ήπιε κατευθείαν από το μπουκάλι, καθισμένος στο γυμνό πάτωμα, στο άδειο, ψυχρό διαμέρισμα το μόνο που του ανήκε πια για πάντα.
Κι έξω, αργά, αβίαστα, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει.





