Πάντα ήμουν καλός άνθρωπος και ποτέ δεν υπήρξα άπληστη. Όποτε έβλεπα ότι μπορούσα να δώσω κάτι σε κάποιον που το είχε ανάγκη, το έκανα χωρίς δεύτερες σκέψεις καμιά φορά πρέπει να μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας, όπως λέει και το Ευαγγέλιο.
Έτσι, λοιπόν, μια μέρα αποφάσισα να χαρίσω ένα μπουφάν, χωρίς να ζητήσω χρήματα για αυτό. Μπορεί κάποιος να μην έχει τι να φορέσει τον χειμώνα και να κάθεται αυτό το ρούχο άχρηστο στη ντουλάπα μου. Το είχα φορέσει δύο-τρεις φορές το πολύ. Το είχα αγοράσει σε λογική τιμή.
Αποφάσισα λοιπόν να βάλω μια αγγελία στο διαδίκτυο, σε μία από τις ελληνικές ομάδες. Δεν άργησα να λάβω μήνυμα από μια γυναίκα, η οποία συμφωνήσαμε να συναντηθούμε στις 9 το βράδυ.
Ήταν πια μεσάνυχτα όταν άκουσα το κουδούνι της πόρτας. «Ποιος είναι;» ρώτησα. «Ήρθα για το μπουφάν. Είπαμε στις εννιά, αλλά τώρα είναι δώδεκα τα μεσάνυχτα», της απαντώ. «Ξέρεις πως ο κόσμος κοιμάται τέτοια ώρα; Γιατί να μη βρεθούμε αύριο;» της πρότεινα.
«Όχι, θέλω το μπουφάν απόψε!», μου απάντησε επίμονα.
Πραγματικά, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα να υψώσω τη φωνή μου από το θράσος της, όμως αποφάσισα να της δώσω το μπουφάν. Βγαίνω, της το δίνω και τη βλέπω να λέει: «Δεν θα το δοκιμάσω στον δρόμο θέλω να το βάλω πρώτα να δω αν μου κάνει».
Σκέφτηκα από μέσα μου, μα το χαρίζω δωρεάν, τι να δοκιμάσεις πια; «Τι, να το δοκιμάσεις στη σκάλα; Τουλάχιστον κάλεσέ με στο διαμέρισμά σου», μου λέει. «Τα παιδιά μου κοιμούνται», της απαντώ. «Τότε θα μπω με το ασανσέρ», συνεχίζει.
Η κυρία, μάλλον θιγμένη, πήρε το μπουφάν και έφυγε χωρίς να πει ούτε ένα «ευχαριστώ».
Παρά όλα όσα έγιναν, της το έδωσα το μπουφάν. Όμως τέτοια αγένεια δεν μου είχε ξανασυμβεί ποτέ στη ζωή μου. Εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση να μην ξαναδώσω τίποτα ποτέ. Οι άνθρωποι σήμερα δεν εκτιμούν τίποτε!






