Συγκατοίκηση και το τελεσίγραφο:
«Δεν αντέχω άλλο!», φώναξε ο Πέτρος μόλις με είδε στην πόρτα. «Έχω βαρεθεί αυτή τη γριά γάτα!»… και τον πέταξα έξω από το σπίτι μου άλλος άνθρωπος έπρεπε να ήταν δίπλα μου…
Στο χολ απλώθηκε μία πνιγηρή σιγή. Έφυγε, τραντάζοντας δυνατά την πόρτα πίσω του. Η μπεζ ζακέτα του δεν κρεμόταν πια στο καρφί και ο έντονος, γλυκόπικρος καπνός από το άρωμά του είχε χαθεί στον αέρα. Στο ράφι των παπουτσιών, είχε μείνει μια κενή θέση, σαν να ξεριζώθηκε απ τη ζωή μου ένα κομμάτι που ποτέ δεν ταίριαξε.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και έσκυψα το βλέμμα μου. Εκεί, στα πόδια μου, κάθονταν ο Λεωνίδας με κατεβασμένα τα αυτιά και ελαφρώς κουτσαίνοντας το πίσω του ποδαράκι δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ζωής και έξι κιλά αφοσίωσης χωρίς όρους.
Ε, γέρο μου, ψιθύρισα, πέφτοντας δίπλα του και βυθίζοντας τα δάχτυλά μου στη γούνα που χρόνια τώρα είχε χάσει τη λάμψη της. Φαίνεται πάλι τα καταφέραμε.
Ο Λεωνίδας απάντησε με ένα σύντομο, σίγουρο «νιαου».
Ο γάτος και η ψευδαίσθηση του συμβιβασμού
Ο Πέτρος μπήκε στη ζωή μου πριν από μισό χρόνο. Συνεννοούμασταν εύκολα κι εντελώς αυθόρμητα αποφασίσαμε να συγκατοικήσουμε. Για τον Λεωνίδα δεν μπορούσε να πει πως δεν ήξερε στα ραντεβού μας συχνά μιλούσα για τις ιδιοτροπίες του και ο Πέτρος χαμογελούσε διαβεβαιώνοντας: «Δεν έχω πρόβλημα με τα ζώα».
Ο Λεωνίδας όμως είχε ιστορία. Τον είχα βρει μωρό, μες στη βροχή, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα έξω απ το σχολείο. Μαζί του πέρασα χαρές, απώλειες, και στιγμές που με καθόρισαν. Ήταν ο σιωπηλός μάρτυράς μου και ο φύλακας των μυστικών μου. Τώρα στα δεκαπέντε, με ανεπάρκεια στα νεφρά, αυστηρή διατροφή και συχνές ενέσειςόλα κομμάτι της καθημερινότητάς μας.
Μετά τη μετακόμιση του Πέτρου, η αγάπη του για τα ζώα εξαφανίστηκε άξαφνα.
Στην αρχή ήταν αθώα τα σχόλιά του. «Γιατί κοιμάται στα πόδια σου; Δεν είναι υγιεινό». «Γιατί τόσα λεφτά στον κτηνίατρο; Πάρε έναν νέο γάτο, αν είναι».
Προσπαθούσα να λειαίνω τις γωνίες: άλλαζα συχνά σεντόνια, χρησιμοποιούσα ακριβή άμμο γάτας, του έδινα τα φάρμακα όταν έλειπε ο Πέτρος. Έκανα υποχωρήσεις, πείθοντας τον εαυτό μου πως έτσι είναι οι σχέσεις στην πράξη.
Η στιγμή της απόφασης
Εκείνη την Τρίτη, άργησα στη δουλειά, ενώ ο Πέτρος γύρισε νωρίτερα. Μόλις άνοιξα την πόρτα, με χτύπησε η μυρωδιά της χλωρίνης και η ηχώ από κάποια φωνή.
Ο Λεωνίδας είχε κάνει εμετό στο καινούργιο χαλί που μόλις είχε αγοράσει ο Πέτρος. Ενοχλητικό, ναι, αλλά διορθώνεται.
Ο Πέτρος στεκόταν στη μέση του δωματίου, κατακόκκινος από τα νεύρα, δείχνοντας τον χάμσμένο γάτο που είχε χωθεί κάτω απ το κρεβάτι.
Δεν το αντέχω άλλο! ξέσπασε μόλις με είδε. Αυτός ο γάτος μου έχει σπάσει τα νεύρα!
Έβγαλα αθόρυβα το παλτό μου κι άρχισα να λέω ό,τι βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου και στην ψυχή μου.
Είναι ζωντανό πλάσμα, είπα ήρεμα, παίρνοντας το απορρυπαντικό. Δεκαπέντε χρονών. Άρρωστος.
Δεν με νοιάζει! Θέλω καθαριότητα, ησυχία και άνεση στο σπίτι. Διάλεξε: Εγώ ή ο μαδημένος αυτός σάκος. Έως το βράδυ διάλεξε ή ευθανασία ή φύλα τον κάπου αλλού, αλλιώς φεύγω.
Στάθηκα ίσια, σφίγγοντας το πανί στα χέρια μου. Ο Πέτρος περίμενε παρακάλια, δάκρυα μα αντ αυτού πήρε κάτι άλλο.
Δεν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι το βράδυ, του είπα ήρεμα. Η βαλίτσα σου είναι πάνω στο πατάρι. Έχεις δεκαπέντε λεπτά.
Σοβαρολογείς; Θα με διώξεις για έναν γάτο; Καταλαβαίνεις πως θα μείνεις μόνη σου στα σαράντα με αυτό το ζωντανό;
Ο χρόνος σου τρέχει, απάντησα.
Έβαζε βιαστικά τα πράγματά του στη βαλίτσα, πετώντας λόγια-μαχαιριές, κι εγώ έμενα ήσυχη με κάθε του κουβέντα γίνομαι πιο σίγουρη. Ο Λεωνίδας καθόταν ήσυχα κάτω από την κουζίνα, σιωπηλός.
Έκλεισε δυνατά τη βαλίτσα και πλησίασε.
Μαρία, έλα τώρα Ξέφυγα λίγο. Μπορούμε να το ξανασκεφτούμε; Να τον πάμε στη μητέρα σου; Μυρίζει το σπίτι, νιώθω…
Όχι, είπα ψυχρά. Δεν είναι το πρόβλημα η μυρωδιά, Πέτρο. Είναι ότι με έβαλες να διαλέξω.
Όταν άκουσα το κλικ στην πόρτα, μπήκα στην κουζίνα κι έβαλα ένα ποτήρι νερό. Ο Λεωνίδας βγήκε σιγά απ την κρυψώνα του, με πλησίασε, ακούμπησε υγρή μύτη στον αστράγαλό μου και νιαούρισε σύντομο, γεμάτο νόημα.






