Γιάννης μεγάλωσε σε μια πολύτεκνη οικογένεια σ ένα χωριό έξω απ τη Λάρισα. Ο πατέρας του, άνθρωπος με αδυναμία στο ούζο, άλλαζε δουλειές σαν τα πουκάμισα, ενώ η μητέρα του, η κυρα-Μαρία, πάλευε σκύβοντας πάνω από το ταμείο του ταχυδρομείου όλη μέρα και βρίσκοντας κουράγιο να τρέχει τα βράδια στα του σπιτιού, για να τα βγάλει πέρα με τρία παιδιά.
Ο Γιάννης ήταν ο μεγαλύτερος και, από μικρός, βοηθούσε την κυρα-Μαρία στο σπίτι, πρόσεχε τις δύο μικρότερες αδερφές του, έφερνε νερό, κουβαλούσε ξύλα για τη σόμπα. Μόλις μεγάλωσαν λιγάκι οι αδερφές του, έγιναν κι εκείνες οι καλύτερές του βοηθοί στο σπίτι. Βέβαια, τότε πια ο πατέρας είχε πια φύγει από τη ζωήδηλητηριάστηκε μια φορά μ ένα κακό ποτό που ήπιε με τους συντρόφους του σε κάποιο πανηγύρι. Μα η κατάσταση δεν είχε γίνει πιο απλή στο σπίτι.
Η μάνα, πικραμένη, συχνά έλεγε με παράπονο:
Ήταν μεθυστακαράς, λέξη δεν έλεγε, καυγά ποτέ δεν έκανε. Κι ό,τι έφερνε σπίτι, όποτε είχε, το φερνε Άτυχη κεφαλή, Χρήστο μου Σε ποιους μας άφησες
Ο Γιάννης, για να μην ακούει τις θλιβερές φωνές της μάνας, τελείωνε βιαστικά τις δουλειές και έφευγε με τους φίλους του, να βρεθούν τα δειλινά. Τα παιδιά μαζεύονταν στην αυλή του παλιού σπιτιού, έξω από το χωριό. Εκεί, χρόνια είχε να μείνει άνθρωπος, μα το χαγιάτι με τα μεγάλα σκαλοπάτια τους χρησίμευε για παγκάκι και τόπο κουβέντας.
Όλοι κάθονταν σα σπουργίτια στη γραμμή, έτρωγαν πασατέμπο, λέγοντας ιστορίες: άλλες φανταστικές, άλλες αληθινές. Ο Γιάννης, όμως, λεφτά για πασατέμπο δεν είχε ποτέούτε η μάνα του αγόραζε, τα πάντα μετρούσε μέχρι τελευταία δραχμή. Όμως η φίλη και γειτόνισσα του, η Μαργαρίτα, πάντα τον κερνούσε. Χωρίς φανφάρες, χαμηλόφωνα και διακριτικά, του χούφτωνε μυρωδάτους σπόρουςπότε στη χούφτα, πότε στην τσέπη.
Ο Γιάννης μουρμούριζε ήσυχα «ευχαριστώ» κι έτρωγε με τη γλύκα του παρέα, ευλογώντας τη στιγμή που έπιανε τα καβουρδισμένα σποράκια στη χούφτα του. Του φαινόταν μάλιστα πως η Μαργαρίτα κάθονταν πάντα κοντά του για να τον φιλέψει. Στην αρχή ντρεπόταν, μετά όμως συνήθισε και αυτός πήγαινε και κάθονταν δίπλα της.
Η συνείδησή του, ωστόσο, δεν επέτρεπε να τα παίρνει όλα χωρίς αντάλλαγμα. Γι αυτό, ξεκίνησε να πηγαίνει στη Μαργαρίτα τα απογεύματα, όταν δούλευε αυτή στον κήπο της. «Οι δικοί σου δουλειά;» τη ρωτούσε κάθε φορά. «Όπως πάντα, Γιάννη, όλοι από το χάραμα μέχρι το βράδυ στα χωράφια.» Κι εκείνος, χωρίς πολλά λόγια, έπαιρνε θέση δίπλα στις φράουλες, θέριζε χόρτα και χάζευε κουβεντιάζοντας μαζί της.
Εκείνη ποτέ δεν απέφευγε τη βοήθειά του, της άρεσαν οι κουβέντες. Μετά, του έφερνε στο κήπο τσάι ζεστό, κουλουράκια και καραμέλες. Ο Γιάννης, για τα μάτια του κόσμου, στην αρχή αρνούνταν. Αλλά η Μαργαρίτα ήξερε να επιμένει. Μικρά ζαχαρωτά και φιλέματα εκείνος στο σπίτι του τα βλεπε μόνο σε γιορτές κι έτσι βαθιά της το χρωστούσε.
Στο σχολείο οι επιδόσεις του Γιάννη ήταν μέτριες, το διάβασμα δύσκολομόνο στον αθλητισμό έλαμπε. Έτσι, όταν τελείωσε, γράφτηκε στη σχολή Φυσικής Αγωγής στην Καρδίτσα. Η Μαργαρίτα, πάλι, σπούδασε νοσηλευτική.
Όταν μεγάλωσαν, σπανίως πια έβλεπαν ο ένας τον άλλον, εκτός από τις γιορτές που γύρναγαν σπίτι. Ο Γιάννης, ο αδύνατος παιδάκος, είχε μεταμορφωθεί σε καλόσωμο νέο. Η Μαργαρίτα, πάντα όμορφη, με μεγάλα μπλε μάτια, ψηλή και χαμογελαστή καθώς την θυμόταν παιδί.
Παντρεύτηκε νωρίς, γιατί έχασε τους γονείς της από τροχαίο. Βιαστικά πήγε για οικογένεια, να βρει παρηγοριά. Όταν ο Γιάννης έμαθε πως παντρεύτηκε τον Στέφανο, τον φλύαρο και απρόσεκτο χωριανό τους, απόρησε. Του φαινόταν πως δεν ταιριάζαν καθόλου.
Έκαναν παιδί γρήγορα. Ο Γιάννης δεν βιαζόταν να φτιάξει τη ζωή του. Στη μεγάλη έκπληξη της μητέρας του, γρήγορα ανέβηκε στο δημοτικό γυμναστήριο της Λάρισας. Σύντομα έγινε διευθυντής στο κλειστό γυμναστήριο της πόλης. Οι αδερφές του παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη.
Η Μαργαρίτα όμως δεν στάθηκε τυχερή στον γάμο της. Ο άντρας της, ίδια συμπεριφορά με τον πατέρα του Γιάννηποτό, χρέη, αδιαφορία για τη γυναίκα και το παιδί. Η μάνα του Γιάννη, κάθε φορά που τον έβλεπε, έλεγε σιγανά:
Βλέπεις τι τραβάει η Μαργαρίτα; Ο άντρας της, σαν τον δικό μας. Πίνει, χαντακώνεται στις ταβέρνες, ούτε για το παιδί, ούτε για τη γυναίκα ενδιαφέρεται. Μέχρι και τα πράγματα της Μαργαρίτας βγάζει από το σπίτι, να τα πουλήσει για κρασί. Αλλοίμονο!
Ο Γιάννης εξοργίστηκε:
Τέτοιους ανθρώπους γιατί τους διαλέγουν; Είχε προκοπή, τώρα γελάνε τα χείλια του τα πικρά Άλλα να πεις, Γιάννη, άλλα να δεις!
Μην ανακατευτείς εσύ, παιδάκι μου, τ ακούς; Τις ξένες οικογένειες ποτέ δεν ξέρεις. Αν μένει με τον άντρα της, κάτι θα αγαπάει ακόμη.
Τότε ο Γιάννης κάθισε και της εκμυστηρεύτηκε πώς του στάθηκε φιλικά παιδάκι η Μαργαρίτα, με πασατέμπο, κουλούρια και τσάι όλα του τα χρόνια, και πως δεν άντεχε να ξέρει πόσο βασανίζεται εκείνη με το μωράκι της τώρα.
Τι θα κάνεις, παιδί μου; Μη μπλέκεις, δεν αλλάζουν οι άνθρωποιτον προειδοποίησε η μητέρα.
Ο Γιάννης έφυγε για την πόλη σκεφτικός, μα σε δυο μέρες γύρισε με το αμάξι του. Άδειασε στο σπίτι σακιά, κουτιά και πακέτα με τρόφιμα, είδη σπιτιού, ρούχα.
Τι είναι όλα αυτά; Μήπως μετακομίζεις, Γιάννη;τον ρώτησε χαρούμενα η μητέρα του.
Όχι, μάνα, εγώ μένω στη Λάρισα. Αυτά είναι τρόφιμα για σένα, να μη σου λείψει τίποτα. Τα σακιά με τον πασατέμπο, μην τα λυπηθείς, η Μαργαρίτα θα καταλάβει. Εγώ δεν μπορώ να της τα πάω, θα μιλάνε οι γειτόνισσες. Εσύ δώσ της, λίγο-λίγο, όταν περνάς.
Και οι αδερφές σου, δεν χρειάζονται;
Σε κάθε γιορτή τους στέλνω λεφτά, τα έχουν βρει καλύτερα με τους άντρες τους. Εδώ είναι η ανάγκη.
Η κυρα-Μαρία, η μητέρα, έκανε όπως της είχε πει. Πήγαινε στη Μαργαρίτα βράδια, με ένα δεματάκι καλά κρυμμένο κάτω απ το παλτό. Στην αρχή η Μαργαρίτα αρνούνταν, μα όταν ήρθαν τα σακουλάκια γεμάτα πασατέμπο, κατάλαβε ποιος κρυβόταν πίσω από τα δώρα και ξέσπασε σε κλάματα, ανακατεύοντας τους σπόρους στις χούφτες της.
Την άλλη φορά είπε στην κυρα-Μαρία:
Να ευχαριστήσεις τον Γιάννη Πόσα χρόνια πέρασαν κι όμως θυμάται. Αλλά να του πεις να μη στεναχωριέται πιαέχω ήδη καταθέσει διαζύγιο. Τελειώνει κι η δική μου η κακοτυχία, ελπίζω.
Η μάνα δεν ήξερε τι άλλο να πει. Τώρα που η Μαργαρίτα έμενε μόνη, ενώ και ο γιος της ήταν ανύπαντρος, δεν ήξερε τι να περιμένει. Τα λόγια της, πάντα ταπεινά:
Μην ξεχνάς, ότι το κάνεις, το κάνεις για το παιδί. Η μαμά του μπορεί και να μη θέλει βοήθεια, αλλά το παιδάκι να μην το αφήνεις να στερηθεί αυτό που φέρνει η μοίρα με τα χέρια των ανθρώπων.
Ο καιρός πέρασε. Η Μαργαρίτα, μ ένα αγοράκι πια, ζωγράφιζε ξανά χαμόγελο στο σπίτι της. Καινούριες κουρτίνες, καινούρια ζωή. Ο μικρός πήγαινε παιδικό σταθμό, κι είχε τα μάτια της μάνας του. Η κυρα-Μαρία έγινε γιαγιά του, στις βάρδιες που τη χρειαζόταν, κι ο Γιάννης πάντα έφερνε δώρα και παιχνίδια στο παιδί.
Τα καλοκαιρινά, τις γιορτές, όλοι πάλι στρώνονταν στο τραπέζι, με τσάι και κουλούρια. Τα τέσσερα δύσκολα χρόνια της Μαργαρίτας ξεχασμένα, σαν να μην έγιναν ποτέ.
Ο Γιάννης τώρα ερχόταν συχνά στη μάνα του, βρίσκοντας πάντα αφορμές να ρωτά:
Ήρθε η Μαργαρίτα; Ο μικρός είναι εδώ;
Εκείνη του γελούσε:
Άσε καλέ τις ερωτήσεις, πρώτα να ενδιαφερθείς για τη μάνα σου!
Μάνα, πώς είσαι;απαντούσε ο Γιάννης κι έριχνε ματιά απ το παράθυρο.
Πήγαινε, παιδάκι μου. Τώρα είναι σπίτι. Πάντα κάτι περιμένει, τέλος με τα παρακάλια και τις ενοχές, όλοι το έχουν ήδη καταλάβει τι γίνεται.
Ο Γιάννης χαμογέλασε, αγκάλιασε σφιχτά τη μάνα του:
Σε ευχαριστώ, μάνα. Εσύ πάντα με καταλαβαίνεις, ποτέ δεν με πίεσες.
Η κυρα-Μαρία τον σταύρωσε κι εκείνος, κρατώντας ένα μπουκέτο λευκές ζέρμπερεςτα αγαπημένα της Μαργαρίταςβγήκε από το σπίτι και περπάτησε ως το παλιό, γνώριμο χαγιάτι. Η Μαργαρίτα στεκόταν πίσω απ’ την κουρτινούλα, κρατώντας την ανάσα της, να τον δει να της φέρνει λουλούδια…
Κι έτσι, εκείνο το παλιό, λιόλουστο χωριό κάπου στα πεδινά της Θεσσαλίας, φυλάει ακόμα τις παιδικές και αληθινές ιστορίες αγάπης και βοήθειας, που κοντεύουν να χαθούν στη λήθη, εκτός κι αν κάποιος τις θυμηθεί ξανά, έστω και με τη γεύση απόλαυσης ενός χεριού γεμάτου πασατέμπο.





