Ήταν σαν όνειρο παράξενο, σχεδόν αληθινό, όπου ήμουν εγώ, μια γυναίκα 27 ετών, να περιπλανιέμαι στους δρόμους της Αθήνας γεμάτη επιθυμία να αποκτήσω παιδί. Στο όνειρο αυτό, μπορούσα να κρατήσω μόνο ένα παιδί από έναν άντρα, τον Νίκο, που ανήκε σε άλλη. Τον αγαπούσα βαθιά, σαν τις καλοκαιρινές ραστώνες στον Πειραιά, κι όμως τα πιστεύω του και η τιμή του, δεν του επέτρεπαν να χωρίσει τη σύζυγό του και να μείνει μαζί μου στο μισοσκόταδο του ιδιόρρυθμου αυτού ονείρου.
Έμεινα έγκυος, κι ας ήταν όλο αυτό μετέωρο, και ο Νίκος στάθηκε σιωπηλά στο πλάι μου δίπλα σε κύματα που σκάνε αλλόκοτα, όπως ταιριάζει στα όνειρα αλλά η οικογένειά μου, εκτός από τον πατέρα μου, στάθηκε δίπλα μου. Για τον πατέρα μου, η γέννηση ενός παιδιού εκτός γάμου ήταν μία σκιά πάνω απ τη θάλασσα της οικογένειάς μας. Δεν δέχτηκε ποτέ την κόρη μου, τη Μαργαρίτα, ως εγγονή του. Το βάρος αυτό, σαν άγκυρα που με κρατούσε μακριά από τους γονείς μου και τη θαλπωρή του πατρικού, με εμπόδισε να της δείξω το σπίτι που μεγάλωσα.
Η μητέρα μου, η Φωτεινή, μου τηλεφωνούσε διαρκώς και με καλούσε πίσω, όμως ήξερα πως μόνο εκείνη μας ποθούσε πραγματικά. Ο αδελφός μου ο Στέφανος, αντίθετα, μας αγαπούσε χωρίς όρια λάτρευε τη μικρή Μαργαρίτα, σαν ήλιος που δεν ρωτάει σε ποια γλάστρα θα ζεστάνει τα λουλούδια της γειτονιάς. Όταν ο Στέφανος αποφάσισε να παντρευτεί, ήρθε το κάλεσμα: να παρευρεθώ στη γιορτή του, εγώ και η κόρη μου. Φοβόμουν. Ονειρευόμουν απανωτές φορές πως η παρουσία μας θα σκίαζε τη χαρά, ενώ ήξερα πως ο πατέρας μου θα δυσανασχετούσε, δεν θα μας δεχόταν.
Κι όμως, με έπεισαν ο αδελφός μου, η μητέρα μου και η μέλλουσα νύφη, η Έλλη, να έρθω. Η δεξίωση ήταν γεμάτη παιδιά που χόρευαν περίεργα ζεϊμπέκικα και θάβλιζαν σπασμένα πιάτα απόλυτα φυσιολογικά όλα για το όνειρο. Η Μαργαρίτα ξεχώριζε, όχι για την ομορφιά της, αλλά για το μελαχρινό χρώμα της, σαν να κρατούσε κομμάτι μαβιού ουρανού μέσα της. Καθόμουν πάντα κοντά της, στα τραπέζια φορτωμένα με μεζέδες και φύλλα δάφνης που μιλούσαν όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου, ο Γιώργος, που πάντα αγαπούσε τα παιδιά, έσκυψε πάνω από τη Μαργαρίτα και την κράτησε στα χέρια του. Μιλούσαν μια γλώσσα που μόνο στα όνειρα καταλαβαίνεις· τα βλέμματα ήταν ζεστά, οι ψίθυροι μαλακοί. Δεν τους διέκοψα ο χρόνος έτρεχε στραβά, όπως μόνο στα όνειρα μπορεί, και η βραδιά κύλησε γεμάτη συγκίνηση.
Όταν η μουσική σώπασε και οι μυρωδιές του γιασεμιού πλανιόντουσαν ακόμα, ο πατέρας μου ήρθε σε μένα και με αγκάλιασε σφιχτά. Μου ζήτησε συγγνώμη με λέξεις ανάλαφρες, σχεδόν κρυστάλλινες, και με παρακάλεσε να επιστρέψω στο πατρικό, μαζί με την εγγονή του. Οι καλεσμένοι, αληθινοί και φανταστικοί, ήξεραν για τον παλιό μας καβγά και ψιθύριζαν αλλά δεν με ένοιαζε πια. Τον συγχώρεσα. Κι έτσι, σαν να διαγράφεται ένα μεγάλο κύμα, η Μαργαρίτα απέκτησε έναν παππού.
Δεν είναι αυτό τελικά η ουσία της πραγματικής ευτυχίας; Στην Ελλάδα των παραδόξων και των ανείπωτων ονείρων, κάτω από πεύκα που ψιθυρίζουν τη δική τους ιστορία, αγκαλιαστήκαμε ξανά.






