Δεν καταλάβαινα στην αρχή γιατί η κόρη μου βιαζόταν τόσο πολύ να παντρευτεί το αγόρι της, που ήξερε κυριολεκτικά μόνο ένα μήνα. Για να πω την αλήθεια, πέρασε από το μυαλό μου ότι μπορεί να ήταν έγκυος. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Αλλά η Δανάη επέμεινε πως δεν περίμεναν παιδί. Απλώς αγαπιούνται τρελά και δεν αντέχουν ούτε μέρα ο ένας χωρίς τον άλλον. Τέλος πάντων, εγώ χάρηκα τότε, το παραδέχομαι. Πόσοι βρίσκουν αγάπη με τέτοια φλόγα στις μέρες μας;
Αμέσως αποφάσισαν να κάνουν γάμο οι γονείς του γαμπρού έδωσαν μερικά ευρώ, δίναμε κι εμείς, να μη μείνουμε πίσω. Έγινε ο γάμος με τις μαντινάδες, τα στεφάνια και όλο το σόι να χαμογελάει πλατιά. Μόνο η μαμά του γαμπρού, η κυρία Θάλεια, μου φάνηκε κάπως περίλυπη. Στην αρχή νόμιζα πως δε χώνευε την κόρη μου. Δεν ήθελα κι εγώ να σκαλίζω, αλλά κάτι δε μου καθόταν καλά και τελικά πήρα θάρρος να τη ρωτήσω τι έχει.
Η κυρία Θάλεια σιώπησε αρχικά μετά σήκωσε το κεφάλι και με μάτια κατακόκκινα, μου είπε ψιθυριστά και συγκινημένη:
Αυτός ο γάμος δεν έπρεπε να γίνει. Ο γιος μου θα κάνει την κόρη σου δυστυχισμένη. Δεν την αγαπάει, δεν την αγαπάει καθόλου. Παντρεύεται για εκδίκηση. Η πρώην του τον παράτησε για τον καλύτερό του φίλο και ήθελε να της τη φέρει. Του είπα να μην το κάνει, μόνο μπελάδες θα φέρει, αλλά τα νιάτα δεν ακούνε συστάσεις
Την άκουσα και μου φάνηκαν όλα τεράστιες ανοησίες. Είχα ρωτήσει την κόρη μου, ξανά και ξανά, αν όλα πάνε καλά. Κάθε φορά έλεγε πως πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Ε, σκέφτηκα, η Θάλεια μάλλον δεν ήθελε γάμο και βρήκε δράματα να πει, για να της περάσει το άγχος.
Δυο μήνες μετά όμως, είδα την κόρη μου να γυρίζει σπίτι με μάτια πρησμένα απ το κλάμα και δυο βαλίτσες. Ο γαμπρός της χρονιάς είχε καταθέσει διαζύγιο. Τελικά, ακόμα αγαπούσε την πρώην του, η Δανάη δεν του έκανε και ο γάμος έγινε μόνο για αντίδραση. Τώρα, εγώ βασανίζομαι: γιατί δεν τον σταμάτησα; Αφού κάτι μέσα μου το ήξερεΤης έφτιαξα ζεστό τσάι και κάθισα δίπλα της σιωπηλή, χωρίς λόγια, μόνο με μια αγκαλιά. Είδα τότε, για πρώτη φορά, πως η τρελή αγάπη ήταν μια φλόγα που τσουρούφλισε, έκαιγε ό,τι έβρισκε μπροστά της και στο τέλος άφησε πίσω μόνο στάχτες. Εκείνο το βράδυ, η Δανάη κοιμήθηκε στο παιδικό της κρεβάτι, με τα πόδια γυρισμένα στο πλάι όπως τότε που ήταν μικρή, και εγώ έμεινα ξύπνια να σκέφτομαι τη Θάλεια τα λόγια της είχαν βρει τον στόχο, όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ.
Την επόμενη μέρα, η Δανάη με βρήκε στην κουζίνα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, αλλά το βλέμμα της διαφορετικό. Κάθισε απέναντί μου και χαμογέλασε πικρά.
Μάμα, νομίζω ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν θέλω να αγαπήσω κανέναν, μόνο να βρω εμένα, μου είπε.
Της έσφιξα το χέρι. Η αγάπη των γονιών δεν είναι να προλαμβάνεις τα πληγώματα, αλλά να βοηθάς στα γιατρικά. Η Δανάη μάζεψε τα κομμάτια της σιγά σιγά, βρήκε δουλειά, θυμήθηκε ποιες φίλες της ήταν αληθινές και ξανάρχισε να χαμογελάει, σιγανά και σταθερά. Τα καλοκαίρια εκείνα τα περάσαμε μαζί, με πρωινά στη βεράντα, συζητήσεις χωρίς φόβο, και μικρές χαρές που ξανάχτιζαν το μέσα μας.
Κάπου εκεί κατάλαβα πως, μερικές φορές, οι καταιγίδες χρειάζονται για να καθαρίσει ο ουρανός κι η αγκαλιά του σπιτιού μένει πάντα ανοιχτή, για όποιον επιστρέφει κουρασμένος στη φωλιά του.






