Ο Νικόλας ταξίδεψε στο χωριό για να επισκεφτεί τη θεία του· πλησίασε το γνωστό σπίτι, άνοιξε τη μικρή αυλόπορτα και στην αυλή τον υποδέχτηκε η Γαλήνη.

Άκου να δεις τι έγινε πρόσφατα στον Νίκο, ξαδερφάκι μου, που πήγε να δει τη θεία του σε ένα χωριό έξω απ τον Βόλο. Ο Νίκος, να πεις, δεν έχει πια κανέναν εκεί, οι γονείς του έφυγαν χρόνια πριν, οι υπόλοιποι συγγενείς έχουν σκορπιστεί στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, έμεινε μονάχα η θεία Ελένη.

Φτάνει λοιπόν ο Νίκος στο γνώριμο παλιόσπιτο, ανοίγει την αυλόπορτα, και στο προαύλιο τον περιμένει η θεία Ελένη.

Καλά, βρε Νίκο, γιατί δε πήρες ένα τηλέφωνο να με ειδοποιήσεις; του λέει και τον αγκαλιάζει.
Ήθελα να σου κάνω έκπληξη, χαμογέλασε εκείνος.

Η θεία, όπως πάντα, σε δευτερόλεπτα είχε στρώσει τραπέζι. Φάγανε, ήπιανε το καφεδάκι τους, κι εκεί που κάθονται του λέει σοβαρά:
Για έλα εδώ να σου δείξω κάτι που βρήκα στην παλιά κασέλα στην αποθήκη.

Ο Νίκος, περίεργος, παίρνει το ξεθωριασμένο χαρτί στα χέρια του και το διαβάζει. Όσο διάβαζε, το πρόσωπό του άλλαζε, σαν να χλωμιάζει.

Έλα τώρα, μην ταράζεσαι, του λέει γλυκά η θεία Ελένη, αυτό έγινε πριν τόσα χρόνια! Άλλαξαν οι εποχές, μπορεί να άλλαξες κι εσύ. Εσύ μεγάλωσες παιδιά, νομίζεις ήρθαν με το μελτέμι;

Την νύχτα εκείνη, ο Νίκος έμεινε στο σπίτι της θείας. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι δεν χωρούσε το μυαλό του αυτά που διάβασε: το χαρτί ήταν μια γνωμάτευση για την υγεία του από τα παιδικά του χρόνια, που έγραφε πως, μετά από μια σοβαρή ασθένεια όταν ήταν εφτά χρονών, δεν θα μπορούσε να κάνει δικά του παιδιά. Η γνωμάτευση βρισκόταν στη μάνα του, ο ίδιος δεν είχε ιδέα.

«Ρε συ, μήπως είναι κάποιο λάθος;» σκεφτόταν ο Νίκος. «Αν όντως ισχύει αυτό που λέει, μήπως μεγάλωσα παιδιά κάποιου άλλου; Αλλά δεν γίνεται. Στην Άννα έχω απόλυτη εμπιστοσύνη.»

Όταν έχασε τη μαμά του, δεν είχε προλάβει ακόμα τα δέκα. Ο πατέρας του έφερε στο σπίτι άλλη γυναίκα και ο μικρός Νίκος όλο και πιο συχνά κατέληγε να κοιμάται δίπλα στη θεία Ελένη, στο διπλανό σπιτάκι. Η Ελένη ήταν η μικρότερη αδερφή της μαμάς του ουσιαστικά τον μεγάλωσε.

Όταν τελείωσε τη θητεία του στο στρατό, ο Νίκος δεν είχε διάθεση να γυρίσει πίσω στο χωριό ούτε δουλειά υπήρχε, κι ούτως ή άλλως με τον πατέρα του δεν είχαν βρει ποτέ άκρη. Πήγε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά οδηγός σε μεταφορική κι έμενε σε εστία. Απέκτησε εμπειρία, έπιασε την τύχη απ τα μαλλιά, δούλεψε και ως νταλικέρης για χρόνια, και σιγά σιγά αγόρασε ένα μικρό σπιτάκι στα Πατήσια.

Κάθε αρχή και δύσκολη, αλλά μετά γνώρισε την Άννα από τα καλύτερα παιδιά. Έμεινε έγκυος πριν καν προλάβουν να παντρευτούν. Κάνανε την κόρη τους, και τρία χρόνια μετά ήρθε και ο γιος. Η ζωή προχώραγε, ο Νίκος κατάφερε και άνοιξε δική του εταιρεία μεταφορών. Μικρή στην αρχή, αλλά αναπτύχθηκε με τον καιρό και σύντομα, άρχισε να βγάζει ένα σταθερό καλό μεροκάματο, μια δεκαριά χιλιάδες ευρώ τον χρόνο.

Μόλις έφυγε από το χωριό της θείας, δεν άντεξε και πήρε το τρένο για την Αθήνα. Έπρεπε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα αλλιώς δε θα ησυχούσε. Πήγε σε γιατρούς, έκανε εξετάσεις, και επιβεβαιώθηκε αυτό που φοβόταν. Γύρισε σπίτι άλλη ψυχολογία.

Νίκο μου, καλώς ήρθες, τι να σου βάλω να φας; τον ρώτησε χαρούμενα η Άννα.
Τίποτα, είπε ψυχρά και της άφησε πάνω στο τραπέζι το χαρτί με τα αποτελέσματα.

Τι είναι αυτό; ρώτησε σαστισμένη εκείνη.
Διάβασέ το, της είπε. Αυτό γράφει πως εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω παιδιά.

Η Άννα γούρλωσε τα μάτια από το σοκ κι έπεσε στην καρέκλα.

Κάτι λάθος έχει γίνει, Νίκο ψιθύρισε.

Μέχρι εδώ ήταν, της είπε εκείνος, αν μου κρύβεις ακόμα πράγματα, εγώ φεύγω.

Περίμενε, θα στα πω όλα, είπε τελικά εκείνη με κατεβασμένο το κεφάλι.

Από τα λόγια της, κατάλαβε ο Νίκος πως, όταν ακόμα ήταν στο λύκειο, της την έπεφτε ένας συμμαθητής της. Βγήκαν, τα φτιάξανε, αλλά εκείνος μετά έφυγε για μια φίλη της. Εκείνη τη στιγμή, γνώρισε τον Νίκο, τα πράγματα ήρθαν φυσικά και λίγο μετά κατάλαβε πως ήταν έγκυος. Δεν ήξερε με σιγουριά αν το παιδί ήταν του Νίκου ή του άλλου, αλλά δεν είχε άλλη λύση δεν μπορούσε να το πει στους δικούς της, κι ο γάμος φάνταζε η καλύτερη έξοδος κινδύνου.

Ωραία, της λέει ο Νίκος, το πρώτο παιδί κάπως το καταλαβαίνω και να σε συγχωρήσω ίσως μπορούσα. Το δεύτερο πώς το εξηγείς;

Εκεί πλάνταξε η Άννα, έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Ανάσανε λίγο και του είπε πως μια φορά, όσο εκείνος έλειπε ταξίδι με την νταλίκα, συνάντησε πάλι το πρώτο της αίσθημα και πέρασαν ένα βράδυ μαζί. Δεν ξαναβρέθηκαν από τότε, και όσο κι αν το μετάνιωσε, ποτέ δεν μποροὐσε να συγχωρήσει τον εαυτό της. Μόνο στον Νίκο ήταν πραγματικά ερωτευμένη.

Ο Νίκος στεκόταν με το κεφάλι στα χέρια. Άκουγε τα βήματα της προδοσίας μέσα στο σπίτι του.

Σε παρακαλώ, Νίκο, μη μου φύγεις, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα.

Δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάξω, της απάντησε και πήρε το δρόμο για την πόρτα.

Η Άννα τον ακολούθησε κλαίγοντας, αλλά εκείνος βγήκε έξω χωρίς να ρίξει πίσω ματιά.

Για να ξεχαστεί, ο Νίκος έριξε όλο το βάρος στη δουλειά του. Όλα τα βράδια τον έβρισκαν στο γραφείο, και το Σαββατοκύριακο ξαναγύρισε στο χωριό, στη θεία Ελένη. Ιδιαίτερα οι νύχτες ήταν μαρτυρικές.

Όλη μου η ζωή πήγε στράφι, συλλογιζόταν κοιτώντας το ταβάνι. Τι μου κόλλησε, θεέ μου; Πώς συνεχίζεις μετά από τέτοιο πράγμα;

Μια μέρα άρχισε να το σκέφτεται αλλιώς.

Αν το ήξερα απ όταν τέλειωσα το στρατό ότι δεν μπορώ να κάνω παιδιά, θα χα τώρα οικογένεια; Μάλλον όχι. Δε θα μάθαινα ποτέ τι θα πει να βλέπεις το παιδί σου να κάνει τα πρώτα του βήματα. Τόσες χαρές θα μου είχαν λείψει. Ίσως η άγνοιά μου να με έκανε πραγματικά ευτυχισμένο.

Το επόμενο Σαββατοκύριακο ήρθαν τα παιδιά του απ την Αθήνα.

Μπαμπά, δεν ξέρω τι έγινε με τη μαμά, αλλά νιώθουμε ότι έχεις απομακρυνθεί κι από εμάς. Δεν μας θες κι εμάς; είπε η κόρη του με παράπονο.

Μην το λες αυτό, αγάπη μου, σας αγαπώ όσο και πριν. Με τη μαμά απλώς έχουμε σοβαρά ζητήματα.

Μπαμπά, γύρνα στη μαμά, όλη μέρα κι όλη νύχτα κλαίει, είπε ο γιος του, αγχωμένος.

Μπαμπά, σταμάτα να κρατάς κακία στη μαμά. Κι έχω να σου πω και κάτι καλό: Σύντομα θα γίνετε παππούς και γιαγιά! είπε όλο χαρά η κόρη του.

Ο Νίκος την αγκάλιασε σφιχτά.
Αυτά είναι νέα!

Μπαμπά, αν δε γυρίσεις σπίτι, εμείς δεν φεύγουμε από δω! είπε επίμονα ο γιος του. Αρκετά βασανιστήκαμε όλοι. Αξίζει να χαλάσει τόση ζωή για κάτι τέτοιο;

Εντάξει, με πείσατε, χαμογέλασε ο Νίκος, πάμε, γυρίζουμε σπίτιΟ Νίκος κοίταξε τα δυο του παιδιάεκείνα που είχε μεγαλώσει με τα χέρια του, που είχε παρηγορήσει σε κάθε φόβο και είχε καμαρώσει σε κάθε τους μικρή νίκη. Ένιωσε ξαφνικά πως το αίμα και το DNA είναι λέξεις άδειες, όταν μπροστά του είχε δυο ανθρώπους που τον κοιτούσαν με εκείνο το άδολο, παιδικό βλέμμα το βλέμμα που ζητούσε απλώς αγάπη.

Το βράδυ εκείνο κάθισε μόνος στο παγκάκι δίπλα στη μικρή πλατεία του χωριού. Ο αέρας μοσχοβολούσε γιασεμί και τα φώτα απ τα σπίτια έσβηναν ένα ένα. «Μη μετράς τα χέρια που έδωσες, μετρά τα χέρια που κράτησες», έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα του. Τα δάκρυα του Νίκου κύλησαν αθόρυβα, ελαφρύνοντας για πρώτη φορά το βάρος από μέσα του.

Πήρε το κινητό του και χωρίς δεύτερη σκέψη τηλεφώνησε στην Άννα.

Έλα, του ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή.
Θέλω να μιλήσουμε, Άννα. Αύριο. Όλη η αλήθεια και τίποτα λιγότερο.

Η Άννα έκλαψε ξανά, αλλά αυτή τη φορά υπήρχε μια χαραμάδα ελπίδας στη φωνή της.

Την επόμενη μέρα επέστρεψε στην Αθήνα. Μπήκε αγχωμένος στο σπίτι· η Άννα τον περίμενε, και δίπλα της τα παιδιά, αποφασισμένοι να μη φύγουν αν δεν έβρισκαν άκρη.

Ο Νίκος κάθισε απέναντι από τη γυναίκα του. Έμειναν σιωπηλοί για αρκετή ώρα, μέχρι που εκείνος πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του. Μικρές ρυτίδες χάραζαν το πρόσωπό τους, από χρόνια και αγωνίες και λάθη.

Μπορεί η ζωή μας να μην ήταν όπως την ονειρεύτηκα, είπε σιγανά. Αλλά τα όνειρα αλλάζουν, Άννα. Δεν ζω πια για το χθες, ζω για όσα έχουμε μπροστά μας. Κι ό,τι κι αν έγινε, αυτά δω τα παιδιά είναι το σπίτι μου.

Η Άννα έσφιξε το χέρι του απαλά.

Μπορούμε να ξαναγίνουμε οικογένεια, Νίκο;

Κοίταξε τα παιδιά τουτην κόρη που θα του χάριζε εγγόνι, τον γιο που του μοιάζει στα πείσματα και τα γέλια.

Δεν ξέρω αν θα το καταφέρουμε τέλειο, απάντησε χαμογελώντας δακρυσμένος, μα αν έχουμε ο ένας τον άλλον, θα προσπαθήσουμε. Και ίσως, αυτή είναι η αληθινή οικογένεια: όχι εκείνη που ξεκινάει με βεβαιότητες, αλλά εκείνη που αντέχει τα μυστικά, τα τραύματα και καταλήγει να διαλέγει κάθε μέρα να είναι μαζί.

Το πρώτο φως έμπαινε πλέον απ το παράθυρο. Ο Νίκος γύρισε και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσε το σπίτι του πραγματικά δικό τουμε όλα του τα λάθη, όλες τις ατέλειες, και την υπόσχεση πως η αγάπη δεν γεννιέται πάντα κάποτε, φτιάχνεται μέρα με τη μέρα.

Oceń artykuł
Ο Νικόλας ταξίδεψε στο χωριό για να επισκεφτεί τη θεία του· πλησίασε το γνωστό σπίτι, άνοιξε τη μικρή αυλόπορτα και στην αυλή τον υποδέχτηκε η Γαλήνη.