Φίλε, να σου πω τι έπαθε ο Μανώλης με τα πεθερικά του; Όλοι οι γνωστοί του λέγανε ότι ήταν άτυχος που έμπλεξε με τέτοια πεθερικά, αλλά και η γυναίκα του βέβαια, άλλη φάση.
Η Χριστίνα, λοιπόν, έχει μεγαλώσει στα πούπουλα, από πολύ ευκατάστατη οικογένεια. Ό,τι ήθελε, το είχε. Την έστειλαν σε ένα ακριβό πανεπιστήμιο, της πλήρωναν τα πάντα και στο φινάλε, όταν βρήκε δουλειά, τα λεφτά της τα κρατούσε όλα για την ίδια, τα μάζευε στο δικό της λογαριασμό. Ο πατέρας της, ο κύριος Σπύρος, το καμάρωνε αυτό, το έλεγε «χτίσιμο κεφαλαίου». Αλλά με κάθε ευκαιρία τσιγκλούσε τον Μανώλη: γιατί δεν βγάζει παραπάνω χρήματα για το σπίτι, γιατί δεν κάνει παραπάνω.
«Πρέπει να είσαι μια κολώνα, για να μπορεί η κόρη μου να πατήσει πάνω σου σαν σε βράχο. Αν αρρωστήσει, θα μπορείς να τη φροντίσεις; Έχεις αρκετά να την πας διακοπές στο εξωτερικό;», του 'λεγε κάθε φορά.
Για τον Μανώλη και τη Χριστίνα, τα οικονομικά δεν είχαν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Ήταν ευχαριστημένοι με αυτά που μοιράζονταν. Αλλά ο πεθερός κολλούσε σε κάθε σύναξη. Έφτασε ο Μανώλης να φοβάται κάθε οικογενειακό τραπέζι και έψαχνε κάθε φορά δικαιολογίες, τάχα έχει δουλειές.
Ακόμη και στη γιορτή του πεθερού, ο Μανώλης ελπίζει να τη γλιτώσει, αλλά η Χριστίνα επίμονα τον τραβάει σχεδόν κυριολεκτικά τον βάζει να καθίσει, να χαμογελάσει στους πάντες που είχε καλέσει ο κύριος Σπύρος.
Κάποια στιγμή, τον ρωτάει μια θεία επί τόπου: «Μανώλη, τι δουλειά κάνεις;»
Ο πεθερός, πετώντας ένα ειρωνικό χαμόγελο, πετιέται: «Ε, είναι ένας απλός υπάλληλος στο γραφείο. Η κόρη μου μόνο, κρατάει το σπίτι στις πλάτες της»
Ο Μανώλης δεν άντεξε άλλο αυτό το χλευασμό. Τον ξεφτίλιζαν συνέχεια κι αυτό δεν ήταν απλά δυσάρεστο, του έκοβε τη φόρα για τα πάντα.
«Λοιπόν, πρώτον, δεν είμαι απλός υπάλληλος, είμαι υπεύθυνος ολόκληρης της ομάδας προγραμματισμού. Και δεύτερον, ο μισθός μου μια χαρά είναι. Όλα τα έξοδα τα καλύπτουμε μαζί. Αν δυστυχώς δεν έφτασα να γίνω διευθυντής με το καλημέρα, να πάρω στην κόρη σου βίλες και BMW, γιατί δεν μας βοήθησες να αγοράσουμε σπίτι; Αν θες το καλύτερο για τη Χριστίνα;»
Ο πεθερός, αντί να νευριάσει, έβαλε τα γέλια. Δες το, το απολάμβανε να τον βλέπει να βγάζει νεύρα.
Μετά, που τέλειωσαν η τούρτα, τα κεριά και τα γλυκά, βγήκε ο Μανώλης έξω να ηρεμήσει, να καπνίσει ένα τσιγάρο. Εκεί σκάει και ο κύριος Σπύρος δίπλα του.
«Να σου πω, μια χαρά τα πας», του λέει με σκέψη. «Ξέρεις ποιος είσαι, δεν είσαι χαζός. Ν αμύνεσαι πρέπει, όχι να κάνεις πάντα τον καλό αλλιώς δε θα πας πουθενά».
Ο Μανώλης κατάλαβε ότι όλο αυτό το έκανε επίτηδες ο πεθερός, για να τον δει μέχρι που θα φτάσει, να τον τεστάρει. Τα λεφτά δεν είχαν τόσο σημασία όσο το να δείξει ο Μανώλης πως μπορεί να ορθώσει ανάστημα και να προστατέψει τον εαυτό του και τη Χριστίνα. Από εκείνη τη βραδιά, στα μάτια των πεθερικών, ξαφνικά στάθηκε πιο σταθερός, πιο αξιόπιστος. Άλλος άνθρωπος.



