Βρε βαρύς που είσαι, Βαγγέλη Παπαδόπουλε! Ούτε τυχαία δεν σε λέμε «Λύκο». Χαμογελάκι δεν βλέπει κανείς σου, κι αν σε δει κατάματα, τον πιάνει μια ανατριχίλα. Παγωμένος είσαι λες και σε ξέχασε η ζωή!
Η Πελαγία μουρμούριζε κι άλλα, μα εγώ πια δεν άκουγα. Πήρα τα ψώνια μου απ τον μοναδικό μπακάλη του χωριού, κατευθυνόμενος προς την πόρτα.
Η Λένια σου ήρθε στη μάνα της αυτές τις μέρες. Έφερε το γιο μαζί της. Τ ακούς, Βαγγέλη Παπαδόπουλε; Κι αν, λέω εγώ, το παιδί είναι δικό σου; Θα μείνει ο μικρός χωρίς πατέρα στον κόσμο; Και μοιάζει, να ξέρεις!
Σταματώντας στην πόρτα παραλίγο να σκοντάψω στο κατώφλι, αλλά δεν γύρισα να απαντήσω. Τι να πεις; Κανείς δε θα καταλάβει. Τη ζωή μου δεν την άφησα ποτέ στην κρίση των άλλων, όλοι ό,τι ξέρουν ή δεν ξέρουν το φαντάζονται μόνοι τους. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Δικές μας ήταν οι υποθέσεις, δική μας κι η λύση, εμένα και της Ελένης. Μικρό χωριό και οι γλώσσες οργιάζουν…
Ο ήλιος έκαιγε παράλογα ζεστός για Απρίλιο, ζέστανε το πρόσωπό μου κι έκλεισα τα μάτια. Έκανα δυο βήματα και ακούω μια παιδική φωνή:
Πρόσεχε!
Ένα αγοράκι πέταξε στις σκάλες του μπακάλικου και μάζεψε με μιας δυο κουταβάκια που έπαιζαν στο κατώφλι.
Μην τα πατήσετε, παρακαλώ!
Σπαστή μύτη, μαύρα μάτια με βαριά βλέφαρα, αυτιά ελαφρώς πεταχτάσαν τα δικά μου. Ναι, μοιάζει! Όχι πως δεν το ξέρω, βέβαια. Κάποια συγγένεια θαχουμε, αλλά όχι τόσο κοντινή.
Θέλετε ένα κουτάβι; Κοίτα, τι μεγάλα πόδια! Σαν λύκου!
Εγώ το μόνο που έκανα, έγειρα αρνητικά το κεφάλι και έφυγα χαμηλώνοντας, μπαίνοντας στον πρώτο στενό δρόμο που βρήκα. Η δύναμη με άφησε εκεί. Στάθηκα σ έναν ψηλό μαντρότοιχο στην αυλή της κυρά-Σμαρώς, πάλευα να πάρω ανάσα. Γιατί; Γιατί ήρθε πάλι; Γιατί έφερε το παιδί; Μήπως όντως ο Ορέστης τη χώρισε;
Σκέψεις ατελείωτες τριγύρναγαν στο μυαλό, μαζί και το παρελθόν που στοίχειωνε όπως τότεεπτά χρόνια πίσω.
Η Λυδία, η γειτόνισσα, άνοιξε δυναμικά την καγκελόπορτα, σήκωσε τα φρύδια και έτρεξε κοντά μου.
Βαγγέλη! Τι έπαθες; Άσχημα είσαι; Να φωνάξω τον Ηλία;
Τα χέρια της ζεστά ακουμπούν στους ώμους μου. Ανοίγω τα μάτια.
Μη, Λυδιώ μου. Είμαι καλά… Θα τα καταφέρω.
Όχι, πουλάκι μου! Θα στηριχθείς πάνω μου και θα περάσουμε μέσα. Σιγά σιγά, πάμε. Βαρύς είσαι! Παπαδόπουλε, μην ταράζεις έτσι την καρδιά σου. Ποιος θα σε φροντίσει μετά; Εγώ θα την πληρώσω! Ασθενής μου δεν είσαι; Να στηρίζεις και μένα! Να, τώρα θα σου μετρήσω την πίεση και θα σε κάνω μια ένεση, δυο αν χρειαστεί! Και θα γίνεις πάλι φρέσκος σαν αγγουράκι, που μόλις κόψαμε απ τον κήπο! Πάμε!
Το κορμί δεν με υπάκουε, αλλά η Λυδία με το πάγιο πείσμα της πρακτικής γιατρού, με έσυρε σχεδόν μέχρι την αυλή, έσπρωξε με το πόδι την πόρτα κλείνοντας, κι έφερε βοήθεια φωνάζοντας:
Ηλία! Έλα εδώ!
Τα υπόλοιπα είχαν χαθεί μες στην ανημπόρια μου. Συνήλθα στο σαλονάκι της Λυδίας, αγκομαχώντας να γεμίσει το στήθος μου αέρα. Νόμισα για καρδιακή προσβολή, μα μόλις άνοιξα τα μάτια γαλήνεψα.
Ένα γκρίζο, αφράτο γατί ζεσταινόταν στο πλευρό μου, λέγοντας τα μικρά της. Τα υπόλοιπα σκαρφάλωναν πάνω μου.
Η Μούργα μας, όλα τα νιώθει! Αφού τα κουβαλάει σε σένα, εσύ είσαι καλός άνθρωπος, Βαγγέλη. Δεν θα ανοίγονταν σε κανέναν άλλο.
Η Λυδία μάζεψε στην άκρη τα τετράδια των κοριτσιών από το τραπέζι έλεγχε τις ασκήσεις τους και στάθηκε πάνω μου.
Έτσι μπράβο! Μαλάκωσε το πρόσωπο σου. Εγώ να σ ξαναδω έτσι, θα πάθω! Δεν πας πουθενά απόψε. Εδώ θα κοιμηθείς. Η Ζωήη αγελάδα σουείναι καλά. Τη βρήκα στη στάνη. Έχεις σπίτι γεμάτο και μέριμνας αρκετής.
Μόλις τότε συνειδητοποίησα τα βαριά παντζούρια στα παράθυρα και το φως αναμμένο.
Τι ώρα πάει, Λυδία;
Ξάπλωνε! Περασμένη. Σήμερα μένεις εδώ. Οι δρόμοι λάσπωσαν πια, ποιος να έρθει για ασθενοφόρο; Θέλεις να πεθάνεις τώρα; Έχεις δουλειά ακόμα.
Τι δουλειά; Άντε η Ζωή κι ο Πολύκαρποςο σκύλος μου αυτά μόνο.
Καλή η αγελάδα, αξίζει φροντίδα. Μα αν πέσεις εσύ, τι θα απογίνει;
Καθώς το έλεγε αναλογίστηκα, κι εγώ ο ίδιος δεν ήξερα τι χρόνο κρατούσε η απελπισία μου.
Ο Ηλίας έκατσε δίπλα, άντρας ανοιχτός και καρδιακός.
Χάλια είσαι, ε; Τι έχεις;
Με τρώει κάτι μέσα μου.
Να μην ξέρεις κι εσύ. Για τη Λένια, το ξέρω.
Μη σκαλίζεις ψυχή, Ηλία… γύρισα αλλού το βλέμμα και έπεσα πάνω στα σμαραγδένια μάτια της γάτας.
Νιώθει η Μούργα. Βλέπεις; Έφερε τα μικρά να σ ησυχάσει. Πρώτα έμεινε δίπλα σου, όσο η κυρά προσπαθούσε να σε συνεφέρει. Μετά άρχισε να κουβαλά και τα γατιά. Τα ζώα σκέψου είναι πιο σοφά. Δεν σκέφτονται με το μυαλό, με την καρδιά πάνε. Καλά θα ταν να μασταν κι εμείς έτσι. Όμως εσύ όλο μέσα σου τα κρατάς, ρε Βαγγέλη; Πόσο θα αντέξεις; Είσαι άντρας πρακτικός, τα κουμαντάρεις μόνος, όμως βλέπω πως δηλητηριάζεσαι. Κι εγώ, που χρωστάω την ψυχή μου σ εσένα, δεν μπορώ να κάθομαι με σταυρωμένα τα χέρια.
Και πώς να βοηθήσεις, Ηλία;
Η γιαγιά μου, να Σ έχει ο Θεός καλά, έλεγε: «Τη δυστυχία, παιδί μου, ή να την βγάλεις σε άνθρωπο ή στη γη να τη φωνάξεις». Μην τα σφίγγεις! Θα καείς μέσα σου. Δεν ρώτησα παλιά, σεβόμουν που απομονώθηκες μετά το χαμό. Ε, σήμερα είπα φτάνει.
Τι θες να πω, Ηλία; Ντροπή μου. Πώς να φανερώσω τα εν οίκω; Τη Λένα πώς τη λάτρεψα το ξέρεις. Από σχολείο έτρεχα πίσω της, φαντάρος γύρισα γι αυτήν, εσύ κοντά σε όλα…
Ξέρω ναι. Μα ποια γάτα συγγνώμη στη Μούργα μπήκε ανάμεσά σας; Σαν να σπασε η μοίρα απ τη μια στιγμή στην άλλη.
Τι να σου πω… Εγώ το είδα με τα μάτια μου. Αν μου το λεγε άλλος, δε θ’ άκουγα.
Δεν πιστεύω! Πες μου τι έγινε στ αλήθεια.
Όλα βρώμικα, Ηλία… Όλα. Με κορόιδευε λέγοντάς μου πως μόνο εμένα αγαπά, ενώ… Έμεινα χωρίς οικογένεια στο τέλος. Γύρισαν πλάτη και οι δικοί μου. Στον τόπο μας μετράει η λεβεντιά. Τι αξία έχω, αν η γυναίκα μου άλλον διάλεξε;
Μήπως όμως δεν είναι έτσι; Θυμάμαι όταν έλειπες στην Αθήνα για δουλειές…
Ξεκινήσαμε να στήσουμε στάνη, τα πάντα κόντευαν να τελειώσουν, και τότε μπήκε ο ξάδερφός μου, ο Ορέστης, στην οικογένεια. Έμενε με τους γονείς μου, εμείς τότε χτίζαμε το σπίτι Η Ελένη ήθελε παιδί, δεν τα καταφέρναμε εύκολα, είπαμε όποτε ρθει… Ήρθε, αλλά όχι σε μένα.
Είδα τον μικρό… Ζωηρός…
Έχω μάτια και μυαλό κι εγώ, ξέρω να μετρώ τον καιρό… Δεν βγαίνει.
Γιατί επιμένεις; Η θεία σου, η Ταμάρα, τα εξήγησε όλα όταν γεννήθηκε η Λυδία.
Μην τα ξαναλέμε… Είδα τη Λένα με τον Ορέστη στην κουζίνα, αγκαλιά. Αυτό έγινε.
Θα ηρεμήσεις τώρα, Βαγγέλη. Ηρέμησε… Άσε τη Λυδία να σου κάνει μια ένεση, να ξαποστάσεις.
Εντάξει, Λυδία…
Μετά απ όλα αυτά, ο ύπνος κύλησε με βαρύ πέπλο πάνω μου.
Ο Ηλίας έβγαλε τη Λυδία έξω.
Τα μαθες όλα;
Όλα.
Σκέφτεσαι κάτι;
Πάω βόλτα, Ηλία. Δεν ανέχεται ανθρώπινη ψυχή τέτοιο μαράζι. Η Λένα έλιωσετη συνάντησα χτες, σκιά του εαυτού της. Δεν είναι ενοχή, πόνος είναι. Θα πάω στη θεία Ταμάρα πρώτα και μετά στη Λένα.
Γιατί;
Κατά βάθος ζητά απάντηση κι η ψυχή μου. Μετά, σειρά η Λένα. Σιγά να μη περπατώ σε τέτοιο δράμα άλλο. Η καρδιά του Βαγγέλη όλα τα χει βαραίνει.
Ξεκίνησε η Λυδία για το σπίτι της Ταμάρας ενώ ο Ηλίας άναβε τσιγάρο στις σκάλες. Αναλογιζόταν τη ζωή, το χαμόγελο να φεύγει σαν πούπουλο απ τα χέρια, και σκεφτόταν τις απώλειες και τα χτυπήματα που τους βρήκαν όλα τα χρόνια: θάνατοι, παιδιά χαμένα, φοβίες κι ελπίδες.
Περίμενε αμίλητος. Ο ήλιος γλίστραγε πάνω από τα βουνά κι ο Βαγγέλης κοιμόταν.
Όταν άκουσε την πόρτα να χτυπά, σηκώθηκε και αγκάλιασε τη Λυδία που επέστρεφε κουρασμένη μα χρωματισμένη δάκρυ.
Βαρύ τόσο που άκουσες;
Αλίμονο, Ηλία… Καλοί είναι πολλοί, μα τέτοιο κακό, μόνο άνθρωποι το σκαρώνουν.
Ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό της.
Είναι ο γιος του Βαγγέλη, Ηλία! Πλέον το ξέρω σίγουρα. Η Θεία Ταμάρα μου τα ομολόγησε όλα.
Πώς το κατάφερες;
Δεν ξέρω. Ίσως τρόμαξε, ίσως κι η δική της ψυχή ακόμα αντιστέκεται στο αγιάτρευτο. Έτρεξα στη Λένα και μετά πήγα εκεί. Η Λένα μου άνοιξε την καρδιά της, όλα βγήκαν, τα μισά ήξερε τα μισά όχι. Ήταν ήδη έγκυος όταν βρέθηκε ο Βαγγέλης μπρος στη σκηνή με τον Ορέστη. Είχε ήδη χάσει τρεις κυήσεις και φοβήθηκε να του το πει. Εκείνος έφυγε χωρίς κουβέντα, εκείνη πήγε Αθήνα.
Η Λυδία ξέσπασε δυνατά, σκουπίζοντας τα δάκρυα με τα χέρια.
Κι η Ταμάρα;
Μίσους έργο ήταν. Για χρόνια κρατούσε ζήλια στην ψυχή, δεν άντεξε πια. Ξεσπούσε ζηλεύοντας την αδερφή της από τα νιάτα.
Για άντρα πάλι;
Πάντα για άντρα! Όλα τα κακά εγωισμοί τα γεννούν. Όμως το έκρυβε, ώσπου βρήκε ευκαιρία κι έβαλε τον γιο της μπροστά. Έγιναν όσα έγιναν και κόντεψε να τινάξει τη μισή οικογένεια στον αέρα.
Στην Τάνια το πες;
Η ίδια η Ταμάρα με πήγε. Εξομολογήθηκε, έκλαιγε. Η Τάνια τη χαστούκισε, μετά ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν έχει κακία, ευτυχώς. Είπε πως θα τη συγχωρέσει, αλλά τώρα, άμεση συγχώρεση δεν υπάρχει να φύγουν κι αυτή κι ο Ορέστης απ το χωριό.
Το παιδί; Το βάφτισαν τελικά;
Σεργιάνης, στο όνομα του παππού του Βαγγέλη.
Ο Ηλίας αγκάλιασε τη γυναίκα του και της φίλησε το μέτωπο.
Τα καταφέραμε, γυναίκα μου!
Όχι όπως έπρεπε, Ηλία! Επρεπε χρόνια πριν…
Η Λυδία χαμογέλασε στυφά.
Ποιος άνθρωπος εκμυστηρεύεται; Τόση σιωπή, τόσα κρυφά παράπονα. Άνοιξέ το, κι όμως, όλοι κρατάμε τα πιο βαριά μέσα μας. Θα ήμουν καρβουνιασμένη!
Εγώ όμως θέλω πρωινό! Στην αναμονή πείνασα.
Να πας να ξυριστείς, και σε λίγο θα έχεις λουκουμάδες! Οι μικρές όλο και θ ανέβουν. Κι ο Βαγγέλης πρέπει να φάει, δύσκολη μέρα ξημερώνει γι αυτόν.
Με τα πρώτα χρυσά χρώματα του ήλιου, βγήκα στο κατώφλι, ταλαντευόμενος ακόμα, γεμάτος φως απ’ την αυλή της Λυδίας, κι άκουσα:
Εσύ είσαι ο πατέρας μου;
Ο μικρός καθόταν στα σκαλοπάτια και χάιδευε το κουταβάκι, περήφανος.
Κοίτα, μεγάλες πατούσες! Θα βγει δυνατός σκύλος, τι λες;
Έπιασα ανάσα, κάθισα πλάι του, του χάιδεψα το κουτάβι.
Θα γίνει καλός. Έκανες ωραία επιλογή.
Το βλέμμα του μου θύμισε τον εαυτό μου παιδί. Έβαλα το χέρι στον ώμο του, το έσφιξα ελαφρά.
Ναι, εγώ είμαι, Σέργιο…
Χαίρομαι! Πάμε μέσα; Η μαμά φτιάχνει πρωινό και η γιαγιά είναι εκεί. Μου υποσχέθηκε βόλτα στα άλογα. Θα ρθεις;
Ένιωσα να φεύγει από μέσα μου εκείνη η θηλιά που με κρατούσε δεμένο τόσα χρόνια. Βρήκα τη φωνή μου ξανά, σταθερή πια.
Πήρα το κουτάβι και σηκώθηκα.
Θα ρθω! Πάμε, έχουμε πολλά να κάνουμε, γιε μου. Πάρα πολλά…



