5 Μαρτίου
Γύρισα σπίτι στις έξι και μισή το απόγευμα, ώρα ασυνήθιστη για μένασυνήθως δεν περνάω την πόρτα πριν τις οχτώ, το ξέρω καλά. Η Νάντια είχε μόλις τελειώσει το πλύσιμο των πιάτων και άκουγα τα βήματά μου να απλώνονται παραπάνω, να καθυστερούν χωμένος στον διάδρομο. Ίσως και να το ήξερε τι ερχόταν.
Νάντια, είπε διστακτικά η φωνή μου. Προσπαθούσα να φέρω κάτι εύθραυστο στο σπίτι, κι ακόμα δεν ήξερα τι θα απογίνω με αυτό.
Σκούπισε τα χέρια της στην πετσέτα και βγήκε.
Στον διάδρομο ήμασταν τρεις: εγώ με το πρόσωπο εκείνου που μόλις έκανε κάτι ηρωικό ή απλώς ανόητο και δεν ξέρει πώς να το χαρακτηρίσει· δίπλα μου η Βασιλική, κοντά πενήντα χρονών, με σακ βουαγιαζ στον ώμο και μια βαλίτσα στη γωνία.
Η Βασιλική, είπα. Η ξαδέρφη μου. Σου είχα πει;
Η Νάντια δεν θυμόταν ξεκάθαρα. Ίσως κάτι είχε αναφερθεί στο παρελθόν, αόριστα. Από τη Λαμία ή τη Χαλκίδα, κάπου εκεί. Μικρή σημασία είχε.
Θα μείνει μαζί μας για δυο βδομάδες, συμπλήρωσα χαμηλόφωνα. Έχει κάτι δύσκολα εκεί.
«Δυο βδομάδες», σκέφτηκε η Νάντια.
Χαίρετε, είπε διστακτικά η Βασιλική. Συγγνώμη που έτσι ξαφνικά. Καταλαβαίνω πως είναι άβολο. Δεν είμαι βάρος. Μαγειρεύω, καθαρίζω, δε θα σας ενοχλήσω.
Η Νάντια μας κοίταξε εναλλάξ και κατόπιν έγνεψε.
Έλα μέσα, είπε. Τι άλλο να πει; Ο άνθρωπος στέκεται στο κατώφλι με βαλίτσα. Δε θα τον στείλεις στο δρόμο.
Ένιωσα κάπως ανακούφιση, μα ταυτόχρονα και μια περίεργη σύσπαση μέσα μου. Όλα είχαν ήδη οργανωθεί, κι αυτή ούτε που είχε ερωτηθεί.
Η Βασιλική, κόσμια, πέρασε στο σαλόνι, άφησε τη βαλίτσα σε μια γωνιά και είπε σιγανά:
Ωραία τα έχετε εδώ.
Η Νάντια κοίταξε τη βαλίτσα της και σκεφτόταν: Τι είναι τελικά αυτή η «δύσκολη κατάσταση»;
Ξέρετε, είναι μεγάλη κουβέντα αυτό με τη δύσκολη κατάσταση.
Πραγματικά, η Βασιλική δεν ενοχλούσε. Ξυπνούσε νωρίς, ήσυχη σαν γάτα. Έπινε το τσάι της στην κουζίνα όσο η Νάντια κοιμόταν και πάντα φρόντιζε το φλιτζάνι της. Ούτε ψίχουλα, ούτε ντουζιέρες κλειστές με τις ώρες. Δυο φορές μαγείρεψεχωρίς να ρωτήσει, αλλά χωρίς και να το κάνει θέμα. Το φαγητό της, τίμιο. Ομολογώ, καλύτερο απ της Νάντια.
Αυτό κάπως την τσίτωνε.
Ξέρετε, αν κάποιος φέρεται άσχημα, έχεις αφορμή και μια ιστορία για καυγάδες. Όταν όμως όλα είναι τυπικά, διακριτικά, μα κάτι παρ όλα αυτά σε τσιτώνει, είναι σαν άμμος στο μάτιδε φαίνεται, μα σε ενοχλεί μέσα σου.
Πέρασε μια βδομάδα. Ύστερα ένας μήνας.
Εγώ, ακμαίος, ευχαριστημένος, έλεγα: «Βλέπεις; Όλα καλά είναι». Η Νάντια έγνεφε φαινομενικά ήρεμη. Ναι, καλά όλα.
Μόνο που η Βασιλική ψιθύριζε στο τηλέφωνο.
Τυχαία το παρατήρησε η Νάντια· περνώντας έξω από το σαλόνι, άκουσε επίπεδο φωνής όπως όταν συζητάς αγχωμένος, γρήγορα, σφιχτά. Ούτε για καιρό, ούτε συνταγές συζητούσε έτσι.
Στάθηκε για δυο-τρία δευτερόλεπτα. Δεν κατασκόπευε, απλώς πήρε το σήμα. Στην άκρη το συναίσθημασαν μυρωδιά γκαζιού που μοιάζει να φεύγει αλλά μένει.
Ακόμη πιο περίεργη ήταν η αντίδραση στη πόρτακάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι: ταχυδρόμος, γειτόνισσα, κάποιος courier. Η Βασιλική πάγωνε, κοίταζε τη θύρα όπως κοιτάς ένα αβέβαιο γράμμα.
Η Νάντια το έβλεπε αυτό, αλλά δε μιλούσε.
Μια μέρα, τη ρώτησε διακριτικά:
Βάσω, πώς πάει εκεί; Μαλακώνει λίγο τα πράγματα;
Σιγά-σιγά, απάντησε η Βασιλική ήρεμα. Μη στεναχωριέσαι. Λίγο ακόμα και θα φύγω.
«Λίγο ακόμα»… κι αυτό, απέραντη έννοια.
Η Νάντια την κοίταξε καθώς απομακρυνόταν· κάτι δεν κολλούσε.
Δε βρήκε απάντηση. Ώσπου ένα βράδυ, η Νάντια πετάχτηκε για λίγο νερό στην κουζίνα. Τυχαία η πόρτα του σαλονιού δε βρισκόταν στην θέση της. Και άκουσε τη Βασιλική: Μιλούσε στο τηλέφωνο, σιγά αλλά ακουγόταν πεντακάθαρα στη σιγαλιά.
Θα μείνω ακόμα λίγο σ αυτούς. Δεν ξέρουν τίποτα.
Η Νάντια πάγωσε με το μπουκάλι στο χέρι.
«Δεν ξέρουν τίποτα».
Έμεινε έτσι για μισό λεπτό. Υπέστρεψε αθόρυβα στο δωμάτιο. Ξάπλωσε, κοίταξε το ταβάνι. Εγώ κοιμόμουν ήσυχα πλάι της, ευτυχής σαν άνθρωπος με καθαρή συνείδηση, τίμιο φαγητό, τίποτα ύποπτο.
Η Νάντια δε με ξύπνησε. Πρώτα έπρεπε να καταλάβει.
Η κατανόηση ήρθε το Σάββατο, δώδεκα παρά κάτι.
Χτύπησε η πόρτα. Απλό, καθημερινό κουδούνισμα. Η Νάντια άνοιξε.
Έξω στεκόταν μια άγνωστη γυναίκα γύρω στα σαράντα, με ταγέρ και φάκελο στα χέρια. Πίσω της, ένας νεαρός άντρας, σιωπηλός.
Καλημέρα. Ψάχνουμε τη Βασιλική Αλεξίου. Μαθαίνουμε πως κατοικεί εδώ.
Η Νάντια ένιωσε έναν παγωμένο ηλεκτρισμό στη ραχοκοκαλιά της.
Ποιοι είστε, παρακαλώ;
Γραφείο είσπραξης, απάντησε απλά η γυναίκα. Ήξερε τη διαδικασία.
Η Νάντια κοίταξε τον φάκελο, τον άντρα. Και το «εισπρακτική» αιωρούνταν πια στον αέρα του διαδρόμουσαν ένας ακόμα απρόσκλητος.
Περιμένετε, είπε. Πηγαίνω να φωνάξω.
Έκλεισε την πόρτα.
Η Βασιλική είχε ήδη βγει, με το τηλέφωνο στο χέρι, με το πρόσωπο εκείνου που ζει στα σύνορα του φόβου και της ελπίδας.
Ήρθαν για μένα; ψιθύρισε.
Η Νάντια δεν απάντησε.
Νάντια, μπορώ ν εξηγήσω.
Πρώτα μίλα με αυτούς, είπε η Νάντια και παραμέρισε.
Εγώ ήμουν στο εξοχικό. Η Νάντια με πήρε στο κινητό.
Μιχάλη, έλα το βράδυ. Πρέπει να μιλήσουμε.
Τι έγινε; είπε ανήσυχος.
Τίποτα σοβαρό. Απλώς έλα.
Σιωπή στην είσοδο. Η Βασιλική και οι επισκέπτες είχαν φύγει. Η Νάντια σκεφτόταν πως η «δύσκολη κατάσταση» ήταν όχι μόνο ασαφής, αλλά ξένη. Κι είχε εισβάλλει σπίτι τους για έναμιση μήνα.
Και η Νάντια… έκανε υπομονή, έλεγε πως «είναι καλά».
Όχι. Δεν ήταν.
Ήρθα γύρω στις εννιά το βράδυ. Μπαίνω στο σπίτι, η Νάντια με κοιτάζει με βλέμμα βαρύ.
Τι συμβαίνει; ρώτησα ήρεμα.
Έλα, είπε. Μαζί και η Βασιλική.
Η Βασιλική καθόταν στο σαλόνι, ήσυχη, σαν να περίμενε αυτή την κουβέντα εδώ και χρόνια. Τα χέρια στα γόνατα.
Κάθισα.
Θέλει κανείς να μου εξηγήσει; είπα.
Βάσω, για πες στον Μιχάλη ποιοι πέρασαν σήμερα, είπε η Νάντια.
Η Βασιλική κοιτούσε χαμηλά. Μετά το σήκωσε.
Εισπρακτική, είπε σιγανά. Ήταν εισπρακτική.
Εγώ αργούσα να συλλάβω. Σαν να ακούς μια λέξη πριν κουμπώσεις το νόημα.
Εισπρακτική; Γιατί;
Έχω δάνειο, μεγάλο. Πήρα δάνειο πριν δυο χρόνια, νόμιζα θα βγάλω τα έξοδα. Δεν πήγε όπως ήλπιζα… προσπαθούσα να τα καλύψω με άλλα. Τελικά έχασα το σπίτι και έμεινα και με το χρέος.
Σταμάτησε. Ύστερα σιγά:
Γι αυτό κρυβόμουν. Από εκείνους.
Εγώ δεν είπα λέξη. Το βλέμμα μου έπεσε στο πάτωμασαν να ανακάλυψα πως το έδαφος βρισκόταν αλλού από εκεί που το φανταζόμουν.
Καταλαβαίνεις τι έκανες; τη ρώτησα τελικά.
Καταλαβαίνω.
Έδωσες τη δική μας διεύθυνση χωρίς να ρωτήσεις.
Το ξέρω, επανέλαβε.
Νάντια, δεν ήξερα τίποτα, της είπα.
Ξέρω ότι δεν ήξερες, απάντησε.
Η Βασιλική σώπαινε. Κοίταζε το ποτήρι με το νερό της.
Βασιλική, της είπε η Νάντια, θέλω να καταλάβεις κάτι: το να βοηθάς είναι άλλο. Θα βοηθούσαμε, νομίζω. Αν το ξέραμε. Αλλά δε θα ζήσω με ψέματα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Η Βασιλική την κοίταξε.
Έχεις δίκιο, είπε. Απλώς φοβήθηκα. Δεν είχα πού να πάω. Η κόρη μου ζει στριμωγμένη, η φίλη μου φτιάχνει το σπίτι της. Ο Μιχάλης πάντα μου έλεγε πως αν χρειαστώ κάτι, να ρθω. Έτσι…
Ήρθες, ολοκλήρωσε η Νάντια. Με βαλίτσα. Και με χρέος.
Εγώ κατέβασα τα μάτια. Ρώτησα:
Πόσα χρωστάς;
Πολλά, είπε σιγανά. Οκτακόσιες χιλιάδες ευρώ με τους τόκους.
Ξαναπήρα ανάσα.
Δε μπορούμε να σου τα δώσουμε αυτά. Δεν έχουμε.
Δεν το ζητώ, έσπευσε να πει. Δεν ήρθα γι αυτό. Ήθελα να καθυστερήσω, να μη με βρουννα…
Βασιλική, διέκοψε η Νάντια. Ήδη σε βρήκαν. Περίμεναν στην πόρτα το μεσημέρι.
Σιωπή.
Η Βασιλική τα μάτια της κλειστά.
Το ξέρω, είπε. Καταλαβαίνω.
Δεν περνάει έτσι αυτό. Πρέπει να το λύσεις.
Δεν ξέρω πώς.
Εγώ ξέρω, είπε η Νάντια.
Γύρισα και την κοίταξα. Δεν το περίμενα.
Άκου, συνέχισε. Δεν είμαι δικηγόρος, μα η απέναντι γειτόνισσα πέρασε τα ίδια. Τακτοποίησε τα χρέη σιγά-σιγά με διακανονισμό. Θέλεις να σου δώσω το τηλέφωνό της; Κι ακόμη, χρειάζεσαι δουλειά;
Ναι, σιγανά.
Έχω γνωστή με μικρό μαγαζί. Χρειάζεται πωλήτρια για μισή απασχόληση. Λίγα, αλλά καλύτερα από το τίποτα, και φαίνεται επίσημα, αν γίνει ποτέ δικαστήριο. Κι εδώ κοντά νοικιάζουν δωμάτιαβρήκα αγγελία πρόσφατα σε πολυκατοικία, ήσυχη σπιτονοικοκυρά.
Η Βασιλική με κοίταξεκάτι άλλαζε πάνω της αργά, όπως το πρώτο φως της αυγής.
Γιατί με βοηθάς; ρώτησε. Μετά απ όλα αυτά.
Γιατί έχεις ανάγκη, έδωσε απλά η Νάντια. Και είσαι αδερφή του Μιχάλη.
Με κοίταξα την γυναίκα μου. Της είπα σιγανά:
Σ ευχαριστώ, Νάντια.
Δεν απάντησε. Σηκώθηκε κι έβαλε τσάι στην κουζίνα.
Γιατί, τελικά, μετά από τέτοιες συζητήσεις, πάντα χρειάζεσαι ένα τσάι.
Η Βασιλική έφυγε τέσσερις μέρες αργότερα.
Πριν φύγει, μεσολάβησαν τηλεφωνήματα με τη γειτόνισσα που ήξερε τη διαδικασία διακανονισμού, μια συνάντηση, μια συμφωνία με τη φίλη της Νάντιας για μια εβδομάδα δοκιμαστική στη δουλειά, κι εύρεση δωματίου με τη νοικοκυρά που φτιάχνει παραδοσιακές πίτες κάθε Κυριακή.
Όλα πήραν τρεις μέρες. Την τέταρτη, η Βασιλική μάζεψε τα πράγματά της.
Στην είσοδο έμεινε λίγο παραπάνω απ όσο θα χρειαζόταν για ένα απλό αντίο. Κοίταξε τη Νάντια με μια ένοχη ευγνωμοσύνη.
Νάντια, δεν ξέρω…
Δεν χρειάζεται, τη σταμάτησε η Νάντια.
Η Βασιλική πήρε τη βαλίτσα. Τη συνόδεψα μέχρι το ταξί. Η Νάντια έμεινε στην είσοδο.
Ένα μήνα μετά, τηλεφώνησε η Βασιλική: δουλεύει, πλήρωσε την πρώτη δόση του διακανονισμού, το δωμάτιο καλό, η νοικοκυρά της φτιάχνει πίτα κάθε Κυριακή.
Η Νάντια χαμογέλασε.
Ένα σύντομο, ουσιαστικό τηλεφώνημα. Δε χρειάζονταν άλλα λόγια.
*
Από όλο αυτό έμαθα πως συχνά η μεγαλύτερη βοήθεια είναι εκείνη που δίνεται χωρίς λόγια, όταν ο θυμός και η αμηχανία σβήνουν. Και πως το σπίτι σου, για να είναι πραγματικό καταφύγιο, χρειάζεται διαφάνεια και αλήθειαόσο κι αν πονάει καμιά φορά.





