Ο Γιάννης Γιαννακόπουλος ξύπνησε… Η μέρα φαινόταν να ξεκινάει αρκετά καλά. Όταν φτάνεις τα 118, το…

Γιάννης Παπαδόπουλος άνοιξε τα μάτια του

Η αλήθεια είναι πως η μέρα ξεκινούσε ήρεμα. Όταν γιορτάζεις τα 118α γενέθλιά σου, το να ξυπνάς ήδη αποτελεί κατόρθωμα.

Πρώτα ο απαραίτητος έλεγχος: άνοιξε το αριστερό μάτι λειτουργεί, το δεξί θολό. Ξέβγαλε, έσταξε σταγόνες λες και γεννήθηκε μόλις τώρα.

Έλυσε ό,τι λύγιζε· ό,τι δεν λύγιζε, το άλειψε με αλοιφή. Έλεγξε τα πόδια, τα χέρια, ακόμα και το λαιμό έκανε μερικές στροφές να κάνει το κρακ. Σιγουρεύτηκε ότι όλα γυρνάνε, όλα σπάνε λίγο όπως παλιά, χτύπησε λίγες φορές τα πόδια του στο πάτωμα και ξεκίνησε τη μέρα.

Στις οκτώ ακριβώς, χτύπησε το τηλέφωνο από τον ΕΦΚΑ:
Λίνα, καλημέρα, ξερόβηξε χαρούμενα ο εορτάζων.
Και σε εσάς καλημέρα, κύριε Γιάννη, αποκρίθηκε βαριά η Λίνα, πώς είστε;
Δεν έχω παράπονο, χαμογέλασε στο ακουστικό ο ηλικιωμένος.
Τι κρίμα, κύριε Γιάννη! Για χάρη σας έχω φάει πέμπη προειδοποίηση φέτος! Σήμερα κλείνετε τριάντα χρόνια που φύγατε από επικουρική και μπήκατε στη βασική σύνταξη του κράτους!
Ε, τι να κάνω, συγγνώμη. Άκουσα, αυτόν το μήνα, υπάρχει αύξηση;
Ναι αύξηση η φωνή της μαύρισε τελείως, και μήπως εργάζεστε κάπου από εδώ κι από εκεί; δοκίμασε την τύχη της.
Όχι, ευτυχώς, τα λεφτά μου φτάνουν και περισσεύουν.
Κρίμα Καλή σας δεν πρόλαβε να κλείσει καλά-καλά πριν το κλείσει η γραμμή.

Στις εννιά, ο Γιάννης Παπαδόπουλος έπιασε το πρωινό με τον προ-προ-εγγονό του που δεν έμενε μόνιμα εκεί, αλλά είχε δικό του κλειδί και έμπαινε όποτε ήθελε. Πάντα, μόλις έμπαινε, έπιανε τα μετρήματα: πότε μετρούσε την κουζίνα, πότε το μπάνιο. Ύστερα υπολόγιζε υλικά, κοστολογούσε δουλειές, σχεδίαζε έπιπλα.

Σήμερα, ξέχασε το μέτρο.
Πάρε απ το σερβάν, πρότεινε ο Γιάννης, του παππού σου ήταν, γελώντας γλυκόπικρα, και έριξε τσάι στο μπρίκι.
Ο νεαρός αναστέναξε βαριά και κάθισε να φάει τη φημισμένη ομελέτα του προ-προ-παππού του.

Στις δέκα, ο γέρος βγήκε για τσιγάρο έξω απ την πολυκατοικία.
Ε, Παππού Γιάννη, πάλι καπνίζεις! Ξέρεις ότι το κάπνισμα προκαλεί ο γείτονας κόμπιασε βλέποντας τον Γιάννη μια χαρά ζωντανό, αν και καπνίζει εδώ και εξήντα χρόνια, αντί να τον σκοτώσει αυτό που «προκαλεί».
Εμείς πάμε σήμερα Αθήνα.
Τι θα κάνετε εκεί;
Θα πάρουμε μετρό, θα πάμε Σύνταγμα, θα δούμε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο μουσείο, όσο δεν τον κρύψανε ακόμα.
Και τι να τον δεις δηλαδή, Βενιζέλος κι αυτός
Εσύ τον έχεις δει στα μάτια σου;
Ναι μωρέ, είχε έρθει και στο χωριό μας τότε.
Στο φέρετρο κιόλας;
Όχι, σε βαγόνι τρένου!
Καλά, κι εσύ, πόσων χρονών είσαι αλήθεια;
Δεκαοχτώ! μασώντας φίλτρο του τσιγάρου ο γέρος.
Άντε ρε
Ναι, έμεινα και για δεύτερη ενηλικίωση!
Να τα εκατοστήσεις ξανά τότε!
Ευχαριστώ, γελώντας ξαναμπήκε στο σπίτι ο Γιάννης.

Στις έντεκα, τον πήρε ο διευθυντής της Cosmote και κλαίγοντας σχεδόν του ζήτησε να αλλάξει πρόγραμμα. Αυτό που είχε ο Γιάννης υπήρχε μόνο για χάρη του, και πλέον η εταιρεία του πλήρωνε κιόλας από πάνω, αν το έβλεπες σε σημερινά ευρώ.

Στις πέντε το απόγευμα, ο Γιάννης Παπαδόπουλος εμφανίστηκε στο σούπερ μάρκετ. Στα γενέθλιά του, η αλυσίδα του έδινε έκπτωση ίση με τα χρόνια του. Πήρε τούρτα, ένα κιλό μπανάνες και μία τηλεόραση plasma 65 ιντσών. Με τα ρέστα, κάλεσε ταξί και εργάτες να του τα κουβαλήσουν.

Στις εφτά, πήραν τηλέφωνο από το νεκροτομείο και του ζήτησαν να μαζέψει επιτέλους το ασφαλιστικό του και τις παντόφλες του.

Στις οκτώ ήρθαν οι φίλοι του, ο Γιάννης έστρωσε τραπέζι, άνοιξε το καινούριο του κουτί με κρασί και άναψε την τηλεόραση. Οι ευχές ήταν λιτές. Κανείς δεν ήξερε τι να ευχηθεί πια, και έτσι απλά σηκώνονταν ένας-ένας.

Στις δέκα, εμφανίστηκαν οι αστυνομικοί να του ζητήσουν να κάνει ησυχία, επειδή δίπλα μένουν ηλικιωμένοι άνθρωποι. Την πόρτα άνοιξε ο ίδιος ο εορτάζων, μπερδεύοντας πλήρως τους υπαλλήλους της τάξης.

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος κοιμήθηκε λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όταν και οι τελευταίοι εξαντλημένοι καλεσμένοι επέστρεψαν σπίτια και νοσοκομεία. Χαμογελώντας στο σκοτάδι, έβγαλε το μαγικό του δαχτυλίδι δώρο της γυναίκας του λίγο πριν φύγει από τη ζωή και το έβαλε κάτω απ το μαξιλάρι. Πάνω του, χαραγμένο με μικρά γράμματα: «Να ζήσεις και για μένα».

Κι έτσι έκανεΈκλεισε τα μάτια του κι άκουσε τα ψιθυρίσματα απ΄ τα όνειρα· όλα τα χρόνια του μαζεύονταν γύρω απ το κρεβάτι, χαμογελαστά παιδιά, έφηβοι νεαροί, στρατιώτες, εργάτες, παππούδες και πάλι πίσω, κάθε εκδοχή του χόρευε κύκλους πάνω απ το μαξιλάρι. Κάθε μικρός Γιάννης του χαμογελούσε και του γνέφε γεμάτοι ζωντάνια, αστεϊσμούς και πονηριές.

Ήξερε πως το δαχτυλίδι έκρυβε μυστικό: του χάριζε την κάθε αυγή, όσο τολμούσε ακόμα ν αγαπάει, να γελάει και να θυμώνει· όσο θυμόταν να ξυπνά από πείσμα, να μαλώνει τα εγγόνια και να συγχωρεί τους πάντες. Ήταν το δώρο της που του χάριζε άλλη μια μέρα, κάθε μέρα.

«Να ζήσεις και για μένα» ψιθύρισε πάλι, και στον ύπνο του έγειρε πλάι της στο παλιό, ξύλινο τραπέζι, όπου το κρασί δεν τέλειωνε ποτέ, οι φίλοι γελούσαν για πάντα, και οι γενέθλιοι άνεμοι φυσούσαν στα μαλλιά του.

Και κάθε πρωί, όσο η καρδιά του θύμιζε ήλιο που δεν απόκαμε, ο Γιάννης Παπαδόπουλος θα άνοιγε τα μάτια του, έστω μόνος, μα ποτέ ξένος στη ζωή του κόσμου.

Oceń artykuł
Ο Γιάννης Γιαννακόπουλος ξύπνησε… Η μέρα φαινόταν να ξεκινάει αρκετά καλά. Όταν φτάνεις τα 118, το…