Ξέρεις, ο μπαμπάς μου μου απαγόρευσε να παίρνω αγκαλιά την κόρη μου, επειδή φοβάται ότι είμαι υπερβολικά τρυφερή με τη μικρή του εγγονή. Σκέψου, τώρα τελευταία, η Ειρήνη άρχισε να μπουσουλάει και, κάθε φορά που βγαίνω από το δωμάτιο, με ακολουθεί γεμάτη ανυπομονησία, θέλοντας να την πάρω αγκαλιά. Ο πατέρας μου μού λέει συνέχεια να μην τη χαϊδεύω τόσο, ότι πρέπει να τη «σκληρύνω» λιγάκι, για να μάθει να τα καταφέρνει μόνη της αν κάθεται στο πάτωμα. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να αντισταθώ· την παίρνω αγκαλιά και αμέσως σκέφτομαι μήπως είμαι υπερ-προστατευτική μαζί της.
Το παραδέχομαι… συχνά μου βγαίνει να είμαι πολύ τρυφερή μαζί της όταν κλαίει, τη χαϊδεύω, δεν μπορώ να της βάλω τις φωνές, την πνίγω στη γλύκα μου. Ίσως επειδή νιώθω ότι της προσφέρω όλη τη στοργή και την αγάπη που μου έλειψαν μικρή. Βλέπεις, μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο όταν χάσαμε τη μαμά και δεν γνώρισα ποτέ τους βιολογικούς μου γονείς. Η οικογένεια του ξαδέρφου μου, που είναι πλέον οι γονείς μου, με πήρε όταν έμαθε τι είχε συμβεί και μου άνοιξε το σπίτι της.
Ήταν δύσκολα στην αρχή. Ο πατέρας μου ψυχρός, η μητέρα μου δούλευε ακατάπαυστα να στηρίξει το σπίτι, δεν είχαμε πολλές στιγμές τρυφερότητας. Η αγάπη τους υπήρχε, αλλά δυσκολεύονταν να τη δείξουν. Έτσι έμαθα να πλάθω στο μυαλό μου το δικό μου παραμύθι μια δική μου πραγματικότητα, όπου εγώ ήμουν η βασίλισσα της αγάπης, παιδί που πάντα εκτιμήθηκε και αγαπήθηκε.
Μεγαλώνοντας, πάντα αναζητούσα επιβεβαίωση και φροντίδα από τους άλλους, ειδικά στις σχέσεις μου. Κρατιόμουν από κάθε μικρή εκδήλωση αγάπης και έμεινα πέντε ολόκληρα χρόνια σε μια τοξική σχέση, από το φόβο μήπως δεν ξαναβρώ ποτέ αγάπη αλλού. Ο σύζυγός μου, ο Παναγιώτης, είναι ευγενικός και ξέρει αρκετά για το παρελθόν μου, μου στέκεται πολύ, αλλά δεν ξέρει τα πάντα. Παρόλα αυτά, νιώθω την ανάγκη να πνίγω την Ειρήνη μου με αγάπη, να τη γεμίζω φροντίδα γιατί πιστεύω ότι αξίζει τα πάντα όλα, όσα εγώ δεν πήρα ποτέ σε εκείνα τα χρόνια της παιδικής μου μοναξιάς.






