Ο Λεωνίδας δεν πίστευε επίμονα ότι η Ιόλη ήταν η κόρη του – η Βέρα, η σύζυγός του, δούλευε στο σούπερ μάρκετ, και πολλοί ψιθύριζαν πως συχνά κλεινόταν στην αποθήκη με άλλους άντρες. Γι’ αυτό ο Λεωνίδας δεν μπορούσε να δεχτεί πως το μικροκαμωμένο παιδί ήταν δικό του και δεν την αγάπησε ποτέ. Μόνο ο παππούς της στάθηκε δίπλα της και της άφησε το σπίτι κληρονομιά. Την Ιόλη την αγαπούσε μόνο ο παππούς Στην παιδική της ηλικία, η Ιόλη ήταν συχνά άρρωστη, εύθραυστη και μικρόσωμη. «Ούτε στη δική μου ούτε στη δική σου οικογένεια υπάρχουν τέτοια μικροσκοπικά παιδιά», έλεγε ο Λεωνίδας. «Αυτό το παιδί – δυο σπιθαμές απ’ το πιθάρι». Με τα χρόνια, η αδιαφορία του πατέρα απέναντι στην κόρη πέρασε και στη μητέρα. Μια ψυχή μόνο αγαπούσε αληθινά την Ιόλη – ο παππούς Μάξιμος. Το σπίτι του βρισκόταν στην άκρη του χωριού, κοντά στο δάσος. Όλη του τη ζωή ήταν δασοφύλακας, ακόμα και στη σύνταξη πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα στο δάσος. Μάζευε μούρα, βότανα και ταΐζε τα ζώα τον χειμώνα. Ήταν λιγάκι παράξενος, τον φοβούνταν, γιατί όσα έλεγε συχνά έβγαιναν αληθινά, αλλά του ζητούσαν βότανα για γιατρικά. Τη γυναίκα του την είχε χάσει νωρίς· παρηγοριά του ήταν το δάσος και η εγγονή του. Όταν το κοριτσάκι πήγε σχολείο, έμενε σχεδόν περισσότερο με τον παππού παρά με τους γονείς της. Ο Μάξιμος της μιλούσε για τα βότανα και τις ρίζες. Η Ιόλη μάθαινε εύκολα και, όταν τη ρωτούσαν τι θέλει να γίνει, απαντούσε: «Θα γίνω γιατρός, να θεραπεύω ανθρώπους». Η μητέρα της όμως έλεγε πως δεν είχε χρήματα για σπουδές, μα ο παππούς την καθησύχαζε πως θα βοηθήσει, ακόμα κι αν χρειαστεί να πουλήσει την αγελάδα. Ο παππούς άφησε στην εγγονή του το σπίτι και μια ευτυχισμένη μοίρα Σπάνια ερχόταν η Βέρα να δει τον πατέρα της. Ώσπου μια μέρα ήλθε, όταν ο γιος της έχασε σε χαρτιά και τον χτύπησαν άσχημα στην πόλη, ζητώντας επιτακτικά λεφτά. «Όταν ζόρισες, θυμήθηκες το σπίτι μου; Οι χρονιές πάνε που δεν φάνηκες!», της είπε αυστηρά ο Μάξιμος. Και αρνήθηκε: «Τα χρέη του Ανδρέα δε θα τα πληρώσω. Εγώ πρέπει να μορφώσω την εγγονή μου». Η Βέρα εξοργίστηκε: «Δεν θέλω να σας ξαναδώ, δεν έχω πια ούτε πατέρα ούτε κόρη!», φώναξε κι έφυγε τρέχοντας. Όταν η Ιόλη μπήκε στη νοσηλευτική, οι γονείς της δεν έδωσαν ούτε ένα ευρώ – μόνο ο παππούς τη στήριξε. Τη βοηθούσε και η υποτροφία, γιατί η Ιόλη ήταν άριστη μαθήτρια. Λίγο πριν να τελειώσει η Ιόλη τη σχολή της, ο Μάξιμος αρρώστησε. Βλέποντας να πλησιάζει το τέλος, αποκάλυψε στην εγγονή του πως της είχε αφήσει το σπίτι στη διαθήκη. Της ζήτησε να βρει δουλειά στην πόλη, αλλά να μην ξεχνάει το σπίτι, γιατί όσο υπάρχει ανθρώπινη παρουσία, το σπίτι ζει. «Μην φοβάσαι να μένεις μόνη σου εδώ. Κι η μοίρα σου εδώ θα σε βρει», της προφήτεψε. «Εσύ θα είσαι ευτυχισμένη, κορίτσι μου». Κάτι ήξερε. Η προφητεία του παππού βγήκε αληθινή Ο Μάξιμος έφυγε το φθινόπωρο. Η Ιόλη δούλευε νοσηλεύτρια στο περιφερειακό νοσοκομείο, τα Σαββατοκύριακα πήγαινε στο σπίτι του παππού. Άναβε τη σόμπα τον χειμώνα με τα ξύλα που είχε ετοιμάσει ο Μάξιμος για χρόνια. Η πρόγνωση καιρού ήταν κακή και η Ιόλη είχε δύο ρεπό – δεν ήθελε να μείνει στο διαμέρισμα που νοίκιαζε σε γέρους συγγενείς φίλης της. Έφτασε βράδυ στο χωριό, και τη νύχτα ξέσπασε χιονοθύελλα. Το πρωί, η κακοκαιρία συνεχιζόταν. Ξαφνικά, άκουσε χτύπο στην πόρτα. Άνοιξε και βρήκε μπροστά της έναν άγνωστο νεαρό: «Καλημέρα, μήπως υπάρχει φτυάρι; Η μηχανή μου κόλλησε απέναντι από το σπίτι σας». «Το φτυάρι είναι δίπλα στα σκαλιά, πάρτε το. Θέλετε βοήθεια;», ρώτησε η Ιόλη. Ο ψηλόσωμος άντρας την κοίταξε με χιούμορ και είπε: «Άντε μην σε βρει κι εσένα το χιόνι». Ο άγνωστος τα κατάφερε με το φτυάρι, αλλά ξανακόλλησε. Η Ιόλη προσκάλεσε τον νεαρό για ζεστό τσάι μέσα. Η χιονοθύελλα, είπε, θα περάσει, η κίνηση εδώ δεν είναι μικρή. Ο άγνωστος, που ονομάστηκε Στάθης, δέχτηκε. «Δεν φοβάσαι που μένεις μόνη σου τόσο κοντά στο δάσος;», τη ρώτησε. Η Ιόλη εξήγησε ότι μένει μόνο τα Σαββατοκύριακα – δουλεύει στην πόλη – και ανησυχεί για το πώς θα φύγει αν δεν έρθει λεωφορείο. Ο Στάθης προσφέρθηκε να τη μεταφέρει, καθώς και ο ίδιος ζούσε στην πόλη. Η Ιόλη συμφώνησε. Μια μέρα, μετά τη δουλειά, η Ιόλη αποφάσισε να περπατήσει ως το σπίτι. Και τότε, έκπληκτη, είδε τον Στάθη να την περιμένει: «Το τσάι σου έχει μάλλον μαγικά βότανα», της είπε γελώντας, «ήθελα πολύ να σε ξαναδώ. Ίσως να πιω και δεύτερο φλιτζάνι». Δεν έκαναν γάμο – η Ιόλη δεν ήθελε, ο Στάθης επέμενε αλλά τελικά υποχώρησε. Είχαν όμως αληθινή αγάπη. Τώρα πια, η Ιόλη ήξερε πως δεν είναι μόνο στα παραμύθια που οι άντρες κουβαλάνε τις γυναίκες στα χέρια τους. Όταν γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος τους, στο μαιευτήριο απόρησαν πώς αυτή η μικροκαμωμένη γυναίκα γέννησε τέτοιο παλικάρι! Στην ερώτηση πώς θα τον ονομάσουν, η Ιόλη απαντούσε: «Θα τον πούμε Μάξιμο, προς τιμήν ενός πολύ καλού ανθρώπου».

Λεωνίδας με τίποτα δεν πίστευε πως η μικρή Ίριδα ήταν δική του κόρη. Η γυναίκα του, η Βέρα, δούλευε σε σούπερ μάρκετ. Κουβέντα να γίνεται, όλο και κάποιος έλεγε πως κλεινόταν συχνά με περίεργους άντρες στην αποθήκη. Έτσι, ο Λεωνίδας έλεγε ότι πως να 'ναι δική του η μικροκαμωμένη Ίριδα; Και έτσι το κοριτσάκι, το είδε σχεδόν με κακό μάτι. Μόνο ο παππούς, ο Κυριάκος, στάθηκε δίπλα της, και της άφησε σπίτι κληρονομιά.

Η μικρή Ίριδα είχε μόνο τον παππού της να τη λατρεύει
Μικρή άρρωσταινε συχνά η Ίριδα. Ήταν πολύ λεπτή και κοντούλα. «Ούτε στη δικιά μου οικογένεια, ούτε στη δικιά σου, τέτοια σμίκρυνση!», έλεγε ο Λεωνίδας. «Κι αυτό το παιδί, όλο δυο σπιθαμές!» Με τα χρόνια, η αδιαφορία του πατέρα πέρασε και στη μάνα λες και ήταν κολλητικό.

Μία ψυχή μόνο αγαπούσε στ’ αλήθεια την Ίριδα ο παππούς Κυριάκος. Το σπίτι του βρισκόταν στην άκρη του χωριού, εκεί που αρχίζει το βουνό. Ο Κυριάκος δούλευε μια ζωή δασοφύλακας κι ούτε στη σύνταξη δεν άφησε τη ρουτίνα του δάσους. Μάζευε μανιτάρια, βότανα, έφτιαχνε ροφήματα θαυματουργά. Το χειμώνα, άφηνε φαΐ για τα ζώα. Τον θεωρούσαν και λίγο παραξενούλη στο χωριό κι ό,τι έλεγε, έπεφτε μέσα. Παρά τον φόβο όμως, του χτυπούσαν την πόρτα για μαγικά βότανα κι αφεψήματα.

Τη γιαγιά του Κυριάκου την είχε χάσει καιρό. Παρηγοριά του στάθηκε η φύση κι η Ίριδα. Όταν πήγε σχολείο η εγγονή, έμενε πια πιο πολύ στον παππού της παρά στους δικούς της. Ο Κυριάκος της μάθαινε όλα τα μυστικά των βοτάνων και των ριζών. Η Ίριδα τα έπιανε αμέσως κι όταν τη ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, δήλωνε: «Θα γιατρεύω ανθρώπους!» Η μάνα της όμως πάντα είχε έτοιμη απάντηση «Δεν υπάρχουν λεφτά για σπουδές». Ο Κυριάκος την παρηγορούσε: «Μη σε νοιάζει. Εγώ φτωχός δεν είμαι. Αν χρειαστεί, πουλάω και τη γίδα!»

Άφησε στην εγγονή το σπίτι και της ευχήθηκε καλή τύχη
Η Βέρα σπάνια επισκεπτόταν τον πατέρα της, κι όταν ερχόταν, είχε πάντα σοβαρό λόγο. Μια μέρα φάνηκε στην πόρτα του Κυριάκου, ταραγμένη. Ήθελε λεφτά, μιας και ο γιος της, ο Ανδρέας, έπαιξε και τα έχασε όλα στο τάβλι στην Αθήνα και δεν του έφταναν αυτά, τον έδειραν και τον απειλούσαν ότι αν δεν βρει τα χρήματα μέχρι το βράδυ, θα του τα πάρουν αλλιώς.

«Όταν σε παίρνει ο πόνος, θυμάσαι τον δρόμο για εδώ;» είπε ο Κυριάκος αυστηρά. «Χρόνια έχεις να έρθεις!» Της έκλεισε την πόρτα: «Δεν θα πληρώσω τα χρέη του Αντρέα σου. Έχω εγγονή να βοηθήσω να σπουδάσει».

Η Βέρα βγήκε εκτός εαυτού. «Δεν σας λογαριάζω πια! Δεν έχω ούτε πατέρα, ούτε κόρη!» φώναξε και βγήκε από το σπίτι φουριόζα. Όταν η Ίριδα πέρασε στη νοσηλευτική, μάνα και πατέρας ούτε ένα ευρώ δεν έβαλαν. Μόνο ο Κυριάκος τη στήριζε. Και η ίδια τα κατάφερε και με τη μικρή της υποτροφία διάβαζε με όρεξη και γράμματα.

Λίγο πριν τελειώσει τη σχολή η Ίριδα, ο Κυριάκος αρρώστησε. Καταλαβαίνοντας ότι δεν του έμενε πολύ, αποκάλυψε ότι της άφηνε το σπιτάκι. Της συνέστησε να αναζητήσει δουλειά στην πόλη, αλλά το σπίτι να το έχει πάντα στο νου της «Το σπίτι ζει όσο ζουν κι οι άνθρωποί του. Το χειμώνα, να το ζεσταίνεις. Μην το φοβάσαι το σπίτι στο βουνό. Και η μοίρα σου εδώ θα σε βρει», της είπε με βλέμμα γεμάτο σιγουριά. «Θα γίνεις ευτυχισμένη, παιδί μου!» σίγουρα κάτι ήξερε παραπάνω.

Το προφητικό του λόγο έπεσε μέσα
Ο Κυριάκος έφυγε από τη ζωή ένα φθινόπωρο. Η Ίριδα δούλευε ως νοσοκόμα στο Κέντρο Υγείας της επαρχίας. Τα Σαββατοκύριακα επέστρεφε στο σπιτάκι του παππού. Άναβε τη στόφα, θέρμαινε το σπίτι. Ο Κυριάκος είχε κόψει ξύλα, να φτουρίσουν για δυο χειμώνες τουλάχιστον. Ο καιρός δεν προμήνυε τίποτα καλό, αλλά η Ίριδα είχε δυο μερούλες ρεπό, βαρέθηκε το δωμάτιο που νοίκιαζε στους γέρους συγγενείς της συμφοιτήτριάς της, και αποφάσισε να πάει βουνό.

Το βραδάκι έφτασε στο χωριό. Κι εκείνο το βράδυ την έπιασε θύελλα χιονιού. Το πρωί ο αέρας είχε κοπάσει λίγο, αλλά το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Ξαφνικά ντουπ, ντουπ χτύπος στην πόρτα! Ανοίγει και τι να δει; Ένας νεαρός στην πόρτα. «Χαίρετε. Μπας και έχετε φτυάρι; Έμεινα με το αυτοκίνητο μπροστά στο σπίτι σας», λέει. «Έξω στο κατώφλι έχει ένα πάρτε το. Θέλετε να βοηθήσω;» του προτείνει η Ίριδα. Ο ψηλός νεαρός κοιτάζει με υπονοούμενο: «Καλά, μην μπλεχτείς κι εσύ, μη σε ψάχνω μετά κάτω απ’ το χιόνι!»

Ο άγνωστος έπιασε το φτυάρι με στιβαρό χέρι, ξεκολλάει το αμάξι, ξεκινάει, και σαράντα βήματα πιο κάτω ξανά μέσα στο χιόνι. Ξαναπιάνει το φτυάρι. Η Ίριδα τον καλεί μέσα για τσάι βοτάνων, να ζεσταθεί λιγάκι. «Η μπόρα σε λίγο θα χαλαρώσει δεν είμαστε και στην εσχατιά του κόσμου!» του λέει με αισιοδοξία.

Ο ξένος διστάζει λίγο, αλλά τελικά μπαίνει. «Δεν φοβάσαι να μένεις μόνη σου δίπλα στο βουνό;» την ρωτά, Βρίσκει την ευκαιρία να του εξηγήσει ότι δουλεύει στην πόλη, μόνο τα ΣΚ έρχεται. «Κι αν δεν έρθει το ΚΤΕΛ, τι θα κάνω;» Ε, λοιπόν, ο ξένος, που συστήνεται ως Στέφανος, της υπόσχεται ότι αν δεν φανεί λεωφορείο, θα τη γυρίσει αυτός με το αμάξι του αφού έτσι κι αλλιώς μένει στο ίδιο μέρος. Έδωσαν τα χέρια.

Καθώς η Ίριδα μια μέρα περπατούσε μετά τη δουλειά, τσουπ ποιος εμφανίζεται δίπλα της γελαστός; Ο Στέφανος! «Το βοτανότσάι σου μάλλον έχει μαγεία» της λέει γελώντας. «Πολύ ήθελα να σε ξαναδώ κι ίσως να πιω και δεύτερο φλιτζάνι!»

Γάμος δεν έγινε. Η Ίριδα έβαλε πόδι, ο Στέφανος ζήτησε, ξαναζήτησε, μετά το πήρε απόφαση. Μα δεν χάθηκε τίποτα: είχαν αληθινή αγάπη. Και επιτέλους, η Ίριδα είδε με τα μάτια της πώς είναι οι άντρες που κουβαλάνε τις γυναίκες τους στα χέρια όχι μόνο στα μυθιστορήματα. Όταν ήρθε στον κόσμο ο πρώτος τους γιος, όλο το μαιευτήριο απόρησε πού το βρήκε αυτό το δυνάμενο μωρό η τόσο λεπτεπίλεπτη μανούλα Όσο για το όνομα; Η Ίριδα δήλωσε: «Θα τον πούμε Κυριάκο προς τιμή ενός πολύ καλού ανθρώπου!»Κι ανήμερα της βάφτισης, όταν όλοι μαζεύτηκαν στο σπιτάκι στο βουνό, το τζάκι στο κέντρο μοσχοβολούσε φρέσκο ξύλο και ένα αεράκι περαστικό άγγιξε απαλά τα μαλλιά της Ίριδας. «Σαν να 'ρθε ο παππούς», παρατήρησε ο Στέφανος με γέλιο. Η μικρή οικογένεια μεγάλωνε με αγάπη, κάτω από τα γερά δοκάρια που κάποτε ύψωσε ένας αγαθός δασοφύλακας.

Κάθε χειμώνα η Ίριδα έψηνε τσάι με βότανα και διηγιόταν στον μικρό Κυριάκο για τα μυστικά του βουνού. Και κάθε άνοιξη άφηνε ανοιχτό παράθυρο στη σοφίτα, «μην ξεχάσει η μοίρα το δρόμο της». Γιατί ήξερε πια πως η ζωή ανθίζει εκεί όπου το σπιτάκι δε σβήνει ποτέ όταν το ζεσταίνει το γέλιο, το μοίρασμα, και μια καρδιά που ξέρει πώς ν’ αγαπά, σαν τον παππού της.

Έτσι, στο ίδιο παλιό κατώφλι, η Ίριδα κατάλαβε πως ακόμα και τα πιο μικρά και εύθραυστα λουλούδια έχουν δύναμη να κάνουν την ευτυχία να ριζώνει φτάνει να υπάρχει μια ζεστή εστία, κι η μνήμη εκείνων που ποτέ στ’ αλήθεια δεν φεύγουν.

Oceń artykuł
Ο Λεωνίδας δεν πίστευε επίμονα ότι η Ιόλη ήταν η κόρη του – η Βέρα, η σύζυγός του, δούλευε στο σούπερ μάρκετ, και πολλοί ψιθύριζαν πως συχνά κλεινόταν στην αποθήκη με άλλους άντρες. Γι’ αυτό ο Λεωνίδας δεν μπορούσε να δεχτεί πως το μικροκαμωμένο παιδί ήταν δικό του και δεν την αγάπησε ποτέ. Μόνο ο παππούς της στάθηκε δίπλα της και της άφησε το σπίτι κληρονομιά. Την Ιόλη την αγαπούσε μόνο ο παππούς Στην παιδική της ηλικία, η Ιόλη ήταν συχνά άρρωστη, εύθραυστη και μικρόσωμη. «Ούτε στη δική μου ούτε στη δική σου οικογένεια υπάρχουν τέτοια μικροσκοπικά παιδιά», έλεγε ο Λεωνίδας. «Αυτό το παιδί – δυο σπιθαμές απ’ το πιθάρι». Με τα χρόνια, η αδιαφορία του πατέρα απέναντι στην κόρη πέρασε και στη μητέρα. Μια ψυχή μόνο αγαπούσε αληθινά την Ιόλη – ο παππούς Μάξιμος. Το σπίτι του βρισκόταν στην άκρη του χωριού, κοντά στο δάσος. Όλη του τη ζωή ήταν δασοφύλακας, ακόμα και στη σύνταξη πήγαινε σχεδόν κάθε μέρα στο δάσος. Μάζευε μούρα, βότανα και ταΐζε τα ζώα τον χειμώνα. Ήταν λιγάκι παράξενος, τον φοβούνταν, γιατί όσα έλεγε συχνά έβγαιναν αληθινά, αλλά του ζητούσαν βότανα για γιατρικά. Τη γυναίκα του την είχε χάσει νωρίς· παρηγοριά του ήταν το δάσος και η εγγονή του. Όταν το κοριτσάκι πήγε σχολείο, έμενε σχεδόν περισσότερο με τον παππού παρά με τους γονείς της. Ο Μάξιμος της μιλούσε για τα βότανα και τις ρίζες. Η Ιόλη μάθαινε εύκολα και, όταν τη ρωτούσαν τι θέλει να γίνει, απαντούσε: «Θα γίνω γιατρός, να θεραπεύω ανθρώπους». Η μητέρα της όμως έλεγε πως δεν είχε χρήματα για σπουδές, μα ο παππούς την καθησύχαζε πως θα βοηθήσει, ακόμα κι αν χρειαστεί να πουλήσει την αγελάδα. Ο παππούς άφησε στην εγγονή του το σπίτι και μια ευτυχισμένη μοίρα Σπάνια ερχόταν η Βέρα να δει τον πατέρα της. Ώσπου μια μέρα ήλθε, όταν ο γιος της έχασε σε χαρτιά και τον χτύπησαν άσχημα στην πόλη, ζητώντας επιτακτικά λεφτά. «Όταν ζόρισες, θυμήθηκες το σπίτι μου; Οι χρονιές πάνε που δεν φάνηκες!», της είπε αυστηρά ο Μάξιμος. Και αρνήθηκε: «Τα χρέη του Ανδρέα δε θα τα πληρώσω. Εγώ πρέπει να μορφώσω την εγγονή μου». Η Βέρα εξοργίστηκε: «Δεν θέλω να σας ξαναδώ, δεν έχω πια ούτε πατέρα ούτε κόρη!», φώναξε κι έφυγε τρέχοντας. Όταν η Ιόλη μπήκε στη νοσηλευτική, οι γονείς της δεν έδωσαν ούτε ένα ευρώ – μόνο ο παππούς τη στήριξε. Τη βοηθούσε και η υποτροφία, γιατί η Ιόλη ήταν άριστη μαθήτρια. Λίγο πριν να τελειώσει η Ιόλη τη σχολή της, ο Μάξιμος αρρώστησε. Βλέποντας να πλησιάζει το τέλος, αποκάλυψε στην εγγονή του πως της είχε αφήσει το σπίτι στη διαθήκη. Της ζήτησε να βρει δουλειά στην πόλη, αλλά να μην ξεχνάει το σπίτι, γιατί όσο υπάρχει ανθρώπινη παρουσία, το σπίτι ζει. «Μην φοβάσαι να μένεις μόνη σου εδώ. Κι η μοίρα σου εδώ θα σε βρει», της προφήτεψε. «Εσύ θα είσαι ευτυχισμένη, κορίτσι μου». Κάτι ήξερε. Η προφητεία του παππού βγήκε αληθινή Ο Μάξιμος έφυγε το φθινόπωρο. Η Ιόλη δούλευε νοσηλεύτρια στο περιφερειακό νοσοκομείο, τα Σαββατοκύριακα πήγαινε στο σπίτι του παππού. Άναβε τη σόμπα τον χειμώνα με τα ξύλα που είχε ετοιμάσει ο Μάξιμος για χρόνια. Η πρόγνωση καιρού ήταν κακή και η Ιόλη είχε δύο ρεπό – δεν ήθελε να μείνει στο διαμέρισμα που νοίκιαζε σε γέρους συγγενείς φίλης της. Έφτασε βράδυ στο χωριό, και τη νύχτα ξέσπασε χιονοθύελλα. Το πρωί, η κακοκαιρία συνεχιζόταν. Ξαφνικά, άκουσε χτύπο στην πόρτα. Άνοιξε και βρήκε μπροστά της έναν άγνωστο νεαρό: «Καλημέρα, μήπως υπάρχει φτυάρι; Η μηχανή μου κόλλησε απέναντι από το σπίτι σας». «Το φτυάρι είναι δίπλα στα σκαλιά, πάρτε το. Θέλετε βοήθεια;», ρώτησε η Ιόλη. Ο ψηλόσωμος άντρας την κοίταξε με χιούμορ και είπε: «Άντε μην σε βρει κι εσένα το χιόνι». Ο άγνωστος τα κατάφερε με το φτυάρι, αλλά ξανακόλλησε. Η Ιόλη προσκάλεσε τον νεαρό για ζεστό τσάι μέσα. Η χιονοθύελλα, είπε, θα περάσει, η κίνηση εδώ δεν είναι μικρή. Ο άγνωστος, που ονομάστηκε Στάθης, δέχτηκε. «Δεν φοβάσαι που μένεις μόνη σου τόσο κοντά στο δάσος;», τη ρώτησε. Η Ιόλη εξήγησε ότι μένει μόνο τα Σαββατοκύριακα – δουλεύει στην πόλη – και ανησυχεί για το πώς θα φύγει αν δεν έρθει λεωφορείο. Ο Στάθης προσφέρθηκε να τη μεταφέρει, καθώς και ο ίδιος ζούσε στην πόλη. Η Ιόλη συμφώνησε. Μια μέρα, μετά τη δουλειά, η Ιόλη αποφάσισε να περπατήσει ως το σπίτι. Και τότε, έκπληκτη, είδε τον Στάθη να την περιμένει: «Το τσάι σου έχει μάλλον μαγικά βότανα», της είπε γελώντας, «ήθελα πολύ να σε ξαναδώ. Ίσως να πιω και δεύτερο φλιτζάνι». Δεν έκαναν γάμο – η Ιόλη δεν ήθελε, ο Στάθης επέμενε αλλά τελικά υποχώρησε. Είχαν όμως αληθινή αγάπη. Τώρα πια, η Ιόλη ήξερε πως δεν είναι μόνο στα παραμύθια που οι άντρες κουβαλάνε τις γυναίκες στα χέρια τους. Όταν γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος τους, στο μαιευτήριο απόρησαν πώς αυτή η μικροκαμωμένη γυναίκα γέννησε τέτοιο παλικάρι! Στην ερώτηση πώς θα τον ονομάσουν, η Ιόλη απαντούσε: «Θα τον πούμε Μάξιμο, προς τιμήν ενός πολύ καλού ανθρώπου».