Ο Μιχάλης ετοιμαζόταν να τρέξει έξω από το διαμέρισμα για τον κρίσιμο αγώνα ποδοσφαίρου στη γειτονιά, όταν ξαφνικά χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο στο δωμάτιο. Πολύ απρόθυμα γύρισε πίσω, αφού οι φίλοι του ήδη τον περίμεναν στην είσοδο. Λίγο πριν είχε αφήσει τη μπάλα, ανυπομονώντας για τον αγώνα που θα καθόριζε τη δόξα της παρέας στο γηπεδάκι πίσω από την πολυκατοικία. Στάθηκε διστακτικά στην πόρτα ευχόμενος το τηλέφωνο να σταματήσει, αλλά εκείνο συνέχιζε ασταμάτητα και επίμονα. — Ποιος να είναι πάλι; — μουρμούρισε εκνευρισμένος και μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο με τα παπούτσια. Σήκωσε το ακουστικό, σίγουρος πως θα ακούσει εντολή από τη μαμά ή παράπονα της γιαγιάς αν έφαγε, αν έπλυνε τα χέρια του και άλλα πράγματα που αγχώνουν τους μεγάλους χωρίς λόγο. — Ναι; — απάντησε ενοχλημένος. — Μιχάλη; — ακούστηκε στη γραμμή η φωνή ενός άγνωστου άντρα. — Οι γονείς μου δεν είναι σπίτι, — απάντησε γρήγορα, νομίζοντας πως ψάχνουν τον μπαμπά ή τη μαμά, αλλά η φωνή τον σταμάτησε. — Μιχάλη. Άκουσέ με σε παρακαλώ. Μην το κλείσεις. Είναι πολύ σημαντικό, — ο άντρας σιώπησε για μια στιγμή και συνέχισε. — Δεν θα το πιστέψεις, αλλά είμαι εσύ από το μέλλον. Ξέρω ακούγεται τρελό αλλά κάνε αυτό που σου λέω. Πάρε χαρτί και στυλό και γράψε ό,τι θα σου πω. Έχω ελάχιστο χρόνο να εξηγήσω. Έχεις χαρτί και στυλό; Ο Μιχάλης ήταν ευγενικό παιδί και μόνο αυτό δεν τον άφησε να κλείσει το τηλέφωνο. Επίσης, η γιαγιά του πάντα έλεγε να μην τσακώνεσαι με τρελούς. Καλύτερα να τους ακούσεις και μετά κάνεις το δικό σου. Στα σίγουρα όμως πίστευε πως ήταν κάποιος τρελός ή φάρσα από κάποιον φίλο του, αφού κι αυτοί έπαιζαν τέτοια παιχνίδια, όπως να παίρνουν τυχαίους αριθμούς και να λένε περίεργα πράγματα. Αποφάσισε λοιπόν να μην αντιδράσει έντονα και να τελειώσει γρήγορα την „πλάκα”. Αν ήταν πλάκα. — Έχω, — απάντησε σοβαρά. — Και στο μέλλον, έχω δικό μου iPhone; — Άσε τα αστεία, Μιχάλη. Αν με ακούσεις και γράψεις τα πάντα, θα έχεις και iPhone και πολλά άλλα ακόμη, — είπε ο άγνωστος. — Καλά. Γράφω, — απάντησε ο Μιχάλης χαζεύοντας από το παράθυρο και σκαλίζοντας τη μύτη του, αγχωμένος μήπως οι φίλοι φύγουν αν αργήσει. Καλύτερα να μην διαφωνεί και να τελειώνει όσο γίνεται πιο γρήγορα. Άλλωστε, ο άγνωστος είπε πως δεν έχει πολύ χρόνο. Μετά ακούστηκαν διάφορες ημερομηνίες και εντολές: να αποφύγει πάση θυσία μια Ελένη από το διπλανό τμήμα, να μην πλησιάσει επενδύσεις-κομπίνες τύπου Πυραμίδα, να αγοράσει και να πουλήσει δολάρια, έπειτα πάλι να αγοράσει δολάρια, „μαύρη Τρίτη”, φρουτάκια, καζίνο, bitcoin, ακίνητα κι ένα σωρό ακαταλαβίστικες λέξεις… — Τα έγραψες όλα; — ρώτησε η φωνή. — Όλα, — απάντησε ο Μιχάλης πλέον βαριεστημένα. — Να τα φυλάξεις σαν χάρτη θησαυρού, μην τα δείξεις σε κανέναν και μην τα χάσεις, — είπε ο άντρας κι αμέσως ο ήχος του τηλεφώνου άλλαξε σε διακοπτική σιγή. Ο Μιχάλης άφησε το ακουστικό και έτρεξε να προλάβει τον αγώνα. Το βράδυ, όταν ήρθαν οι γονείς από τη δουλειά, τους είπε για το τηλεφώνημα και τη φάρσα του „μελλοντικού” Μιχάλη. — Ποτέ μην μιλάς με αγνώστους, — είπε ο πατέρας. — Ειδικά όταν έχουν να κάνουν με λεφτά και τέτοια παραμύθια για το μέλλον. Να λες ότι θα καλέσεις αμέσως την αστυνομία και να το κλείνεις. — Κι άλλωστε, ποιος ασχολείται με τα δολάρια; — συμπλήρωσε η μαμά. — Τι να τα κάνεις σήμερα; … *** Πέρασαν τα χρόνια, και ο Μιχάλης ξέχασε το περιστατικό. Οι παιδικές σκοτούρες έσβησαν τις „μαύρες Τρίτες” και τα bitcoin. Η μία χρονιά διαδεχόταν την άλλη με αθωότητα και όνειρα. Στην πρώτη Γυμνασίου, στο διπλανό τμήμα ήρθε μια νέα μαθήτρια που τον μάγεψε με την πρώτη ματιά. Κι ας ήταν σε άλλη τάξη, τίποτα δεν τον εμπόδισε να την προσεγγίσει. Τα προσεκτικά ραβασάκια και οι διακριτικές συνοδείες ως το σπίτι άρχισαν να γίνονται κάτι παραπάνω. Μετά τον στρατό, οι δυο τους παντρεύτηκαν. Οι δεκαετίες άλλαξαν, ήρθε η φρενίτιδα κι ύστερα η απογοήτευση των ’90s. Δύσκολες μέρες, απλήρωτα δάνεια, άγχος για τα απαραίτητα. Η αρχική χαρά έδινε τη θέση της στη γκρίνια και τη στενοχώρια. *** Κάποια μέρα, ο Μιχάλης έκατσε σε ένα παγκάκι της γειτονιάς, άνοιξε μια μπίρα, άναψε τσιγάρο και άφησε το βλέμμα του να χαθεί στους περαστικούς. Δίπλα του κάθισε διακριτικά ένας ηλικιωμένος κύριος με δερμάτινη τσάντα και γυαλιά. — Σας ενοχλώ; — ρώτησε ευγενικά, καθώς κάθισε. Ο Μιχάλης ένευσε αδιάφορα και ετοιμάστηκε για άλλη μια γουλιά. – Δεν ξέρω, αλλά σήμερα όλα μου φαίνονται γκρίζα, — είπε ο κύριος χωρίς να τον κοιτάζει. — Κι όλη η ζωή μας γκρίζα, — απάντησε ο Μιχάλης. — Δεν το βρίσκετε παράξενο; Στα παιδικά μας χρόνια όλα ήταν ηλιόλουστα και πολύχρωμα. Μόνο όταν μεγαλώνουμε έρχονται οι γκρίζες μέρες. Άνοιξη με τα ρυάκια και τα χάρτινα καραβάκια, καλοκαίρι με το άρωμα φρεσκοκομμένου γρασιδιού και την δροσιά του ποταμού, φθινόπωρο με πολύχρωμα φύλλα, χειμώνας με το κριτς-κριτς του χιονιού στα παπούτσια. Ούτε μια γκρίζα μέρα στη μνήμη. — Στα παιδικά χρόνια δεν έχουμε έγνοιες, — παρατήρησε σοφά ο Μιχάλης. — Αυτές βάφουν τις μέρες γκρι. Δεν είχα φανταστεί έτσι τη ζωή στα παιδικά μου όνειρα. Έτσι, σχεδόν άθελά του, ο Μιχάλης διηγήθηκε όλη του τη ζωή στον άγνωστο κύριο: όλες τις ελπίδες που κατέρρευσαν, τις αποτυχίες, τις απάτες με τις „χρυσές ευκαιρίες”, τα σπασμένα όνειρα. Πώς η γυναίκα του έφυγε με άλλον και τώρα εκείνος προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με περιστασιακά μεροκάματα. — Τώρα όμως τσέκαρα ένα διαδικτυακό σεμινάριο, «Η Σκέψη του Εκατομμυριούχου». Προτείνει να επενδύσει κανείς στην κρυπτογραφημένη οικονομία — 500% την εβδομάδα! Απλά μέχρι τώρα όλα τα έκανα στραβά, — χαμογέλασε ονειροπόλα. — Εργάζεστε; — ρώτησε σοβαρά ο άνδρας. — Η δουλειά είναι για κορόιδα. Εγώ θέλω να βγάλω λεφτά „εύκολα”. Αν ήξερα και τι να κάνω εγκαίρως, όλα θα ήταν αλλιώς. Κάθισαν σιωπηλοί για λίγο. Ο Μιχάλης φανταζόταν χρήματα από crypto, ο ηλικιωμένος σκεφτόταν αλλού. — Δηλαδή, αν ήξερες το μέλλον, θα πήγαιναν όλα καλά; — ρώτησε ο άντρας. — Εννοείται. — Ενδιαφέρον! Θες να δοκιμάσεις το καινούργιο εφεύρημά μου; — είπε με ένα συνοφρυωμένο χαμόγελο. Άνοιξε τη βαριά τσάντα και έβγαλε ένα παλιό τηλεφωνικό καντράν. — Βλέπεις, ο χρόνος δεν είναι όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Αυτό το τηλέφωνο σου επιτρέπει να καλέσεις εσένα στο παρελθόν, σαράντα χρόνια πριν. Μόνο για λίγο μπορείς να μιλήσεις όμως, γιατί η μπαταρία κρατάει ελάχιστα. Ο Μιχάλης σκέφτηκε πως ο παππούς μάλλον τα έχει χαμένα… αλλά θυμήθηκε τα διαδικτυακά success stories και δέχθηκε: — Γιατί όχι; Ας το δοκιμάσουμε! Έκλεισε τα μάτια, θυμήθηκε το παλιό τηλεφωνικό νούμερο του σπιτιού από τότε που ήταν παιδί και το πληκτρολόγησε. Στις πρώτες παύσεις απογοητεύτηκε, αλλά τελικά η γνωστή παιδική φωνή του απάντησε. — Ναι; — ο νεαρός εκνευρισμένος Μιχάλης του παρελθόντος. — Μιχάλη; — ξέσπασε ο Μιχάλης του σήμερα. — Οι γονείς μου λείπουν, — απάντησε αυτός με βαρεμάρα. — Μιχάλη, σε παρακαλώ, άκουσέ με καλά! Μη μου κλείσεις το τηλέφωνο. Σου μιλάω απ’ το μέλλον. Πάρε χαρτί και στυλό, γιατί αυτό που θα σου πω είναι σημαντικό για τη ζωή σου! Έχεις χαρτί και στυλό; — Έχω, — απάντησε ο μικρός. — Αν με ακούσεις, θα αποκτήσεις iPhone — και όχι μόνο! — του είπε γρήγορα πριν λήξει η γραμμή. Έδωσε οδηγίες: να κρατηθεί μακριά από την Ελένη, να επενδύσει σε δολάρια, να αποφύγει τα καζίνο, τα φρουτάκια, να προλάβει να αγοράσει bitcoin, να έχει προσοχή με τα ακίνητα… — Τα έγραψες όλα; — Ναι. — Φύλαξέ τα σαν χάρτη θησαυρού. Μην τα χάσεις, μην τα δείξεις σε κανέναν! — είπε με αγωνία ο Μιχάλης, αλλά η γραμμή έπεσε. *** Φυσικά, ο Μιχάλης του τότε δεν κατέγραψε τίποτα. Περίμενε απλά να τελειώσει η φάρσα κι έτρεξε στο γηπεδάκι κάτω από τον ήλιο, σκεπτόμενος πως το βράδυ θα τα διηγηθεί στους γονείς του, έτσι για την ιστορία.

Ο Μανώλης είχε ήδη το ένα πόδι έξω από το διαμέρισμα, όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει δαιμονισμένα μέσα στο δωμάτιο. Τι ατυχία! Είχε μόλις ρίξει την μπάλα κάτω από τη μασχάλη του και οι φίλοι του τον περίμεναν κάτω στην πιλοτή, έτοιμοι για τον τελικό αγώνα ποδοσφαίρου στο γηπεδάκι της γειτονιάς. Κάθισε δυο λεπτά στην πόρτα, κοίταγε το τηλέφωνο μήπως σταματήσει· αλλά εκείνο, επίμονο σαν κατσαρίδα στην κουζίνα, δεν έλεγε να σωπάσει.

Μα τι άλλο θέλουν και με παίρνουν τώρα; μουρμούρισε εκνευρισμένος και έτρεξε μέσα χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια του.

Σήκωσε το ακουστικό, έτοιμος ν ακούσει άλλη μια εντολή της μαμάς ή το κλασικό ρεσιτάλ της γιαγιάς: «Έφαγες μετά το σχολείο; Έπλυνες τα χέρια σου; Πότε θα κουρευτείς σαν άνθρωπος;» κι άλλα τέτοια βαθυστόχαστα που φαίνονται τόσο σημαντικά στους μεγάλους.

Ναι; μουρμούρισε, αγέλαστος.

Ναι, γεια! Μανώλη; ακούστηκε μια άγνωστη αντρική φωνή.

Οι γονείς μου δεν είναι εδώ, απάντησε ξερά. Πήγε να το κλείσει, σίγουρος πως κάποιος γυρεύει τον πατέρα ή τη μητέρα του, αλλά η φωνή τον διέκοψε.

Μανώλη, σε παρακαλώ, άκουσέ με λίγο. Μην το κλείσεις! Είναι σημαντικό. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά σου μιλάω σαν τον εαυτό σου απ το μέλλον. Ξέρω, ακούγεται τρελό, αλλά πρέπει να κάνεις αυτό που θα σου πω. Πιάσε ένα στυλό και χαρτί. Είσαι έτοιμος;

Ο Μανώλης ήταν μεν καλό παιδί, αλλά και λίγο πειραχτήρι. Το μόνο που τον κράτησε να μην κλείσει το τηλέφωνο ήταν η επιμονή της γιαγιάς του ότι «με τους τρελούς δεν τσακώνεσαι, απλώς τους ακούς και κάνεις τα δικά σου». Άσε που τους άρεσαν αυτού του στυλ φάρσες: παίρνανε τυχαίο τηλέφωνο και ρωτούσαν με σοβαρό ύφος, «Έχετε νερό στο σπίτι; Βάλτε όλη τη μπανιέρα, φέρνουμε τον ελέφαντα για μπάνιο!» Κάτι τέτοια. Κι επειδή δεν ήθελε ν αργήσει άλλο στο μάτς, είπε να το τραβήξει λίγο, μήπως το αστείο αξίζει.

Πήρα, δήλωσε σοβαρά. Έχω κι εγώ smartphone στο μέλλον;

Smar… τι; Μανώλη, όχι αστεία, τσατίστηκε η φωνή. Αν ακούσεις καλά κι εφαρμόσεις, θα έχεις iPhone, και όχι μόνο αυτό.

Ωραία, γράφω, είπε ο Μανώλης, σπρώχνοντας τη μύτη του στο τζάμι και χαζεύοντας τους φίλους στο γήπεδο που προφανώς κοντεύανε να φύγουν χωρίς αυτόν.

Η φωνή του μέλλοντος άρχισε να αραδιάζει ημερομηνίες, συμβουλές του τύπου «μακριά από την Ελένη του διπλανού τμήματος» και «ούτε να πλησιάσεις το χρηματιστήριο». Κάποια στιγμή είπε να αγοράσει ευρώ, να τα πουλήσει, ύστερα πάλι να τα αγοράσει, κάτι για τον «μαύρο Τρίτη», κάτι για καζίνο, στοιχήματα και bitcoin ό,τι άκουγε από οικονομικούς φωστήρες στην τηλεόραση παρέλασε από το ακουστικό.

Τα γραψες όλα; ρώτησε η φωνή.

Όλα, απάντησε ο Μανώλης, που στην πραγματικότητα είχε ζωγραφίσει μουστάκι σε ένα λαγουδάκι στην άκρη του χαρτιού.

Πρόσεχε την καρτούλα αυτή σαν τον χάρτη ενός θησαυρού. Μην τη χάσεις για κανένα λόγο. Κανείς δεν πρέπει να τη δει, είπε απελπισμένα ο μελλοντικός Μανώλης λίγο πριν το τηλέφωνο κλείσει απότομα.

Τον παράτησε το τηλέφωνο, έτρεξε κάτω και πρόλαβε τον δεύτερο ημίχρονο. Το βράδυ, που γύρισαν οι γονείς από τη δουλειά, θυμήθηκε το τηλεφώνημα και περιέγραψε ανάμεσα σε κουταλιές σουπαριού την ιστορία με τον «μελλοντικό εαυτό» που τον συμβούλευε να μην μπλέξει με ευρώ και αμφίβολες συναλλαγές.

Να μην μιλάς, παιδί μου, με ξένους, έβαλε τις φωνές ο πατέρας. Ειδικά αν σου λένε να αγοράσεις ευρώ. Άκου εκεί, να διακινδυνεύσουμε με συνάλλαγμα! Αν ξαναπάρει, πες του ότι θα καλέσουμε την αστυνομία και κλείσε αμέσως.

Έλα τώρα, συμφώνησε και η μητέρα. Και ποιος νοιάζεται πια για τα ευρώ; Να δούμε τι θα τα κάνουμε, αν μαζευτούν!

***

Τα χρόνια πέρασαν, ο Μανώλης ξέχασε το τηλεφώνημα. Οι πραγματικά σοβαρές έγνοιες της παιδικής ηλικίας (ποιος βάζει γκολ, ποιος φτιάχνει το καλύτερο καστράκι στην άμμο) εξαφάνισαν από το μυαλό του τις οικονομικές τραγωδίες και την υπόθεση bitcoin. Οι τάξεις εναλλάσσονταν και η ζωή κυλούσε γλυκά και ανέμελα, ώσπου στη Β Γυμνασίου ήρθε στη τάξη μια καινούργια συμμαθήτρια, η Καλλιόπη, που του πήρε το μυαλό. Μπορεί να ήταν σε διπλανό τμήμα, αλλά ο Μανώλης πάντα έβρισκε έναν τρόπο να περνάει από το διάδρομο εκείνη την ώρα ή να την συνοδεύει μέχρι το σπίτι τάχα μου τυχαία.

Με τα πολλά, παιδιά-παιδιά, αλλά μετά τον στρατό ο Μανώλης και η Καλλιόπη παντρεύτηκαν. Είχε μπει πια το 1990, τα χρόνια της μεγάλης πλαστικής ευτυχίας τότε που μακάριζες που βρήκες θέση στο σουπερμάρκετ και μπορούσες να σηκώνεις δανεικά από τις τράπεζες. Η ευμάρεια κράτησε όσο το κουμπί της τηλεόρασης το «ρούφαγε» το σπίτι και το χρέος ανέβαινε σταθερά κάθε μήνα. Κάθε φορά που ο Μανώλης πήγαινε να πάρει ένα ζευγάρι μπότες για την Καλλιόπη, τελικά γύριζε με παντόφλες από το Lidl. Μια τρύπα στα οικονομικά τους, κι ακόμα μία, κι άλλη· σαν τις λάμπες της κεντρικής πλατείας που πάντα κάτι είχαν.

***

Ο Μανώλης καθόταν σε ένα παγκάκι στην πλατεία Βικτωρίας, κρατώντας στη μία χέρι ένα μισοτελειωμένο κουτί μπύρα, στην άλλη τσιγάρο. Κοίταζε αφηρημένα τους περαστικούς, που ούτε που του έδιναν σημασία. Δίπλα του, δίχως να ρωτήσει, κάθισε ένα γερασμένο ανθρωπάκι με γυαλιά και μια παλιά δερμάτινη τσάντα στο χέρι.

Να κάτσω; ρώτησε ευγενικά και κάθισε πριν ακούσει απάντηση.

Ο Μανώλης τον κοίταξε με τη γωνία του ματιού και πήρε άλλη μία γουλιά, σαν να προσπαθούσε να ξεπλύνει τη χημεία της ημέρας με αφρό.

Σκοτεινή μέρα σήμερα, είπε ο γέρος σε κανέναν ιδιαίτερα.

Σαν όλη τη ζωή, απάντησε Μανώλης.

Πώς σου φαίνεται, που με τα χρόνια, οι μέρες γίνονται μονίμως γκρι; Την παιδική ηλικία, άμα τη σκεφτείς, ήταν όλο ήλιος: Άνοιξη με ρυάκια και χάρτινες βαρκούλες, Καλοκαίρι με άρωμα γιασεμί και αλμυρό νερό, το Φθινόπωρο ντυμένο στα χρώματα της Βουρλιώτισσας, και Χειμώνας που έτριζε το χιόνι κάτω απ τις αρβύλες. Ούτε μια μουντή μέρα στη μνήμη.

Τα βάσανα φταίνε που τα βλέπουμε όλα μουντά, είπε σοφά ο Μανώλης. Ποιος φανταζόταν μικρός ότι θα 'φτανα ως εδώ;

Και, ούτε που κατάλαβε πώς, άρχισε να μιλάει στον γέρο για όλα: για τις απογοητεύσεις, τα φαγοπότια που 'φαγε μούρη, τα στοιχήματα, τον Σαββίδη που υποσχέθηκε πλούτη με κάθε δελτίο, για τα δάνεια, τα καζίνο, κι ότι η Καλλιόπη του τελικά τον άφησε για έναν καρδιολόγο και τα μάλλινα των παιδιών. Τώρα, ζούσε με πενιχρούς μισθούς, άλλοτε δουλεύοντας στο περίπτερο, άλλοτε φορώντας τη στολή του διανομέα.

Αλλά να σου πω κάτι, τελευταία πήρα μια ιδέα από έναν online σεμινάριο «σκέψου ως εκατομμυριούχος». Αυτός ο τύπος λέει να χώσω όλα μου τα λεφτά σε κρυπτονομίσματα. Λέει, 500% απόδοση τη βδομάδα! Αυτήν τη φορά, το χω σίγουρο!

Νέε μου, είπε ήρεμα ο γέρος, σηκώνοντας τα γυαλιά στη μύτη του, εσύ τι σπούδασες, αν επιτρέπεις; Τι δουλειά κάνεις;

Εργασία τέλος! Μόνο για κορόιδα είναι οι δουλειές. Τα λεφτά να βρεις τρόπους να τα φέρεις, να μη σε βρίσκουν! Να είχα μόνο μια μηχανή να ξέρω νωρίτερα τι να αγοράσω…

Κάθισαν έτσι σιωπηλοί καμιά πεντάλεπτο. Ο Μανώλης ονειρευόταν εύκολα κέρδη στην κρυπτοαγορά, ενώ ο γέρος κάτι κατέστρωνε με το μυαλό του.

Δηλαδή, λες ότι, αν ήξερες το μέλλον, θα ήσουνα πάμπλουτος; ξαναρώτησε ο γέρος.

Ε, ναι! αμέσως απάντησε ο Μανώλης.

Είσαι πολύ ενδιαφέρων τύπος! δήλωσε ο γέρος κι άνοιξε τη βαριά τσάντα του, από την οποία έβγαλε ένα στεντόρειο, κλασικό πρασινωπό τηλέφωνο με κυκλικό καντράν. Να, υπάρχει μια θεωρία, ότι ο χρόνος δεν είναι ευθεία, αλλά όλα γίνονται συγχρόνως. Εάν ήξερες, μπορείς να τηλεφωνήσεις στον ίδιο σου τον εαυτό, σαράντα χρόνια πίσω!

Ε; γούρλωσε τα μάτια ο Μανώλης.

Μπορείς! Το έχω δοκιμάσει. Ο γέρος χαμογέλασε συνομωτικά. Μόνο δεν είχα τα κότσια να πω πολλά στον εαυτό μου τότε. Του είπα: «Τι χρόνο έχουμε;» κι αυτό ήταν όλο. Πάντως, ο χρόνος θέλει προσοχή. Δεν έχω ιδέα αν αλλάζει κάτι, αν όλα μένουν ίδια ή αν το μέλλον γράφεται πάλι απ την αρχή.

Ο Μανώλης αντί να γελάσει, το σκέφτηκε σοβαρά. Εδώ ο κόσμος πιστεύει ότι, αν φορέσει βραχιολάκι με ματάκι, θα του φέρει τύχη. Γιατί να μην πιστέψει κι αυτό;

Γιατί όχι; Πάμε!

Θυμάσαι το σταθερό σας νούμερο; Και να είσαι βέβαιος πως σαράντα χρόνια πίσω, τέτοια ώρα ήσουν σπίτι.

Ο Μανώλης κατένευσε με αυτοπεποίθηση, πέρασε το τηλέφωνο στα δάχτυλά του, πήρε βαθειά ανάσα και σχημάτισε το νούμερο.

Έχεις μόνο δυο λεπτά, φταίει η μπαταρία, προειδοποίησε ο γέρος.

Έχω χρόνο, ψιθύρισε ο Μανώλης με αυτοπεποίθηση και ξεκίνησε.

Το τηλέφωνο χτύπησε, έχοντας στα χέρια του ολόκληρο το πεπρωμένο του!

Ναι; ακούστηκε μια εφηβική, γκρινιάρικη φωνή.

Ναι, γεια! Μανώλη; του κόπηκε η ανάσα.

Οι γονείς μου λείπουν! πετάχτηκε η φωνή. Ο Μανώλης βιάστηκε.

Είσαι εσύ κι εγώ. Είμαι εσύ, αλλά μεγαλύτερος. Άκουσέ με καλά. Πάρε χαρτί και στυλό. Θα σου πω ακριβείς ημερομηνίες: να μην πλησιάσεις ποτέ την Καλλιόπη από το Β3, μη βάλεις ποτέ λεφτά σε χρηματιστήριο ή καζίνο! Πάρε ό,τι λεφτά βρίσκεις, κάν τα ευρώ. Θα σου πω πότε να αγοράσεις. Και… πάρε bitcoin όταν ακούσεις γι αυτά, έχει ψωμί!

Και του αράδιασε παραγγελίες, σαν φοιτητής που δουλεύει delivery. Ο μικρός, βέβαια, είχε ζωγραφίσει και μύστακα σε έναν ήλιο μέχρι να τελειώσει το «μήνυμα του μέλλοντος».

Τα έγραψες;

Ναι, όλα, απαντάει ο μικρός.

Κράτα το σαν θησαυρό, είπε κι αμέσως το ακουστικό έγινε νεκρό, ξέμεινε η γραμμή.

***

Ο Μανώλης, φυσικά, δεν είχε γράψει τίποτα. Άφησε το ακουστικό, τρίβοντας τη μύτη του γελώντας. Αν ήταν φάρσα, δεν ήταν και πολύ πετυχημένη.

«Θα το πω στους γονείς μου απόψε…,» συλλογίστηκε ο Μανώλης, πετώντας στην παιδική χαρά να πιάσει κι αυτός λίγη από τον ήλιο του ελληνικού καλοκαιριού.

Oceń artykuł
Ο Μιχάλης ετοιμαζόταν να τρέξει έξω από το διαμέρισμα για τον κρίσιμο αγώνα ποδοσφαίρου στη γειτονιά, όταν ξαφνικά χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο στο δωμάτιο. Πολύ απρόθυμα γύρισε πίσω, αφού οι φίλοι του ήδη τον περίμεναν στην είσοδο. Λίγο πριν είχε αφήσει τη μπάλα, ανυπομονώντας για τον αγώνα που θα καθόριζε τη δόξα της παρέας στο γηπεδάκι πίσω από την πολυκατοικία. Στάθηκε διστακτικά στην πόρτα ευχόμενος το τηλέφωνο να σταματήσει, αλλά εκείνο συνέχιζε ασταμάτητα και επίμονα. — Ποιος να είναι πάλι; — μουρμούρισε εκνευρισμένος και μπήκε τρέχοντας στο δωμάτιο με τα παπούτσια. Σήκωσε το ακουστικό, σίγουρος πως θα ακούσει εντολή από τη μαμά ή παράπονα της γιαγιάς αν έφαγε, αν έπλυνε τα χέρια του και άλλα πράγματα που αγχώνουν τους μεγάλους χωρίς λόγο. — Ναι; — απάντησε ενοχλημένος. — Μιχάλη; — ακούστηκε στη γραμμή η φωνή ενός άγνωστου άντρα. — Οι γονείς μου δεν είναι σπίτι, — απάντησε γρήγορα, νομίζοντας πως ψάχνουν τον μπαμπά ή τη μαμά, αλλά η φωνή τον σταμάτησε. — Μιχάλη. Άκουσέ με σε παρακαλώ. Μην το κλείσεις. Είναι πολύ σημαντικό, — ο άντρας σιώπησε για μια στιγμή και συνέχισε. — Δεν θα το πιστέψεις, αλλά είμαι εσύ από το μέλλον. Ξέρω ακούγεται τρελό αλλά κάνε αυτό που σου λέω. Πάρε χαρτί και στυλό και γράψε ό,τι θα σου πω. Έχω ελάχιστο χρόνο να εξηγήσω. Έχεις χαρτί και στυλό; Ο Μιχάλης ήταν ευγενικό παιδί και μόνο αυτό δεν τον άφησε να κλείσει το τηλέφωνο. Επίσης, η γιαγιά του πάντα έλεγε να μην τσακώνεσαι με τρελούς. Καλύτερα να τους ακούσεις και μετά κάνεις το δικό σου. Στα σίγουρα όμως πίστευε πως ήταν κάποιος τρελός ή φάρσα από κάποιον φίλο του, αφού κι αυτοί έπαιζαν τέτοια παιχνίδια, όπως να παίρνουν τυχαίους αριθμούς και να λένε περίεργα πράγματα. Αποφάσισε λοιπόν να μην αντιδράσει έντονα και να τελειώσει γρήγορα την „πλάκα”. Αν ήταν πλάκα. — Έχω, — απάντησε σοβαρά. — Και στο μέλλον, έχω δικό μου iPhone; — Άσε τα αστεία, Μιχάλη. Αν με ακούσεις και γράψεις τα πάντα, θα έχεις και iPhone και πολλά άλλα ακόμη, — είπε ο άγνωστος. — Καλά. Γράφω, — απάντησε ο Μιχάλης χαζεύοντας από το παράθυρο και σκαλίζοντας τη μύτη του, αγχωμένος μήπως οι φίλοι φύγουν αν αργήσει. Καλύτερα να μην διαφωνεί και να τελειώνει όσο γίνεται πιο γρήγορα. Άλλωστε, ο άγνωστος είπε πως δεν έχει πολύ χρόνο. Μετά ακούστηκαν διάφορες ημερομηνίες και εντολές: να αποφύγει πάση θυσία μια Ελένη από το διπλανό τμήμα, να μην πλησιάσει επενδύσεις-κομπίνες τύπου Πυραμίδα, να αγοράσει και να πουλήσει δολάρια, έπειτα πάλι να αγοράσει δολάρια, „μαύρη Τρίτη”, φρουτάκια, καζίνο, bitcoin, ακίνητα κι ένα σωρό ακαταλαβίστικες λέξεις… — Τα έγραψες όλα; — ρώτησε η φωνή. — Όλα, — απάντησε ο Μιχάλης πλέον βαριεστημένα. — Να τα φυλάξεις σαν χάρτη θησαυρού, μην τα δείξεις σε κανέναν και μην τα χάσεις, — είπε ο άντρας κι αμέσως ο ήχος του τηλεφώνου άλλαξε σε διακοπτική σιγή. Ο Μιχάλης άφησε το ακουστικό και έτρεξε να προλάβει τον αγώνα. Το βράδυ, όταν ήρθαν οι γονείς από τη δουλειά, τους είπε για το τηλεφώνημα και τη φάρσα του „μελλοντικού” Μιχάλη. — Ποτέ μην μιλάς με αγνώστους, — είπε ο πατέρας. — Ειδικά όταν έχουν να κάνουν με λεφτά και τέτοια παραμύθια για το μέλλον. Να λες ότι θα καλέσεις αμέσως την αστυνομία και να το κλείνεις. — Κι άλλωστε, ποιος ασχολείται με τα δολάρια; — συμπλήρωσε η μαμά. — Τι να τα κάνεις σήμερα; … *** Πέρασαν τα χρόνια, και ο Μιχάλης ξέχασε το περιστατικό. Οι παιδικές σκοτούρες έσβησαν τις „μαύρες Τρίτες” και τα bitcoin. Η μία χρονιά διαδεχόταν την άλλη με αθωότητα και όνειρα. Στην πρώτη Γυμνασίου, στο διπλανό τμήμα ήρθε μια νέα μαθήτρια που τον μάγεψε με την πρώτη ματιά. Κι ας ήταν σε άλλη τάξη, τίποτα δεν τον εμπόδισε να την προσεγγίσει. Τα προσεκτικά ραβασάκια και οι διακριτικές συνοδείες ως το σπίτι άρχισαν να γίνονται κάτι παραπάνω. Μετά τον στρατό, οι δυο τους παντρεύτηκαν. Οι δεκαετίες άλλαξαν, ήρθε η φρενίτιδα κι ύστερα η απογοήτευση των ’90s. Δύσκολες μέρες, απλήρωτα δάνεια, άγχος για τα απαραίτητα. Η αρχική χαρά έδινε τη θέση της στη γκρίνια και τη στενοχώρια. *** Κάποια μέρα, ο Μιχάλης έκατσε σε ένα παγκάκι της γειτονιάς, άνοιξε μια μπίρα, άναψε τσιγάρο και άφησε το βλέμμα του να χαθεί στους περαστικούς. Δίπλα του κάθισε διακριτικά ένας ηλικιωμένος κύριος με δερμάτινη τσάντα και γυαλιά. — Σας ενοχλώ; — ρώτησε ευγενικά, καθώς κάθισε. Ο Μιχάλης ένευσε αδιάφορα και ετοιμάστηκε για άλλη μια γουλιά. – Δεν ξέρω, αλλά σήμερα όλα μου φαίνονται γκρίζα, — είπε ο κύριος χωρίς να τον κοιτάζει. — Κι όλη η ζωή μας γκρίζα, — απάντησε ο Μιχάλης. — Δεν το βρίσκετε παράξενο; Στα παιδικά μας χρόνια όλα ήταν ηλιόλουστα και πολύχρωμα. Μόνο όταν μεγαλώνουμε έρχονται οι γκρίζες μέρες. Άνοιξη με τα ρυάκια και τα χάρτινα καραβάκια, καλοκαίρι με το άρωμα φρεσκοκομμένου γρασιδιού και την δροσιά του ποταμού, φθινόπωρο με πολύχρωμα φύλλα, χειμώνας με το κριτς-κριτς του χιονιού στα παπούτσια. Ούτε μια γκρίζα μέρα στη μνήμη. — Στα παιδικά χρόνια δεν έχουμε έγνοιες, — παρατήρησε σοφά ο Μιχάλης. — Αυτές βάφουν τις μέρες γκρι. Δεν είχα φανταστεί έτσι τη ζωή στα παιδικά μου όνειρα. Έτσι, σχεδόν άθελά του, ο Μιχάλης διηγήθηκε όλη του τη ζωή στον άγνωστο κύριο: όλες τις ελπίδες που κατέρρευσαν, τις αποτυχίες, τις απάτες με τις „χρυσές ευκαιρίες”, τα σπασμένα όνειρα. Πώς η γυναίκα του έφυγε με άλλον και τώρα εκείνος προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με περιστασιακά μεροκάματα. — Τώρα όμως τσέκαρα ένα διαδικτυακό σεμινάριο, «Η Σκέψη του Εκατομμυριούχου». Προτείνει να επενδύσει κανείς στην κρυπτογραφημένη οικονομία — 500% την εβδομάδα! Απλά μέχρι τώρα όλα τα έκανα στραβά, — χαμογέλασε ονειροπόλα. — Εργάζεστε; — ρώτησε σοβαρά ο άνδρας. — Η δουλειά είναι για κορόιδα. Εγώ θέλω να βγάλω λεφτά „εύκολα”. Αν ήξερα και τι να κάνω εγκαίρως, όλα θα ήταν αλλιώς. Κάθισαν σιωπηλοί για λίγο. Ο Μιχάλης φανταζόταν χρήματα από crypto, ο ηλικιωμένος σκεφτόταν αλλού. — Δηλαδή, αν ήξερες το μέλλον, θα πήγαιναν όλα καλά; — ρώτησε ο άντρας. — Εννοείται. — Ενδιαφέρον! Θες να δοκιμάσεις το καινούργιο εφεύρημά μου; — είπε με ένα συνοφρυωμένο χαμόγελο. Άνοιξε τη βαριά τσάντα και έβγαλε ένα παλιό τηλεφωνικό καντράν. — Βλέπεις, ο χρόνος δεν είναι όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Αυτό το τηλέφωνο σου επιτρέπει να καλέσεις εσένα στο παρελθόν, σαράντα χρόνια πριν. Μόνο για λίγο μπορείς να μιλήσεις όμως, γιατί η μπαταρία κρατάει ελάχιστα. Ο Μιχάλης σκέφτηκε πως ο παππούς μάλλον τα έχει χαμένα… αλλά θυμήθηκε τα διαδικτυακά success stories και δέχθηκε: — Γιατί όχι; Ας το δοκιμάσουμε! Έκλεισε τα μάτια, θυμήθηκε το παλιό τηλεφωνικό νούμερο του σπιτιού από τότε που ήταν παιδί και το πληκτρολόγησε. Στις πρώτες παύσεις απογοητεύτηκε, αλλά τελικά η γνωστή παιδική φωνή του απάντησε. — Ναι; — ο νεαρός εκνευρισμένος Μιχάλης του παρελθόντος. — Μιχάλη; — ξέσπασε ο Μιχάλης του σήμερα. — Οι γονείς μου λείπουν, — απάντησε αυτός με βαρεμάρα. — Μιχάλη, σε παρακαλώ, άκουσέ με καλά! Μη μου κλείσεις το τηλέφωνο. Σου μιλάω απ’ το μέλλον. Πάρε χαρτί και στυλό, γιατί αυτό που θα σου πω είναι σημαντικό για τη ζωή σου! Έχεις χαρτί και στυλό; — Έχω, — απάντησε ο μικρός. — Αν με ακούσεις, θα αποκτήσεις iPhone — και όχι μόνο! — του είπε γρήγορα πριν λήξει η γραμμή. Έδωσε οδηγίες: να κρατηθεί μακριά από την Ελένη, να επενδύσει σε δολάρια, να αποφύγει τα καζίνο, τα φρουτάκια, να προλάβει να αγοράσει bitcoin, να έχει προσοχή με τα ακίνητα… — Τα έγραψες όλα; — Ναι. — Φύλαξέ τα σαν χάρτη θησαυρού. Μην τα χάσεις, μην τα δείξεις σε κανέναν! — είπε με αγωνία ο Μιχάλης, αλλά η γραμμή έπεσε. *** Φυσικά, ο Μιχάλης του τότε δεν κατέγραψε τίποτα. Περίμενε απλά να τελειώσει η φάρσα κι έτρεξε στο γηπεδάκι κάτω από τον ήλιο, σκεπτόμενος πως το βράδυ θα τα διηγηθεί στους γονείς του, έτσι για την ιστορία.