31 Μαρτίου
Στο εθελοντικό κατασκηνωτικό πρόγραμμα για τη διάσωση σπάνιων πουλιών από λαθροθήρες, γνώρισα τη Δανάη, τη δεύτερη μου γυναίκα. Είχα πάει εκεί με τον δεκάχρονο γιο μου, τον Νικήτα.
Η Δανάη ήταν η ψυχή όλων. Βιολόγος με πάθος στα μάτια, διοργάνωνε τα εναλλακτικά αυτά ταξίδια με τον παιδικό της φίλο ήταν για εκείνη διέξοδος αλλά και ένα επιπλέον εισόδημα.
Τρεις μέρες μετά την άφιξή μας, η Δανάη γλίστρησε πάνω στα βρεγμένα βράχια, στραμπούληξε το πόδι της. Δούλευα γιατρός τότε, κι έτσι ανέλαβα να της δέσω το πόδι σφιχτά, να τη μεταφέρω στη σκηνή και να τη φροντίζω κάθε μέρα, σαν μικρό παιδί.
Ο Νικήτας περνούσε υπέροχα βοηθώντας τους επιστήμονες, κι εμείς με τη Δανάη καταλάβαμε πως υπήρξε χημεία ανάμεσά μας, αν και ήμασταν συγκρατημένοι και οι δυο κουβαλούσαμε στην πλάτη δυσάρεστες εμπειρίες και δεν τολμούσαμε να παραδοθούμε στην ευφορία του έρωτα.
Όταν επέστρεψα από τις διακοπές, έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά μου για να ξεχάσω εκείνη την φαινομενικά επιπόλαιη ιστορία. Το ίδιο και η Δανάη. Μα δεν άντεξα. Ήθελα να την ξαναδώ, να μάθω τη διεύθυνσή της…
Μισό χρόνο μετά, συζήσαμε. Ένα χρόνο αργότερα, παντρευτήκαμε.
Αφοσιώθηκα στον ρόλο του πατέρα. Πάντα ήθελα παιδιά, αλλά η δουλειά και τα χόμπι με κρατούσαν μακριά. Ο Νικήτας, μεγαλωμένος με μητέρα και γιαγιά, σύντομα με φώναζε „μπαμπά”. Πήραμε άνετο διαμέρισμα με θέα το πάρκο και σχεδιάζαμε ένα δικό μας παιδί κάτι που η Δανάη ονειρευόταν: μια κόρη, που είχαμε ήδη συμφωνήσει να ονομάσουμε Ελευθερία. Η ζωή φαινόταν ονειρεμένη.
Όλα άλλαξαν όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα μαζί με την Ελευθερία ήρθε και ο Παναγιώτης. Η Δανάη βυθίστηκε στο χάος: πάνες, κρέμες, αϋπνία. Η μητέρα της την βοηθούσε όσο μπορούσε. Εγώ αναγκάστηκα να βρω δουλειά σε φαρμακευτική εταιρεία για να καλύψω τα έξοδα. Μπήκα σε έναν φαύλο κύκλο ταξιδιών και αναφορών. Πολύ σύντομα, άρχισα να μη θέλω να επιστρέφω σε ένα διαμέρισμα γεμάτο κλάματα και εξαντλημένη σύζυγο, ανίκανη να στηρίξει έναν αξιοπρεπή διάλογο.
Πίστευα ότι ο κουβαλητής της οικογένειας δικαιούται το χώρο και τον χρόνο του. Η Δανάη όμως ήταν σίγουρη πως τα παιδιά είναι υπόθεση και των δυο γονιών και ότι έπρεπε να συνεισφέρω πιο ενεργά στην καθημερινότητα. Οι καυγάδες πολλαπλασιάστηκαν. Κάθε συζήτηση κατέληγε σε κατηγόριες για τους γονικούς μας ρόλους.
Η λύτρωση ήρθε με τον παιδικό σταθμό. Τα δίδυμα δεν είχαν κλείσει τα τρία όταν η Δανάη επέστρεψε στη δουλειά της ως διακοσμήτρια. Ο Νικήτας έγινα ένας μικρός βοηθός στο σπίτι κι έτσι η ένταση μειώθηκε προσωρινά.
Δύο χρόνια μετά, ερωτεύτηκα. Ήταν μια νέα μου συνάδελφος αυθόρμητη, ελεύθερη, με πάθος για τη δουλειά όπως ήμουν κι εγώ παλιά. Την απάτησα. Δεν άντεξα το βάρος κι αμέσως το είπα στη Δανάη. Πρότεινα διαζύγιο, με τη διαβεβαίωση πως θα βοηθάω τα παιδιά και ότι το θέμα του σπιτιού θα λυθεί σύντομα. Της ζήτησα να πάρει τα παιδιά και να μείνει προσωρινά στη μητέρα της.
„Δεν είναι άδικο;” απάντησε ήρεμα η Δανάη, „Το διαμέρισμα το αγοράσαμε μαζί για να μεγαλώσουμε την οικογένειά μας”.
„Μην το κάνεις δυσκολότερο!” φώναξα. „Σου προτείνω έναν πολιτισμένο διαχωρισμό.”
„Θέλω να το σκεφτώ”, είπε χωρίς να υψώσει τη φωνή.
Μια εβδομάδα μετά, ήρθε η απάντηση:
„Ερωτεύτηκες άλλη. Συμβαίνει. Όμως τα παιδιά είναι και δικά σου θα παραμείνουν για πάντα. Δεν θα μαλώσω για το σπίτι, μπορείς να μείνεις με τη νέα σου σύντροφο. Θα μοιραστούμε τα γονικά καθήκοντα θα πάρω μαζί μου τον Νικήτα και την Ελευθερία. Ο Παναγιώτης μένει μαζί σου.”
Έμεινα κόκαλο.
„Είσαι τρελή; Δεν μπορώ να μεγαλώσω μόνος ένα παιδί προσχολικής ηλικίας δουλεύω! Ένα παιδί χρειάζεται τη μάνα του!”
„Σοβαρά; Εσύ δεν ήθελες οικογένεια; Ιδού η ευκαιρία σου. Εγώ επίσης δουλεύω ή το έχεις ξεχάσει; Ζητάς να φτιάξεις νέα ζωή και εγώ να μείνω με τρία παιδιά; Όχι. Ένα τουλάχιστον βάλε πλάτη. Είναι δίκαιο.”
Ξέσπασε ένας τεράστιος τσακωμός.
Φώναξα στους φίλους και στους συγγενείς μου για να μου συμπαρασταθούν. Η μητέρα μου, φίλοι, συνάδελφοι κανείς δεν το πίστευε. Όλοι επέκριναν τη Δανάη σκληρή, απάνθρωπη, είπαν. Η ίδια μου η μητέρα δήλωσε πως δε θα τη συγχωρήσει ποτέ. Η Δανάη όμως στάθηκε βράχος: „Τι χειρότερο έχει ο πατέρας από τη μητέρα; Και τον Παναγιώτη τον λατρεύει δεν είναι πια μωρό και είναι ανεξάρτητος.”
Η μητέρα μου λόγω υγείας δεν μπορούσε να κρατά τον μικρό. Η νέα μου σχέση, βλέποντας πως δεν μπορούσε να αντέξει μια καθημερινότητα μ ένα παιδί, με άφησε μέσα σε τρεις εβδομάδες.
***
Τρεις μήνες αργότερα.
Ένα βράδυ γύρω στις δέκα, ενώ ο Νικήτας είχε μείνει μαζί μου λίγες μέρες, ήρθε η Δανάη να τον πάρει. Άνοιξα, το διαμέρισμα μύριζε φακές και όλα ήταν τακτοποιημένα. Ο Παναγιώτης καθόταν στο πάτωμα, απορροφημένος στα τουβλάκια του.
Δανάη πέρασε διστακτικά στο εσωτερικό. Το πρόσωπό μου κουρασμένο, αλλά γαλήνιο.
„Έλα μέσα”, είπα σιγανά.
Ο Νικήτας πήγε να μαζέψει τα πράγματά του κι εμείς μείναμε στην κουζίνα.
„Να σου πω”, ξεκίνησα κοιτάζοντας τον πάγκο, „τις πρώτες εβδομάδες σε μισούσα. Νομίζω πως ήταν εκδίκηση σκληρή. Μετά… απλώς γνώρισα τον Παναγιώτη. Του αρέσουν οι ντομάτες και τα πορτοκάλια, φοβάται την ηλεκτρική σκούπα, λατρεύει τα τουβλάκια. Ροχαλίζει γελώντας όταν κοιμάται και αποκοιμιέται μόνο αν του ξύνεις την πλάτη”.
Γύρισα και την κοίταξα:
„Έγινα πατέρας του στ αλήθεια. Όχι μόνο τα Σαββατοκύριακα, αλλά κάθε μέρα”.
Η Δανάη άκουγε σιωπηλή.
„Δεν ζητάω συγγνώμη για ό,τι έγινε. Μα… σ ευχαριστώ γι αυτό”, έδειξα τον μικρό. „Για μας τους δυο”.
„Το ήξερα”, απάντησε τελικά.
„Ότι θα τα καταφέρω;”
„Αυτό κι ακόμη περισσότερο ότι θα τον αγαπήσεις στ αλήθεια. Ήσουν πάντα απόλυτος, Τόλη. Και στην αγάπη και στη δουλειά και στο σπίτι”.
„Δηλαδή όλο αυτό ήταν εκδίκηση;”
Χαμογέλασε κι όπως έβγαινε απ την κουζίνα απάντησε:
„Όχι, ήταν η μοναδική ευκαιρία να ξαναδώ σε σένα τον παλιό άνθρωπο που κάποτε παντρεύτηκα. Νομίζω τα κατάφερα”.
Έφυγε, αφήνοντάς με σε ένα ήσυχο διαμέρισμα με τον γιο μας. Για πρώτη φορά, κι οι δυο καταλαβαίναμε πως, παρότι ο γάμος μας έσπασε, η οικογένεια, μ έναν παράξενο, δύσκολο τρόπο, επέζησε.
Το συμπέρασμά μου: Άντρας είμαι, όχι λιγότερο γονιός. Και το μεγάλωμα ενός παιδιού, όταν το ζεις κάθε μέρα, γίνεται λιγότερο φόβος και περισσότερο αγάπη.



