Ο Κυριακάτικος Μπαμπάς
Από Κυριακή σε Κυριακή, ο Παναγιώτης απλώς υπήρχε. Έξι μέρες κενές, ύστερα μια μέρα αληθινής ζωής. Ακόμα κι αυτή όμως ήταν μοιρασμένη σε κλήσεις και πρόγραμμα, που είχε καθιερώσει η πρώην γυναίκα του, η Ελένη, εδώ και δύο χρόνια. Από τις δέκα έως τις έξι. Χωρίς καθυστερήσεις. Χωρίς σουβλάκια ή πίτες. Χωρίς δώρα έτσι απλώς. Γιατί ο Παναγιώτης ήταν μονάχα μια λειτουργία. Ο Κυριακάτικος μπαμπάς.
Η κόρη του, η Κλεονίκη, τον περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας με ύφος επιτηρητή κανονισμών. Τα μάτια της έλεγαν «Άργησες δύο λεπτά» ή «Σήμερα είναι στον προγραμματισμό μας κινηματογράφος».
Πήγαιναν σινεμά, έκαναν βόλτα στο Ζάππειο, έπιναν ένα καφέ στο Θησείο. Μιλούσαν για το σχολείο, για ταινίες, για τους φίλους της. Ποτέ για την Ελένη. Ποτέ για το τι γινόταν μετά τις έξι, όταν την επέστρεφε και η Κλεονίκη, χωρίς να κοιτάξει πίσω, έμπαινε στο ασανσέρ στη μαμά, και στον καινούργιο της άντρα, τον Δημήτρη.
Ο Δημήτρης ήταν «κανονικός» πατέρας. Έμενε μαζί τους. Βοηθούσε στα μαθήματα, έπαιρνε την οικογένεια στα Σαββατοκύριακα στο εξοχικό στον Ωρωπό. Είχαν κοινά αστεία, κοινές φωτογραφίες στο Instagram. Ο Παναγιώτης τις έβλεπε κρυφά, τα μεσάνυχτα, και ένιωθε σαν να προσπαθεί να οικειοποιηθεί μια ξένη ζωή.
Προσπαθούσε να χωρέσει σε οχτώ ώρες όλη την πατρική του αγάπη που μάζευε όλη τη βδομάδα. Δεν τα κατάφερνε καλά ήταν αμήχανο, άβολο.
Ρώταγε αδέξια:
Θέλεις κάτι;
Η Κλεονίκη σήκωνε τους ώμους:
Τα έχω όλα.
Κι αυτό το «τα έχω όλα» τον τσάκιζε χειρότερα από κάθε παράπονο. Σήμαινε: έχω σπιτικό. Εσύ είσαι απλώς ο περσινός χιονιάς.
***
Όλα διαλύθηκαν ένα Τρίτη.
Η Ελένη τηλεφώνησε. Η φωνή της, που ήταν πάντα σκληρή και επίπεδη, ακουγόταν τώρα αποκαμωμένη, διαλυμένη.
Παναγιώτη Για την Κλεονίκη ήθελα Της βρήκαν όγκο. Κακόηθη. Χρειάζεται δύσκολη εγχείρηση. Πολύ ακριβή.
Ο κόσμος του μίκρυνε, χωρούσε μόνο στη γραμμή του τηλεφώνου. Μετά άκουσε, ενώ η Ελένη μαζευόταν ξανά, να μιλά για λεφτά. Αυτή και ο Δημήτρης είχαν κάποιες οικονομίες, αλλά δεν έφταναν. Πουλούσαν το αυτοκίνητο. Έψαχναν λύσεις. Δεν ζητούσε. Ενημέρωνε. Σαν συναγωνιστής στη δυστυχία.
Αφησε τα πάντα και έτρεξε στο «Ευαγγελισμός». Την είδε εκεί μικρή, τρομαγμένη με την ιατρική της πιτζάμα. Η καρδιά του έσπασε.
Δίπλα της, σε μια καρέκλα, καθόταν ο Δημήτρης. Της κρατούσε το χέρι, της ψιθύριζε κάτι. Η Κλεονίκη τον κοιτούσε αναζητώντας σταθερότητα στα μάτια του.
Ο Παναγιώτης στεκόταν στην πόρτα περιττός. Ο Κυριακάτικος πατέρας, ξένος σε καθημερινή μέρα.
Μπαμπά του χαμογέλασε αδύναμα η Κλεονίκη.
Αυτό το «μπαμπά» ρίχτηκε σαν σωσίβιο. Ήρθε κοντά, έκανε όμως απλώς να της χαϊδέψει αμήχανα τα μαλλιά:
Όλα θα πάνε καλά, καρδούλα μου.
Λόγια κούφια, μηχανικά
Η Ελένη έστεκε στον διάδρομο, στο παράθυρο. Έριξε ένα βλέμμα:
Τα λεφτά αν μπορείς.
Μπορούσε.
Είχε μια και μοναδική αξία μια συλλεκτική κιθάρα Gibson του 72. Όνειρο των νιάτων του. Την πούλησε όσο όσο. Έστειλε τα λεφτά στην Ελένη χωρίς όνομα. Δεν ήθελε ευχαριστώ. Δεν ήθελε να νομίζει η Κλεονίκη πως η αγάπη του ήταν συναλλαγή. Ας πιστεύει ότι το κανόνισε ο Δημήτρης. Αυτός δικαιούται να είναι ήρωας. Ο Παναγιώτης δεν είχε τέτοια δικαιώματα. Μόνον χρέος.
***
Το χειρουργείο ορίστηκε για Πέμπτη. Τετάρτη βράδυ πήγε στο νοσοκομείο, ανήμπορος να κάτσει σπίτι.
Στο δωμάτιο ήταν η Ελένη. Ο Δημήτρης είχε βγει. Η Κλεονίκη με κλειστά μάτια, ξύπνια όμως.
Μαμά, μουρμούρισε πες σ εκείνον το γιατρό που μας επισκέφθηκε το πρωί να μην λέει αστεία. Δεν είναι αστεία
Εντάξει, απάντησε η Ελένη.
Και πες στον μπαμπά Δημήτρη να μη μου διαβάζει πια για επιχειρηματικά πλάνα. Είναι βαρετό.
Θα του πω.
Ο Παναγιώτης στέκονταν πίσω απ την κουρτίνα, δεν τολμούσε να μπει. Άκουσε κενό σιγή, κι ύστερα ήρθε η φωνή της Κλεονίκης, σχεδόν ψίθυρος:
Και τον μπαμπά τον δικό μου πες του να έρθει. Απλώς να καθίσει. Σιωπηλά. Ή να μου διαβάσει, όπως παλιά. Χόμπιτ.
Ο Παναγιώτης πάγωσε, η καρδιά του χτυπούσε στο λαιμό.
«Όπως παλιά»
***
Ήταν πριν το διαζύγιο. Της διάβαζε τα βράδια, κάνοντας φωνές για τους νάνους και τα ξωτικά.
Η Ελένη βγήκε στον διάδρομο, τον είδε, ένευσε προς το δωμάτιο:
Πήγαινε. Λίγο μόνο. Θέλει ησυχία.
Κάθισε δίπλα. Η Κλεονίκη άνοιξε τα μάτια.
Γεια σου, μπαμπά.
Γεια σου, αστέρι μου. Χόμπιτ;
Ναι
Βιβλίο δεν είχε. Βρήκε το κείμενο στο κινητό του. Ξεκίνησε να διαβάζει.
Χαμηλά, μονότονα, μπερδεύοντας λέξεις, αφήνοντας φράσεις. Δεν άλλαζε πια φωνές. Μόνο διάβαζε. Τα μάτια του έχασαν το σχήμα των γραμμάτων, το χέρι της ξεψυχούσε στο δικό του.
Ίσως να διάβαζε μια ώρα. Ίσως δύο. Ωσότου η φωνή του βράχνιασε, ώσπου ένιωσε το χέρι της μαλακώνει, να κοιμάται. Πήγε να τραβήξει το δικό του, αλλά εκείνη το έσφιξε στον ύπνο της πιο σφιχτά.
Και τότε, κοιτώντας το κουρασμένο, γαλήνιο πρόσωπό της, άφησε να ξεφύγει κάτι που ποτέ δεν είχε πει και το άκουσαν μόνο οι τοίχοι του θαλάμου:
Συγχώρεσέ με, κόρη μου, για όλα. Σ αγαπάω τόσο πολύ. Κρατήσου. Κρατήσου για μένα. Για τον Κυριακάτικο μπαμπά σου.
Δεν ήξερε αν τον άκουσε. Το ήλπιζε και το φοβόταν μαζί.
***
Η επέμβαση κράτησε πολύ. Ο Παναγιώτης καθόταν στο διάδρομο απέναντι από την Ελένη και τον Δημήτρη. Αυτοί μαζί.
Αυτός μόνος.
Μα τώρα η μοναξιά δεν ήταν κενή. Ήταν γεμάτη ήσυχο διάβασμα κι ένα χλιαρό χέρι κοριτσιού μες στη δική του παλάμη.
Όταν βγήκαν οι γιατροί με τα νέα: «Όλα καλά. Καλοήθης», η Ελένη ξέσπασε στον ώμο του Δημήτρη.
Ο Παναγιώτης σηκώθηκε, περπάτησε στο παράθυρο. Έσφιξε τα χέρια τόσο, που τα νύχια του χάθηκαν στις παλάμες, για να μην φωνάξει από ανακούφιση.
***
Η Κλεονίκη άρχισε να δυναμώνει. Την έβαλαν σε απλό θάλαμο την άλλη εβδομάδα.
Ο Δημήτρης, όπως αρμόζει στον κανονικό μπαμπά, έτρεχε με τους γιατρούς και τα γραφειοκρατικά.
Ο Παναγιώτης πήγαινε κάθε βράδυ. Διάβαζε. Σιωπούσε. Καμιά φορά απλώς έβλεπαν μαζί μια σειρά στην τηλεόραση.
Μια μέρα, ενώ ετοιμαζόταν να φύγει, η κόρη του τον σταμάτησε:
Μπαμπά.
Εδώ είμαι.
Ξέρω πως εσύ ήσουν. Τα λεφτά Η μαμά δεν είπε, αλλά άκουσα που τσακώνονταν με τον Δημήτρη. Ήθελε να πουλήσει το μερίδιό του στην εταιρεία, κι η μαμά φώναζε πως ήδη τα έχεις δώσει όλα, πως πούλησες την κιθάρα σου.
Δεν απάντησε.
Γιατί; ρώτησε. Δεν δεν ήμαστε πια μαζί
Εσείς είστε η οικογένειά μου, τη διέκοψε, δεν αλλάζει.
Η Κλεονίκη τον κοίταζε πολύ ώρα. Μετά του έδωσε κάτι: ένα παλιό, φθαρμένο χαρτονένιο σελιδοδείκτη. Επάνω, με παιδικά γράμματα: «Στον πιο αγαπημένο μπαμπά, από την Κλεονίκη».
Το είχε φτιάξει πριν επτά χρόνια
Τον βρήκα σ ένα παλιό βιβλίο, όταν πήγα σπίτι για Σαββατοκύριακο. Κράτησέ το. Να μην χάνεις σελίδα
Τον πήρε. Το χαρτόνι ήταν ζεστό ακόμα από το χέρι της.
Μπαμπά, του είπε πάλι, κι η φωνή της βαριά, μεγάλη. Δεν είσαι για τις Κυριακές. Είσαι για πάντα. Καταλαβαίνεις;
Δεν βρήκε κουβέντα. Μόνο χαμογέλασε, σφίγγοντας τον σελιδοδείκτη.
Έπειτα βγήκε βιαστικά έξω. Γιατί οι άντρες, ακόμα κι οι κυριακάτικοι, δεν κλαίνε μπροστά στις κόρες
Απλώς τρελαίνονται από χαρά και πόνο, σκυμμένοι πάνω σ ένα παλιό χαρτονένιο κλειδί από το παρελθόν που τελικά είναι το πιο αληθινό παρόν.
***
Την επόμενη Κυριακή ο Παναγιώτης πήγε όχι στις δέκα, αλλά στις εννιά. Και έφυγε πολύ μετά τις έξι.
Καθόντουσαν μαζί με την Κλεονίκη, σιωπηλοί, κοιτώντας την Αθήνα από το παράθυρο, χωρίς ρολόγια και προγράμματα.
Γιατί ήταν ο μπαμπάς της.
Για πάντα.





