O γιος μου είχε να με πάρει τηλέφωνο τρεις μήνες. Σκέφτηκα ότι θα είναι πνιγμένος στη δουλειά. Τι να κάνω; Τελικά, αφού έφαγα όλους τους κουραμπιέδες από το άγχος, αποφάσισα να πάρω το ΚΤΕΛ και να πάω μόνη μου, απροειδοποίητα. Την πόρτα μου άνοιξε μια άγνωστη κοπέλα και με πληροφόρησε ότι μένει εκεί εδώ και μισό χρόνο.
Αν εκείνη τη μέρα δεν είχα ανέβει στο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, ακόμα θα ζούσα με το παραμύθι ότι ο Νίκος μου απλώς είναι πολύ απασχολημένος.
Πλάκα πλάκα, όλα ξεκίνησαν πολύ αθώα. Ο Νίκος συνήθιζε να παίρνει τηλέφωνο τις Κυριακές, λίγο πριν τελειώσω την μαγειρίτσα και εκείνος ξεκινήσει τον δεύτερο φραπέ του. Μερικές φορές μέσα στην εβδομάδα έστελνε κανένα μήνυμα ρωτούσε αν πήγα στην πίεση, αν είδα τον καρδιολόγο ή αν η κυρία Βούλα στο ισόγειο συνέχιζε να φωνάζει στα εγγόνια της. Πράγματα καθημερινά. Από τότε που πέθανε ο άντρας μου, ο Σπύρος, αυτά τα τηλέφωνα ήταν το οξυγόνο μου. Το μοναδικό μου στήριγμα.
Εξήντα ένα χρονών, τέσσερα χρόνια χήρα, τριάντα δύο χρόνια δουλειά στην Πολεοδομία στο δημαρχείο και μετά, ξαφνικά, σύνταξη, άδειο σπίτι και σιωπή που σπάει μόνο από εκείνο το κυριακάτικο τηλέφωνο.
Το Μάιο, σταμάτησε να τηλεφωνεί.
Στην αρχή δεν ανησύχησα. Πρώτη εβδομάδα είπα μπας και το ξέχασε. Έστειλα μήνυμα. Απάντησε λακωνικά: «Πολλή δουλειά, μαμά, θα σε πάρω εγώ». Δεν πήρε ποτέ. Δεύτερη εβδομάδα ξανά μήνυμα. «Όλα καλά, μαμά, θα τα πούμε». Τρίτη εβδομάδα απόλυτη σιγή. Όποτε προσπαθούσα να τον καλέσω, δεν το σήκωνε. Τα μηνύματά του ήταν όλο και πιο σύντομα, λες και τα έγραφε άλλος στη θέση του.
Η φίλη μου η Φιλομήλα, με την οποία πηγαίνουμε στη γυμναστική για τρίτη ηλικία στο δημοτικό κέντρο, μου είπε χωρίς πολλά λόγια:
Έλλη, να πας να τον βρεις. Κάτι δεν κολλάει.
Μπορεί να έχει κοπέλα και να μην θέλει να μου το πει, την υπερασπίστηκα, μάλλον περισσότερο για να πείσω εμένα παρά εκείνη.
Τόσο το καλύτερο! Έπρεπε να σου το πει σήκωσε τους ώμους της.
Αλλά εγώ δίσταζα. Ο Νίκος ποτέ δεν γούσταρε τις εκπλήξεις. Θυμάμαι μια φορά που πήγαμε απροειδοποίητα μαζί με τον μακαρίτη τον Σπύρο, και μας κοιτούσε σαν να τον πιάσαμε να μαγειρεύει κράκερ στην τοστιέρα. Τέτοιος ήταν ήθελε τον χώρο του. Το καταλάβαινα. Τέλος πάντων νομίζω.
Τον Αύγουστο δεν άντεξα άλλο. Αγόρασα εισιτήριο ΚΤΕΛ Καλαμάτα-Θεσσαλονίκη, τρεις γεμάτες ώρες ταξίδι. Πήρα μαζί μου ένα βάζο σπιτική μαρμελάδα βερύκοκο και μερικά κομμάτια γαλακτομπούρεκο ο Νίκος λάτρευε το γαλακτομπούρεκο μου από μικρός. Σε όλο το ταξίδι σκεφτόμουν τι θα του πω. Ότι μου λείπει. Ότι δεν χρειάζεται να παίρνει κάθε μέρα, αλλά μια φορά τη βδομάδα δεν είναι τραγικό. Ότι είμαι η μαμά του, όχι βάρος.
Ανέβηκα στην πολυκατοικία κατά τις τρεις. Τρίτος όροφος, πόρτα δεξιά, εκείνο το χαλάκι εισόδου με το «Καλώς ήρθες!» που του είχα πάρει όταν πρωτοέπιασε σπίτι.
Το χαλάκι έλειπε.
Αντί γι αυτό υπήρχε ένα γκρι σκούρο χωρίς ούτε ένα γράμμα. Χτυπάω κουδούνι. Μου ανοίγει μια κοπέλα νεαρή, όχι πάνω από τριάντα, μαύρα μαλλιά καρέ, αθλητική φόρμα και μία κούπα ελληνικό στο χέρι.
Καλησπέρα, ψάχνω τον Νίκο Δημόπουλο, της λέω, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα.
Η κοπέλα με κοίταξε με μισό μάτι.
Δεν μένει εδώ κανένας Νίκος. Εδώ μένω εγώ, εδώ και έξι μήνες.
Έμεινα εκεί στην είσοδο, με το ταπεράκι το γαλακτομπούρεκο και το βάζο μαρμελάδα στο χέρι, να μη βρίσκω αέρα να πάρω. Η κοπέλα Ηλέκτρα την έλεγαν, όπως έμαθα μετά με λυπήθηκε μάλλον και με έβαλε να καθίσω λίγο, γιατί περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ξαπλώσω ξερή στα πλακάκια.
Το σπίτι καμία σχέση. Έπιπλα άλλα, κουρτίνες άλλες, ακόμα και οι τοίχοι βαμμένοι σε άλλο χρώμα. Τίποτα από όσα θυμόμουν. Ούτε ίχνος του γιού μου.
Η Ηλέκτρα νοίκιαζε το σπίτι από μεσιτικό. Δεν είχε γνωρίσει ούτε τον ιδιοκτήτη, όλα μέσω γραφείου. Μου έδωσε το τηλέφωνο. Τηλεφώνησα αμέσως, καθισμένη στον καναπέ που πριν έξι μήνες κάναμε καφέ με τον Νίκο.
Ο μεσίτης το επιβεβαίωσε ο Νίκος Δημόπουλος είχε νοικιάσει το διαμέρισμά του από το Φλεβάρη. Όχι, δεν είχε αφήσει διεύθυνση επικοινωνίας. Ναι, το ενοίκιο περνάει κανονικά κάθε μήνα από ελληνικό λογαριασμό.
Γύρισα στην Καλαμάτα με το τελευταίο λεωφορείο, και δάκρυ δεν έχυσα. Ήμουν τόσο αποσβολωμένη, που ούτε να κλάψω δεν μπορούσα. Ο μοναχογιός μου αυτός που κρατούσα το χέρι στον αποχαιρετισμό του Σπύρου, που με βοηθούσε με τη φορολογική δήλωση, που μου έλεγε «μαμά, πάντα θα μπορείς να στηρίζεσαι σε εμένα» είχε φύγει, είχε δώσει το σπίτι του σε μια άγνωστη και δεν μου είχε πει λέξη.
Τρεις μέρες περίμενα να με πάρει εκείνος. Δεν το έκανε.
Την τέταρτη μέρα του έστειλα σύντομο μήνυμα: «Ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Ξέρω ότι δεν μένεις στην Αριστοτέλους. Πάρε με».
Με πήρε μετά από μια ώρα. Πρώτη φορά εδώ και τρεις μήνες άκουγα την φωνή του ζωντανά και όχι ηχογραφημένη.
Μαμά, συγγνώμη έπρεπε να στο είχα πει.
Πού είσαι;
Σιωπή. Μεγάλη, βαριά.
Στο Όσλο. Νορβηγία. Από τον Μάρτιο.
Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας μου. Απ το παράθυρο η κυρία Μαρίνα άπλωνε τα σεντόνια της στο μπαλκόνι απέναντι. Ο κόσμος έμοιαζε ίδιος αλλά ο δικός μου είχε μόλις διαλυθεί.
Ο Νίκος μιλούσε ώρα. Μου είπε ότι μετά το χαμό του πατέρα του πνιγόταν. Ότι τα τηλέφωνα, τα μηνύματα, τα ταπεράκια με γλυκά όλα του φαίνονταν ασφυκτικά. Δεν ήξερε, λέει, πώς να μου το πει χωρίς να με πληγώσει. Κι έτσι διάλεξε το χειρότερο: τη φυγή.
Ένιωθα ότι αν δεν φύγω, θα σκάσω, μου είπε ήρεμα. Όχι από εσένα, μαμά. Από το ότι έπρεπε να γεμίσω το κενό του μπαμπά. Να γίνω εγώ ο άντρας του σπιτιού…
Ήθελα να φωνάξω. Ήθελα να του πω ότι ποτέ δεν του ζήτησα να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά έκλεισα τα μάτια και, αν το σκέφτηκα ειλικρινά, θυμήθηκα όλες εκείνες τις Κυριακές που του μιλούσα με τις ώρες για τον κάθε μου πονοκέφαλο, τη χοληστερίνη και τον λογαριασμό της ΔΕΗ. Σαν να ήταν ο άντρας μου και όχι ο γιος μου.
Δεν το είπα φωναχτά. Δεν ήμουν έτοιμη ακόμη.
Να γυρίσεις στις γιορτές, μόνο αυτό του είπα.
Θα γυρίσω, μαμά.
Το έκλεισα κι έμεινα στην κουζίνα μέχρι να νυχτώσει. Το γαλακτομπούρεκο που πήγα να του δώσω στη Θεσσαλονίκη έμεινε ανέγγιχτο στον πάγκο. Έφαγα ένα κομμάτι μόνη. Ήταν τέλειο. Όπως πάντα.
Ο Νίκος ήρθε τον Δεκέμβρη. Καθόταν απέναντι στο γιορτινό τραπέζι, στη θέση του Σπύρου πια, όχι ως αντικαταστάτης, αλλά σαν ενήλικος που έκανε κάτι άσχημο αλλά είχε τους λόγους του. Για το Όσλο δεν είπαμε κουβέντα. Ίσως το συζητήσουμε μια μέρα. Ίσως όχι.
Η Φιλομήλα με ρωτάει καμιά φορά αν τον συγχώρεσα. Δεν ξέρω τι να της απαντήσω. Ξέρω μόνο πως, όταν τώρα με παίρνει τηλέφωνο την Κυριακή και το κάνει κάθε Κυριακή προσπαθώ να μην μονολογώ τόση ώρα. Και συχνότερα τον ρωτάω τι κάνει, αντί να του λέω τι περνάω εγώ. Μικρές αλλαγές. Κάπου πρέπει να ξεκινήσεις.
Καμιά φορά, το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να δώσει μια μάνα στο παιδί της είναι να το αφήσει να φύγει. Ακόμη κι αν δεν της έμαθε κανείς ποτέ πώς να το κάνει.






