Σήμερα κάθομαι και συλλογίζομαι πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός. Ο μοναχογιός μας, ο Νίκος, μας αιφνιδίασε λέγοντάς μας ότι θέλει να παντρευτείμόλις 22 χρονών παιδί. Μα εγώ και ο άντρας μου, ο Γιάννης, αποφασίσαμε να μην του φέρουμε αντίρρηση. Άλλωστε κι εμείς σε παρόμοια ηλικία παντρευτήκαμε: εγώ ήμουν 19 και ο Γιάννης μόλις 22 όταν ενώσαμε τις ζωές μας. Ίσως είναι το γραφτό. Η νύφη του, η Ειρήνη, που σπούδαζε μαζί του στο Πανεπιστήμιο, μας άρεσε πολύ. Ήρθε λοιπόν η ώρα να αρχίσουμε τις ετοιμασίες.
Σαν σωστοί γονείς, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε την οικογένεια της Ειρήνης στο χωριό, έξω από την Αθήνα. Για την κοπέλα δεν ξέραμε πολλάμόνο ότι ζει με τη μητέρα της, τη Μαρία. Κλείσαμε ραντεβού από πριν, όπως επιβάλλει η παράδοση. Ο Γιάννης αγόρασε όμορφα λουλούδια και εγώ έφτιαξα ένα σπιτικό γλυκό για το καλωσόρισμα.
Όταν φτάσαμε, αυτό που μας εντυπωσίασε ήταν το καθαρό και τακτοποιημένο προαύλιο. Το ίδιο το σπίτι, παρότι παλιό, ήταν στην εντέλεια. Μας άνοιξε η κυρία Μαρίακομψή, ευχάριστη, με ζεστό χαμόγελο. Η φιλοξενία της ήταν θαυμάσια· είχε ετοιμάσει μεζέδες και πίτες που μοσχομύριζαν Ελλάδα. Καθίσαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε. Όμως στο θέμα του γάμου, δεν είχαμε καταλήξει πουθενά.
Η Μαρία ξεκαθάρισε από νωρίς ότι δυσκολεύεται οικονομικά και δεν μπορεί να συνεισφέρει στα έξοδα. Η Ειρήνη φαινόταν ντροπαλή και φανερά στενοχωρημένη. Ο Νίκος ήταν απογοητευμένος, όμως όχι για λογαριασμό τουήξερε πόσο ονειρευόταν η Ειρήνη έναν αληθινό γάμο. Εγώ και ο άντρας μου ανταλλάξαμε βλέμματα. Αποφασίσαμε: θα καλύψουμε εμείς τα έξοδα, χωρίς δισταγμό. Το υποσχεθήκαμε στο παιδί μαςη χαρά τους ήταν το μόνο που μας ενδιέφερε.
Ζητήσαμε από τη Μαρία να φέρει όποιους σημαντικούς συγγενείς ήθελε στη δεξίωση. Ξέρουμε όλοι πως στην Ελλάδα οι καλεσμένοι δεν έρχονται με άδεια χέριατα φακελάκια με τα ευρώ βοηθούν πάντα στις ανάγκες του γάμου. Η Μαρία ταλαντεύτηκε στην αρχή, αλλά τελικά πείσθηκε να μας αφήσει να στηρίξουμε τα παιδιά.
Την Τετάρτη, λίγες μέρες πριν το γάμο, ακούστηκε το κουδούνι. Ανοίγω και βλέπω τη Μαρία στην πόρτα. Της έφτιαξα τσάι και κάθισε αμήχανα. Κάποια στιγμή έβγαλε έναν λευκό φάκελο γεμάτο χρήματαείχε πάρει δάνειο από την τράπεζα. Δεν ήθελε να νιώθει βάρος και προτίμησε να χρωστά στο τραπεζικό ίδρυμα, παρά να επωφεληθεί από εμάς. Προσπαθήσαμε να της επιστρέψουμε το ποσό, να την αποτρέψουμε να μπει σε τέτοιο άγχος, όμως δεν μας άκουσε. Είχε ήδη πάρει την απόφασή της.
Ο γάμος έγινε όπως τον ονειρεύονταν τα παιδιά. Η χαρά τους ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Εκείνη τη μέρα, η Μαρία μας ξάφνιασε όλους: ντυμένη κομψά με προσεγμένο μακιγιάζ και χτένισμα, έλαμπε. Μόλις 45 ετών, χωρισμένη εδώ και χρόνια, είχε μεγαλώσει μόνη την Ειρήνη της. Την παρατήρησε όμως κι ο αδερφός του Γιάννη, ο Σταύρος. Ο Σταύρος, 46 ετών, επίσης διαζευγμένος, ζει κι εργάζεται τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αλλά είχε έρθει ειδικά για το γάμο.
Όλο το βράδυ, το βλέμμα του έμενε διακριτικά στη Μαρία. Μετά το γάμο αποκάλυψε πως σκόπευε να μείνει λίγο παραπάνω στην Αθήνακαι οι λόγοι ήταν προφανείς… Την επόμενη Κυριακή, ορίσαμε νέα επίσκεψη στο χωριό: αυτή τη φορά για να ζητήσει τη Μαρία ο Σταύρος! Οι δυο τους ήρθαν κοντά γρήγορα κι αφού παντρεύτηκαν, εκείνος την πήρε μαζί του στη Θεσσαλονίκη.
Έτσι, η Μαρία, από „συμπεθέρα”, έγινε οικογένειά μου. Είναι πραγματικά καλός άνθρωπος και της εύχομαι τα καλύτερα. Ορισμένες φορές η ζωή ξέρει καλύτερα να μοιράζει τη χαρά, ακόμη κι εκεί που δεν το περιμένεις.


