Ο Αλέκος Βαρνακιώτης μεγάλωσε χωρίς πατέρα. Η αλήθεια είναι ότι είχε πατέρα, αλλά όταν ο Αλέκος έκλεισε τα τέσσερα του χρόνια, εκείνος χάθηκε. Ο Μιχάλης Βαρνακιώτης, υπαξιωματικός στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, σκοτώθηκε τη στιγμή που απεγκλώβιζε ανθρώπους από τα ερείπια ενός σεισμού στην Ινδονησία. Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Φοίβος, ο γερμανικός ποιμενικός που μεγάλωσε ο πατέρας από κουτάβι.
Η μητέρα του, η Κλεοπάτρα, έμεινε χήρα νέα και αφιέρωσε όλη της τη ζωή στον γιο της. Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ.
Στα 14 του, ο Αλέκος γράφτηκε στην παιδική σχολή κυνοφιλίας του φιλοζωικού συλλόγου στον Πειραιά. Η Κλεοπάτρα ενθάρρυνε την απόφαση, αλλά φοβόταν κρυφά πως ο Αλέκος θα ακολουθήσει το επικίνδυνο μονοπάτι του πατέρα του.
Στα 16 έφερε σπίτι έναν γερμανικό ποιμενικό κουτάβι, αλλά δυσκολευόταν να βρει όνομα. Μια μέρα, επιστρέφοντας από το σχολείο, άκουσε τη μητέρα του να λέει στο κουτάβι:
Αχ, παλιόπαιδο μου είσαι πάλι εσύ, τι έκανες, αλήτη;
Ο Αλέκος χαμογέλασε. Αυτά ακριβώς του έλεγε η μητέρα του όταν μικρός διάλεγε να χωθεί ή να γυρίσει σπίτι βρόμικος.
Μπήκε γελώντας στο δωμάτιο:
Να και το όνομα του! Θα τον φωνάζουμε Λίκη.
Δύο χρόνια μετά, ο Λίκης είχε γίνει εντυπωσιακός, δυνατός και πειθαρχημένος σκύλος υπηρεσίας. Ο Αλέκος ένιωθε περήφανος για τη δουλειά του και για τις δεξιότητες του Λίκη.
Ήρθε η ώρα να πάει φαντάρος. Έκανε αίτηση στο στρατολογικό γραφείο να πάει με το σκύλο του. Χωρίς να το ξέρει η μητέρα του, ετοίμαζε κρυφά τον Λίκη για τη στρατιωτική ζωή και ήλπιζε να περάσουν μαζί τις δοκιμασίες. Τους έστειλαν στο εκπαιδευτικό κέντρο του Πολεμικού Ναυτικού στη Σαλαμίνα. Τρεις μήνες απέδειξαν και οι δυο ότι ήταν πανέτοιμοι.
Μετά την εκπαίδευση, τοποθετήθηκαν στη μεθοριακή γραμμή με την Τουρκία στον Έβρο. Εκεί τους φώναζαν Λίκη και Βάσανο έτσι τους έμεινε. Κάθε που βγαίναν για περιπολία, άκουγες:
Ο Λίκης και ο Βάσανος ξεκίνησαν!
Η ζωή στον στρατό κυλούσε ως συνήθως, ώσπου ένα βράδυ περιπολίας έγινε το κακό. Αντιμετώπισαν παρανόμους στα σύνορα, άρχισε ανταλλαγή πυροβολισμών, ένας τραυματίστηκε, άλλος σκοτώθηκε, κι ο Αλέκος αγνοούνταν. Ο Λίκης τραυματίστηκε, επίσης, στο πόδι.
Η μονάδα άρχισε άμεση έρευνα, αλλά ο Αλέκος δεν βρέθηκε. Έναν ολόκληρο μήνα δυνάμεις από Ελλάδα και Τουρκία έψαχναν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Τα δυσάρεστα νέα τα μετέφερε ένας αξιωματικός στη μητέρα του. Της παρέδωσε τον Λίκη, που ανάρρωσε, αλλά έμενε κουτσός. Η Κλεοπάτρα άκουγε σιωπηλή την εξιστόρηση και δάκρυζε, χαϊδεύοντας τον σκύλο που είχε γείρει στα γόνατά της. Ο αξιωματικός μιλούσε για ελπίδα, για θαύμα, για συνέχιση των ερευνών, αλλά εκείνη κοίταξε τον Λίκη στα μάτια και του ψιθύρισε:
Αχ, βασανάκι μου…
Από εκείνη τη μέρα, οι περαστικοί στον Δημοτικό Κήπο του Πειραιά έβλεπαν κάθε πρωί και βράδυ μια γυναίκα μεσήλικη να περπατά αργά με ένα κουτσό ποιμενικό. Υπήρχε κάτι γαλήνιο και αξιοπρεπές στην εικόνα τους, που έκανε τους ανθρώπους να κοντοστέκονται. Σαν να διαισθάνονταν ότι αυτή η σχέση ξεπερνούσε τα όρια αφεντικό-σκύλος.
Η γυναίκα έδινε ήπιες εντολές, κουβέντιαζε πολύ με το ζώο. Ο σκύλος ποτέ δεν γαύγιζε, παρά τον άκουγε με προσήλωση.
Λίκη μου, σήμερα θα κάνουμε πιτάκια με μανιτάρια και λάχανο. Το ζυμάρι είναι έτοιμο. Αύριο Κυριακή, πάμε στο Φάληρο να κολυμπήσεις.
Ένας χρόνος κύλησε. Κάποια μέρα επισκέφτηκαν την Κλεοπάτρα πάλι από τον στρατό. Έφεραν σακούλες τρόφιμα, τροφή για σκύλο, και εξήγησαν πως αν ούτε τον επόμενο χρόνο υπάρξουν νέα του Αλέκου, μπορεί να τον δηλώσει νεκρό.
Η γυναίκα περίμενε αγόγγυστα να τελειώσουν, τους ευχαρίστησε, τους ξεπροβόδισε διακριτικά.
Μην τους ακούς Λίκη, ο Αλέκος ζει. Το νιώθω.
Ένα απόγευμα, χτύπησε το κουδούνι. Στην πόρτα στεκόταν ένας νεαρός άγνωστος. Η Κλεοπάτρα τα έχασε, αλλά ο Λίκης όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά κούνησε και την ουρά του.
Καλησπέρα σας, κυρία Κλεοπάτρα. Ονομάζομαι Φώτης Σταυρίδης, υπηρέτησα με τον Βάσανοδηλαδή με τον γιο σας, τον Αλέκο.
Γεια σου, Λίκη! Με θυμήθηκες, παλιοχαρακτήρα; είπε γελώντας στον σκύλο.
Μίλησαν ως αργά το βράδυ. Ο Φώτης αφηγήθηκε ιστορίες στρατοπέδου, η Κλεοπάτρα του πρόσφερε τσάι με κουλουράκια, τον πήγε σε παιδικές φωτογραφίες του Αλέκου.
Ξαφνικά ο Φώτης σιώπησε, έδειχνε να μαζεύει θάρρος:
Κυρία Κλεοπάτρα, μην νομίσετε ότι είμαι τρελός, παρακαλώ…
Λέγε, αγόρι μου…
Ο Αλέκος μου ζήτησε να σας πω να μην ανησυχείτε, ότι θα επιστρέψει.
Η γυναίκα ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Λίκης ανασηκώθηκε από τη θέση του και ήρθε να ακουμπήσει τη μύτη του στο γόνατο του Φώτη.
Μη φοβάστε. Δεν είδα τον Αλέκο, δεν ξέρω πού είναι, αλλά… εμφανίστηκε στ όνειρό μου δύο εβδομάδες πριν και μου είπε να σας μεταφέρω ακριβώς αυτά τα λόγια.
Η Κλεοπάτρα έκλαψε χωρίς δισταγμό, ο Λίκης της φιλούσε το χέρι. Ο Φώτης δεν τόλμησε να σπάσει αυτό το στιγμιότυπο ελπίδας και ανακούφισης.
Πέρασε κι άλλος ένας χρόνος. Και πάλι στο πάρκο ίδια εικόνα. Μια γυναίκα κι ένας σκύλος πήγαιναν αργά κάτω από τα χρυσαφένια φύλλα της φθινοπωρινής Πειραιάς. Ένα λαμπερό φως περνούσε από τα κλαδιά, ο κόσμος σκίαζε τα μάτια του.
Ήταν στο τέλος της διαδρομής, όταν από την αντίθετη πλευρά φάνηκε αντρική σιλουέτα, ψηλή, να κουτσαίνει λίγο. Ο Λίκης στάθηκε ξαφνιασμένος, τέντωσε τ αυτιά του και γρύλισε αμυδρά, μετά άρχισε να σκούζει και να τραβά μπροστά. Η Κλεοπάτρα άφησε το λουρί και ο Λίκης, ξεχνώντας κάθε πόνο, έτρεξε με όση δύναμη είχε στο πρόσωπο που τόσο λαχταρούσε.
Έμεινα μόνος, με τα χέρια στα πλευρά, να κοιτώ πως τελικά ο χρόνος κι η υπομονή δικαιώνουν όσους τα έχουν. Εκεί, με το φως να χρυσίζει, συναντήθηκαν ξανά ο Αλέκος και ο Λίκης κι εγώ έμαθα πως καμιά ελπίδα δεν είναι μικρή όταν τη φροντίζεις κάθε μέρα.






