12 Φεβρουαρίου
Σε ένα μικρό χωριό, χωμένο στην άκρη του δάσους κάπου στα βουνά της Ηπείρου, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας μοναχικός λύκος. Ήταν νέος, δυνατός, ξεκάθαρα άγριος κι όμως, αντί να φοβάται τους ανθρώπους, έδειχνε περίεργη έλξη προς την αυλή μας και τους σκύλους του χωριού. Δεν πλησίαζε κρυφά τα ζώα, δεν κυνηγούσε κότες, δεν έδειχνε επιθετικότητα. Μόνο ερχόταν σιωπηλός, καθόταν κοντά στην αυλή και μας κοίταζε για ώρα με ένα βλέμμα σχεδόν ανθρώπινο, σαν να ήθελε να τον καταλάβουμε.
Περισσότερο απ όλους έδειχνε να τον ενδιαφέρει η Λυδία, η ασπρόμαυρη σκυλίτσα που μεγάλωσα μαζί της. Στο χωριό έλεγαν γελώντας ότι ήμουν πια ο «γαμπρός του λύκου» εμένα πάντως τα αστεία αυτά δεν με διασκέδαζαν. Ένα πρωί, βγαίνοντας από το σπίτι, βρήκα το λύκο κουλουριασμένο έξω από το σπιτάκι της Λυδίας. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο παράπονο· καμία άγρια διάθεση, μόνο αγωνία και μοναξιά.
Γιατί, όμως, είχε διαλέξει την αυλή μας ξανά και ξανά; Ποια ιστορία κουβαλούσε μαζί του;
Στην αρχή, οι χωριανοί φοβούνταν, προειδοποιούσαν κιόλας να μην αφήνω φαγητό έξω. Καθώς περνούσε ο καιρός κι ο λύκος δε φαινόταν να βλάπτει κανέναν ούτε ζώα, ούτε ανθρώπους ο φόβος μειώθηκε και η περιέργεια μεγάλωσε. Έκανε βόλτες μόνο γύρω από τα σπίτια, τέλος πάντων προσπαθούσε να πλησιάσει θηλυκές σκύλες σαν να ζητούσε συντροφιά.
Η Λυδία ποτέ δεν γάβγιζε στον λύκο· αντίθετα, κουνώντας την ουρά της, τον καλοδεχόταν. Ο λύκος της έριχνε κλεφτές ματιές και μετά κοίταζε το σπίτι, σα να περίμενε να πάρει έγκριση.
Ένα πρωινό, όσο άφηνα νερό για τα ζωντανά, παρατήρησα κάτι στο λαιμό του: ένα βαθύ σημάδι, σαν ίχνος ζώνης ή λουρί. Με απασχόλησε πολύ αυτή η σκέψη, ένας άγριος λύκος να κουβαλάει ανθρώπινο ντοκουμέντο. Εκείνες τις μέρες χάθηκε για λίγο, αλλά η ανησυχία μου μεγάλωσε.
Το βράδυ, πήρα λίγο κρέας και το άφησα στην αυλή. Τον είδα, ήρθε και αντί να το φάει, το έγλειφε διστακτικά και δυσκολευόταν να το μασήσει. Είδα ξεκάθαρα ότι το στόμα του άνοιγε με δυσκολία. Ο φόβος μου διαλύθηκε· ένας άγριος που δεν μπορεί να φάει, κινδυνεύει πιο πολύ αυτός, όχι εμείς.
Από τότε άρχισα να του κόβω το κρέας μικρότερα κομμάτια. Καθόμουν όλο και πιο κοντά του, του μιλούσα σιγανά. Κάποια στιγμή, άπλωσα το χέρι και άγγιξα το κεφάλι του. Ένιωσα κάτω από τη γούνα ένα παλιό, δερμάτινο κολάρο, τόσο βαθιά χωμένο στη σάρκα που είχε γίνει πληγή. Ξανακύλησε μέσα μου θυμός και θλίψη για την ανθρώπινη βαναυσότητα.
Με τρεμάμενο χέρι, έβγαλα το μαχαίρι, ψηλάφησα τη μεταλλική αγκράφα και έκοψα το λουρί. Ο λύκος πετάχτηκε απότομα, το 'σκασε στο δάσος.
Το άλλο πρωί πήγα το κολάρο στο καφενείο. Οι άντρες το αναγνώρισαν αμέσως: ήταν από εκείνα που φορούσαν στα ζώα για εκπαιδευτικούς σκοπούς πριν κάποια χρόνια σε έναν κυνηγετικό σταθμό που είχε ανοίξει λίγο πιο πέρα. Εκεί είχε χαθεί ένας νεαρός λύκος να που επέστρεψε.
Ο λύκος ξαναφάνηκε μετά από μερικές μέρες, περήφανος και ελεύθερος. Έτρωγε χωρίς πρόβλημα, έβγαινε πιο δυνατός κάθε μέρα. Κάποια φορά ήρθε και στήριξε το κεφάλι του απαλά πάνω στα γόνατά μου, σα να μου 'λεγε «ευχαριστώ».
Κι εκεί ήρθε η έκπληξη. Η Λυδία γέννησε τέσσερα μικρά λύκα και έναν μαύρο σκύλο. Το χωριό αναστατώθηκε· φαίνεται πως ο λύκος δεν είχε έρθει τυχαία.
Ο λύκος συνέχισε να επισκέπτεται την αυλή, έφερνε φαγητό στα μικρά, τα μύριζε, κάποιες φορές τα έγλειφε προσεκτικά. Εγώ παρατηρούσα από το παράθυρο και συνειδητοποιούσα πλέον πως στην αυλή μου υπήρχε μια νέα οικογένεια η αγέλη του.
Ώσπου ένα μεσημέρι εμφανίστηκε ένας άγριος τύπος, ιδιοκτήτης του πρώην εκτροφείου. Απαίτησε επιθετικά να του παραδώσουμε τον λύκο, προσφέρθηκε να αγοράσει τα κουτάβια και στο τέλος άρχισε να απειλεί. Κι εκεί που ήμουν μόνος μου απέναντί του, μέσα σε δευτερόλεπτα, ο λύκος πήδηξε πάνω απ τα κάγκελα, τον έριξε κάτω και στάθηκε ανάμεσα μας, προστατεύοντάς με. Ο άνθρωπος τρομαγμένος το έβαλε στα πόδια.
Τα μικρά, όταν μεγάλωσαν, χάθηκαν στο δάσος μαζί με τον πατέρα τους. Αρκετά χρόνια μετά, κυνηγοί μιλούσαν για παράξενους μαύρους λύκους που έβλεπαν στα βουνά μας. Μόνο εγώ χαμογελούσα και ήξερα πως ήταν παιδιά της Λυδίας.
Ο λύκος ερχόταν στη γειτονιά, κάποιες φορές περνούσε μόνος του έξω από το σπίτι μου. Μα αυτή, όπως πάντα λέω, είναι άλλη ιστορία.
Καμιά φορά, εκεί που δεν το περιμένεις, γεννιέται εμπιστοσύνη μεταξύ ανθρώπου και άγριας φύσης. Δεν φοβήθηκα να δείξω έλεος, και ο λύκος το ανταπέδωσε με προστασία και πίστη άξια θαυμασμού.
Έτσι ένας λύκος βρήκε αγέλη, κι εγώ μια ιστορία που αποδεικνύει πως το καλό πάντα επιστρέφει.
Τελικά, αναρωτιέμαι μπορούν ή όχι τα άγρια ζώα να θυμούνται το καλό και να το επιστρέφουν;Και κάθε χειμώνα που το χιόνι σκέπαζε το χωριό, όταν άκουγα μακριά ένα θλιμμένο ουρλιαχτό, ρίχναμε στη φωτιά ένα κούτσουρο ακόμη, ήξερα πως εκεί έξω υπήρχε κάποιος που θυμόταν όσα ζήσαμεκι η φλόγα της ιστορίας μας δεν θα έσβηνε ποτέ.


