ΜΟΝΟΓΑΜΟΣ
Την ημέρα της κηδείας της συζύγου του, ο Φώτης ούτε δάκρυ δεν έχυσε.
Να τα μας, σου έλεγα εγώ ότι ποτέ δεν αγάπησε τη Ζωή, ψιθύριζε η Τασία στη γειτόνισσά της, τη Λεμονιά.
Σώπα, τί λες τώρα, τι σημασία έχει; Τα παιδιά τώρα έμειναν ορφανά με τέτοιον πατέρα.
Θα δεις που θα παντρευτεί τη Κατερίνα, στο εγγυώμαι διαβεβαίωνε τη Λεμονιά.
Τι να την κάνει την Κατερίνα; Για το Γλαφύρα έκαιγε η καρδιά του. Ή μήπως ξέχασες που σερνόταν στα αλώνια μαζί; Η Κατερίνα έχει την οικογένειά της, ξέκοψε, δεν τον θυμάται καν.
Σίγουρη είσαι δηλαδή;
Σαφώς! Ο άντρας της Κατερίνας, ο Πάνος, είναι από τους πρώτους στην εταιρεία. Τι να καίγεται τώρα για τον Φώτη και τη φουρνιά του; Είναι πρακτική γυναίκα. Ενώ η Γλαφύρα με τον Μηνά της μαρτύριο τραβάει. Θα τα ξαναβρούν πουθενά ψηλά στα μπαλκόνια, στο λέω εγώ.
Τη Ζωή την έθαψαν. Τα δίδυμα κρατούσαν σφιχτά τα χέρια τους.
Ο Μίλτος και η Πόπη μόλις είχαν γίνει οκτώ χρονών. Η Ζωή είχε παντρευτεί τον Φώτη από πραγματική αγάπη. Μόνο που ποτέ δεν ήξερε αν εκείνος την αγαπούσε πίσω ούτε η ίδια ούτε κανείς από το χωριό.
Λέγανε πως έμεινε έγκυος κι έτσι ο Φώτης αναγκάστηκε να την παντρευτεί. Η μικρή Κλαίρη γεννήθηκε επτάμηνη δε πρόλαβε να ζήσει πολύ κι έπειτα, η Ζωή και ο Φώτης πολλά χρόνια δεν έκαναν άλλα παιδιά.
Ο Φώτης ήταν πάντα μουντρούχος και λακωνικός. Το χωριό τον φώναζε «Λύκο». Δεν είχε δώσει ποτέ σημασία στα χάδια τι να ξέρει κανείς καλύτερα απ τη Ζωή;
Όμως ο Θεός σκέφτηκε να την ελεήσει: μετά τις προσευχές της, της χάρισε δίδυμα.
Ο Μίλτος πήρε τα χαρακτηριστικά της μάνας ζεστός, τρυφερός, μα η Πόπη το υιοθέτησε το στυλ του πατέρα. Κλειστή σαν αχιβάδα, μιλιά δεν έβγαζε.
Κι ανήκε περισσότερο στον πατέρα. Ίδιες κεφαλές και οι δύο.
Τον Φώτη, όποτε έπριζε καμιά σανίδα ή πελεκούσε, από δίπλα του η Πόπη όλο κάτι να της λέει εκείνος στη σιγή.
Ο Μίλτος γύρω από τη μάνα: σκούπισε, κουβάλησε νερό μ ένα κουβαδάκι, έστω και μπόμπιρας. Η Ζωή αγαπούσε πολύ τα παιδιά, αλλά με την Πόπη δεν τα έβρισκε. Ο Μίλτος όμως έγινε στηρίχτης της καρδιάς της.
Όταν ξεψυχούσε, είπε στον Μίλτο:
Γιε μου, δεν αργώ να φύγω. Θα μείνεις αρχηγός πια. Μη φερθείς σκληρά στην αδερφή σου, είσαι ο υπερασπιστής της. Είσαι αγόρι και αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να την προσέχεις, γιατί είναι κορίτσι, πιο αδύναμη.
Κι ο μπαμπάς; ρώτησε διστακτικά ο Μίλτος.
Τι πράγμα; δεν κατάλαβε η Ζωή.
Αυτός θα μας προσέχει;
Δεν ξέρω, παιδί μου. Η ζωή θα δείξει.
Τότε να μην πεθάνεις, πώς θα τα βγάλουμε πέρα χωρίς εσένα; έκλαιγε ο μικρός.
Ω βρε Μίλτο, αν ήταν εμένα στο χέρι μονολόγησε η μάνα. Κι ακριβώς το πρωί έφυγε.
Ο Φώτης κάθισε πλάι στο κρεβάτι της και της κρατούσε το χέρι. Ούτε φωνή, ούτε δάκρυ. Έκατσε καμπουριασμένος και μαύρος, σαν πελεκημένη ελιά. Αυτό ήταν.
Η ζωή πήρε πάλι μπρος. Η Πόπη προσπάθησε να γίνει μικρή αρχόντισσα του σπιτιού. Μόνη της να μαγειρέψει, να συμμαζέψει το σπίτι μικρούλα ήταν ακόμα. Ερχόταν τότε η αδελφή του Φώτη, η κυρία Νάνσυ, που της έδειχνε πώς να γυρίζει το σπιτικό.
Θεία Νάνσυ, τη ρώτησε μια φορά η Πόπη λες ο μπαμπάς να ξαναπαντρευτεί τώρα;
Πού να ξέρω καρδούλα μου; Και να ξερα, λες να μου τα λεγε ο αδερφός μου αυτά;
Η κυρία Νάνσυ είχε το δικό της σπιτικό. Όλα με μία σειρά εκεί.
Και αν τύχει και μας αφήσει, θα μας πάρεις εσύ;
Τι σκέφτεσαι καλέ; Ο πατέρας σας σας αγαπάει και δε θα σας παρατήσει, της είπε η θεία.
Στο μεταξύ στο χωριό ο καβγάς καπνός: «Ο Φώτης με τη Γλαφύρα ξαναβρέθηκαν, αχ η παλιά αγάπη»
Η Γλαφύρα τρελάθηκε, πάλι τα ίδια με τον Φώτη, την οικογένειά της την παράτησε, έλεγε η Τασία στο καφενείο.
Χαμένο κορμί η Γλαφύρα, έλεγαν στα μανάβικα.
Σταματήστε επιτέλους το πανηγύρι, μπήκε με βροντή ο πρόεδρος της κοινότητας, ο Μάξιμος.
Στο στόμα τον έχετε βάλει τον άνθρωπο, και δε ξέρετε τίποτα στ αλήθεια, τους μάλωσε, και κάπως έτσι ο Φώτης βρήκε έναν υποστηρικτή.
Η Γλαφύρα και ο Φώτης παλιά είχαν έρωτα μεγάλο να γράφεις μυθιστόρημα. Αλλά τον Φώτη τον έστειλαν στον κάμπο του Κιλκίς για να βοηθήσει στη σπορά τα χωράφια του συνεταιρισμού. Δυο μήνες έλειψε και ω συμφορά η Γλαφύρα έμπλεξε με τον Μηνά Κερασιά.
Ο Φώτης γύρισε, τα έμαθε, έριξε μια γερή μπουνιά στον Μηνά και με τη Γλαφύρα σταμάτησε κάθε κουβέντα.
Η Γλαφύρα τελικά παντρεύτηκε τον μπερμπάντη Μηνά. Αυτός όλο γύρναγε στα καφενεία, απ τη μια ρακί στην άλλη, και η Γλαφύρα έκλαιγε τη μοίρα της. Ενώ ο Φώτης δεν έπινε, ήταν καλός με τα χέρια του, αλλά μούγγα το στόμα του.
Έτσι, οι χωριανοί κατάλαβαν ότι γλυκοκοίταζε τη Ζωή. Και η Ζωή άνθιζε όπως τα μυρωδάτα ζουμπούλια την άνοιξη όλοι θαύμαζαν τη λάμψη της.
Τι θα πει ο έρωτας, να πώς αλλάζει το κορμί, έλεγαν μεταξύ τους.
Η Ζωή είχε ανέκαθεν ένα κρυφό καρδιοχτύπι για τον Φώτη. Αλλά ποια να τα βάλει με τη Γλαφύρα;
Τελικά, βγήκαν βόλτες με τον Φώτη και σύντομα βρέθηκαν στο δημαρχείο για πολιτικό γάμο.
Γάμος ταπεινός απ του Φώτη, μόνο η Νάνσυ, από τη Ζωή η γριά της μάνα. Η μάνα τη γέννησε στα γεράματα κι ήταν λίγο βαρύ το χωριό, όλοι ψιθυρίζανε για το «ποιος» αλλά σιωπούσαν. Παλιότερα, πρόεδρος στην κοινότητα ήταν ο Βασίλης Προκοπίου η μάνα της Ζωής είχε μαζί του ερωτικό μπλέξιμο.
Η Οξάνθη, ωραία γυναίκα, αλλά ούτε έναν σύζυγο στη ζωή της. Την κακολογούσαν άντρα έπαιρνε, άντρα άφηνε, γλεντζού καμία σχέση με την ήσυχη φύση της Ζωής. Και στο κάτω κάτω, τι φταίει το παιδί για τα φερσίματα της μάνας;
Οι χωριανοί λυπόντουσαν τη Ζωή, ειδικά όταν πήρε τον κλειστό Φώτη.
Πολύ θα υποφέρει μ αυτόν, δεν την αγαπάει, προφήτευε η θεία Δάφνη.
Όσο όμως κι αν μουρμουρίζαν, ο Φώτης ήταν πιστός σύζυγος πού να κρυφτείς στο χωριό;
Δεκαπέντε χρόνια μαζί με τη Ζωή· ποτέ καυγάς, ούτε φωνή. Μια μέρα, όμως, αρρώστησε βαριά η Ζωή. Όταν αποδείχτηκε πως η αρρώστια δεν είχε γιατρειά, καταλάγιασαν όλα.
Εκείνο το απόγευμα, ο Φώτης γύριζε απ τη δουλειά.
Φώτη, να περάσω για λίγο; Έψησα για τα παιδιά σου τυροπιτάκια, να πούμε και καμιά κουβέντα, τον σταμάτησε στην είσοδο η Γλαφύρα η γνωστή, με ένα ταψί στο χέρι.
Δεν χρειάζεται Γλαφύρα, η Νάνσυ έφερε χθες φουρνιά ολόκληρη.
Εγώ από την καρδιά το έφερα, Φώτη.
Και η αδερφή μου από την καρδιά της ψήνει, Γλαφύρα.
Έλα το βραδάκι στο παλιό ελαιοτριβείο, να τα πούμε σαν παλιά, τον ζύγωνε εκείνη.
Και γιατί, δηλαδή;
Ξέχασες όλα εκείνα που είχαμε; αναρωτήθηκε.
Αυτά τα πάτησε χορτάρι, Γλαφύρα. Τα παιδιά μου είναι η έγνοια μου, αγαπώ ακόμα τη Ζωή.
Έφυγε πια, Φώτη.
Η αγάπη δεν πεθαίνει, της απάντησε εκείνος.
Ποτέ δεν την αγάπησες! Επειδή ήθελες να με πειράξεις, την παντρεύτηκες!
Γύρνα σπίτι σου, Γλαφύρα, της είπε σιγανά ο Φώτης κι έφυγε βιαστικά, μην κοιτάζοντας πίσω του.
Η Γλαφύρα έμεινε στο δρόμο μόνη, με το ταψάκι στο χέρι.
Πέρασαν τα χρόνια. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Η θεία Νάνσυ ακόμη ερχόταν να τα βλέπει, αλλά ήξερε πια ο αδερφός της είναι μονογάμος.
Πόπη, σε είδα να κάνεις παρέα με τον Γρηγόρη Βαρνάβα, της είπε μια μέρα μπαίνοντας η θεία.
Ναι, και λοιπόν; απάντησε η μεγάλη πια Πόπη (και πόσο όμορφη έγινε, σκέφτηκε η θεία από μέσα της).
Λέω, να προσέχεις λιγάκι.
Τι εννοείς;
Ξέρεις εσύ Δεν είσαι πια μικρή, σοβάρεψε η Νάνσυ.
Τον αγαπάω το Γρηγόρη, για πάντα, είπε η Πόπη με πάθος.
Για πάντα νομίζεις
Όχι, είμαι σίγουρη.
Εσύ ναι, αλλά εκείνος;
Αν μ άφηνε δεν θα ξανάβρισκα άνθρωπο να αγαπήσω.
Αυτό το πιστεύω, της χαμογέλασε με θλίψη η θεία.
Το βράδυ ο Μίλτος και η Πόπη περίμεναν τον πατέρα να γυρίσει.
Αργεί σήμερα, σχολίασε ο Μίλτος.
Παρασκευή είναι.
Και λοιπόν;
Κάθε Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή πηγαίνει στο νεκροταφείο στη μαμά, δεν το ξερες;
Κι εσύ πού το κατάλαβες;
Ε, τι να πω Αν ένιωθες τον πατέρα σου θα ήξερες.
Πήραν τη μυστική διαδρομή απ τα περιβόλια προς το νεκροταφείο.
Κοίτα, εκεί είναι, έδειξε η Πόπη το σκυφτό πατέρα.
Ο Μίλτος αφουγκράστηκε: ο πατέρας μονολογούσε στην ταφόπλακα
Έτσι, Ζωή μου. Η Πόπη μας παντρεύεται. Της έφτιαξα και λίγη προίκα, με βοήθησε η Νάνσυ. Τι να πεις, μια χαρά τα πάμε. Συγχώρεσέ με, Ζωή μου, που δεν σου έλεγα λόγια γλυκά μα η καρδιά μου σου είπε χίλιες φορές περισσότερα. Δεν ήμουν του λόγου, εγώ σκέφτομαι με την καρδιά.
Αργά-αργά έφυγε προς την έξοδο του κοιμητηρίου.
Η Πόπη κοίταξε τον Μίλτο. Ο αδερφός της είχε μάτια δακρυσμένα, έτοιμα να στάξουν…






