Αυτό δεν είναι σωστό! Τελικά, είναι η μητέρα του! Μπορεί να τη φέρει στο δικό του σπίτι! Τέτοιες κουβέντες βγαίνουν από το στόμα των συγγενών του άντρα μου. Ξέρω πως και οι φίλοι μου το σκέφτονται, αλλά κανείς δεν μου το λέει κατάμουτρα. Ο λόγος για αυτό είναι η κατάσταση με την πεθερά μου.
Η Κατερίνα είναι 83 ετών, ζυγίζει πάνω από εκατό κιλά και είναι συχνά άρρωστη. Γιατί δεν παίρνεις την Κατερίνα να μείνει μαζί σας; με είχε ρωτήσει ο ξάδελφός μου πριν μερικά χρόνια Καλά κάνεις και τη βοηθάς καθημερινά, αλλά αν συμβεί κάτι τη νύχτα; Είναι δύσκολο να είναι μόνη της. Ο γιος σου, ο Γιάννης, είναι η μόνη της στήριξη.
Είναι ξεκάθαρο πως η γιαγιά θα φροντιστεί από τον μοναδικό της γιο, την γυναίκα του και τον μοναδικό της εγγονό. Τα τελευταία πέντε χρόνια, η Κατερίνα δεν έχει βγει από το διαμέρισμα ούτε μία φορά. Πονάνε τα πόδια της και το βάρος της δεν την αφήνει να κυκλοφορήσει. Όλα ξεκίνησαν πριν τριάντα χρόνια, τότε η πεθερά μου ήταν δραστήρια, νέα, υγιής και αυταρχική.
Ποια έφερες εδώ; είχε πει εξοργισμένη η μητέρα του μέλλοντα συζύγου μου, του Γιάννη. Γι αυτό το πράγμα θυσίασα όλη μου τη ζωή;
Μετά από αυτά τα λόγια, πήγα σιωπηλά ως το λεωφορείο. Τότε η μητέρα του άντρα μου έμενε σε ένα πολυτελές προάστιο της Αθήνας, σε μεγάλο και όμορφο σπίτι. Ο σύζυγός της είχε μια καλή θέση, και έτσι η Κατερίνα ζούσε άνετα για χρόνια, ακόμη κι αφού εκείνος έφυγε από τη ζωή. Εκείνη τη μέρα, ο Γιάννης με ακολούθησε και ήρθε μαζί μου. Ήμουν τυχερή με τον άντρα μου: δεν άκουγε τη μητέρα του χωρίς δεύτερη σκέψη. Παρ όλα αυτά, την σεβόταν. Προσπάθησε να με παρηγορήσει και να μου εξηγήσει πως αυτός ήταν απλώς ο χαρακτήρας της μητέρας του.
Όταν παντρευτήκαμε, ξεκινήσαμε να μαζεύουμε χρήματα για δικό μας σπίτι. Ο Γιάννης έφυγε και γύρισε μετά από έξι μήνες. Δούλευε σκληρά. Σε λίγα χρόνια καταφέραμε να αγοράσουμε ένα σπίτι και να το ανακαινίσουμε. Δεν επισκεπτόμασταν συχνά την Κατερίνα. Εκείνη κατάφερνε να λεει ανοησίες για μένα στον Γιάννη και σε όλους τους γνωστούς της. Βλέπετε, η νύφη της δεν την αφήνει να βοηθήσει τη μάνα της. Τι σημαίνει δεν τον αφήνει; Και άλλα τέτοια.
Αποφάσισε να μετακομίσει στην πόλη, αλλά τα χρήματα που πήρε για το σπίτι δεν της έφτασαν. Μας ζήτησε να βοηθήσουμε οικονομικά και μας υποσχέθηκε ότι το διαμέρισμα θα πάει στον γιο μας, τον εγγονό της. Όμως στον συμβολαιογράφο ξαφνικά δήλωσε πως το διαμέρισμα θα πρέπει να πέσει στην ίδια κληρονομιά, γιατί ένας φίλος της είπε πως πολλές γιαγιάδες καταλήγουν άστεγες έτσι. Μετά είπε πως θα αφήσει το διαμέρισμα σε όποιον τη φροντίσει στα γηρατειά. Ήθελε να είναι η κυρία του σπιτιού! Είπε ότι θα την εξαπατήσουμε και θα μείνει χωρίς τίποτα.
Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε. Όλος ο κόσμος στο γραφείο του συμβολαιογράφου άκουσε τα παράπονά της και νιώσαμε πολύ άβολα. Αποφασίσαμε να αφήσουμε το θέμα. Μετακόμισε αμέσως και δεν μας άφησε ούτε να κάνουμε μικρές επισκευές. Έμεινε εκεί σχεδόν ένα μήνα και μετά άρχισε να παραπονιέται ότι όλα ήταν παλιά και χαλασμένα. Η πεθερά μου με κατηγορούσε για όλα: ότι της βρήκα λάθος διαμέρισμα και ήθελα να την εξαπατήσω.
Η Κατερίνα αγαπούσε τα παιδιά της ξαδέρφης της, αλλά αδιαφορούσε για τον δικό της εγγονό. Προσποιήθηκε πως δεν θυμόταν καν τα γενέθλιά του! Πριν λίγα χρόνια αρρώστησε. Είχε παχύνει τόσο που δεν μπορούσε να κινηθεί στο σπίτι. Της έφερνα υγιεινό φαγητό που είχε γράψει ο γιατρός. Εκείνη όμως φώναζε και αρνιόταν να φάει, λέγοντας ότι μόνο η ξαδέρφη της την τάιζε σωστά κι εγώ την αφήνω χωρίς φαγητό.
Πέρσι, ο άντρας μου άρχισε να με παρακαλά να τη φέρουμε στο σπίτι μας. Σύμφωνα με εκείνον, η μητέρα του είχε καταλάβει και αποφάσισε να ακούσει τον γιατρό.
Εντάξει συμφώνησα. Αλλά έβαλα όρους: η κουζίνα να είναι μόνο στη διάθεσή μου, να μαγειρεύω μόνο εγώ εκεί και να αποφασίζω τι τρώμε και να μην έρχεται κανένα από τα ξαδέλφια της.
Η πεθερά μου ξεσηκώθηκε και δεν ήθελε να έρθει, γιατί νόμιζε ότι θα ερχόταν και θα διευθύνει το σπίτι. Όμως, εμείς έχουμε μόνο μια κυρία του σπιτιού και αυτή είμαι εγώ! Έπρεπε να την επισκέπτομαι, να καθαρίζω, να μαγειρεύω, ακόμα και να μένω μερικές νύχτες. Ενώ η αγαπημένη ξαδέρφη της απλώς δήλωνε ανησυχία από το τηλέφωνο.
Η πεθερά μου ειδοποίησε στο τηλέφωνο πως την αφήνω χωρίς φαγητό: δεν της δίνω γλυκά ή καπνιστά λουκάνικα. Με παρακαλούσε να φέρω γλυκά. Εκείνη όμως, λέγοντας πως ήταν απασχολημένη, καθυστερούσε το να τη δει. Κι ας μένει τριπλάσια κοντά σε σχέση με εμένα. Ερχόταν μόνο μια φορά τον μήνα, φέρνοντας ανθυγιεινά εδέσματα, ενώ εγώ τη φρόντιζα καθημερινά.
Μια μέρα, η πεθερά μου τηλεφώνησε στην ξαδέρφη της και είπε πως χάθηκε το κολιέ και ο σταυρός της. Ενημέρωσε ότι και οι δυο μας είχαμε πάει εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν σίγουρη πως εγώ τα πήρα.
Χωρίς να αντιδράσω, έβαλα το φαγητό στο τραπέζι της και πήρα το κολιέ και τον σταυρό που είχαν πέσει στη ντουλάπα της. Στο σπίτι, τα είπα όλα στον Γιάννη και αποφάσισα ότι δεν θα ξαναπάω σε εκείνη. Του πρότεινα να τη στείλουμε σε γηροκομείο. Ο Γιάννης συμφώνησε.
Η εμπειρία αυτή μου έμαθε πως δεν μπορείς να αλλάξεις τους ανθρώπους, όσες θυσίες κι αν κάνεις. Κάποιες φορές, η αγάπη και ο σεβασμός σημαίνει και το να γνωρίζεις πότε να απομακρύνεις τον εαυτό σου, να προστατεύεις τη δική σου οικογένεια και να βρίσκεις το θάρρος να βάζεις όρια. Η ζωή μας προσφέρει, τελικά, στιγμές που πρέπει να διαλέξουμε την πραγματική ηρεμία και αξιοπρέπεια για μας και τους δικούς μας, χωρίς ενοχές.





