Δεν θα γίνει γάμος
Η Λητώ πέρασε το κατώφλι του υπνοδωματίου και στάθηκε σαν να είχε βγει ξαφνικά σε πλατεία με άδειο ουρανό. Μπροστά της, τρεμοπαίζοντας σαν σκιά σε φεγγαρόφωτο, στεκόταν η Δανάη, φορούσε νυφικό· το ύφασμα ανασαίνοντας γύρω της, λευκό σαν το ασβέστη στα Κυκλαδίτικα σοκάκια. Τα μάτια της έλαμπαν παράξενη, διάφανη χαρά σχεδόν δεν ακουμπούσε το πάτωμα. Η Λητώ κράτησε την αναπνοή της και ψιθύρισε:
Θεέ μου, λάμπεις ολόκληρη! Δεν μπορώ να πιστέψω πόσο χαρούμενη φαίνεσαι, Δανάη! Είμαι τόσο ευτυχισμένη για εσένα, τέλος επιτέλους όλα όσα σε κρατούσαν πίσω άφησες τον Νεκτάριο στη σκιά και τώρα είσαι έτοιμη για κάτι καινούργιο στον ήλιο! Είσαι σπουδαία!
Η Δανάη έκανε μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα, και το φως της χάθηκε αστραπιαία από το χαμόγελό της. Με ύφος αποστασιοποιημένο, έλυσε τη σειρά με τα κουμπιά στο πλάι του φορέματος, σαν να ξερίζωνε βάρη από το θώρακά της.
Καλύτερα να το βγάλω, μουρμούρισε, τα χέρια της να πετούν πάνω στο ύφασμα πιο γρήγορα κι απ τον αέρα στην Πίνδο. Μένουν δύο εβδομάδες. Αν πάθει τίποτα το φόρεμα τώρα, δε θα βρω ποτέ τίποτα ίδιο, και θα γυρίζω γυμνή στους διαδρόμους της φαντασίας μου.
Η Λητώ δάγκωσε τα χείλη της, νιώθοντας το σούβλισμα της ενοχής. Τι της ήρθε και θύμισε τον Νεκτάριο; Σαν να ξυπνάς τη μνήμη της πείνας όταν κάθεσαι σε τραπέζι γεμάτο, χωρίς σκιές πια. Ο Νεκτάριος δεν άξιζε ούτε έναν δάκρυ, κι όμως, εκείνος έκανε το πρόσωπο της Δανάης σκιερό ακόμα και τώρα.
Κάποτε η Δανάη πίστευε πως ο Νεκτάριος ήταν ο άνθρωπος της μοίρας της μοιραία γνωριμία σε σταθμό, κάτι μεταφυσικό σε μια αγκαλιά κάτω από τζιτζίκια Ιουλίου. Ο χρόνος όμως σκέπασε τρυφερότητα με βρύα. Εκείνος απομακρύνθηκε, απέφευγε τη συνάντηση, μετά άρχισε να κριτικάρει κάθε επιλογή της, τους φίλους, τα όνειρά της για μια ζωή με άλλον ορίζοντα. Την έπεισε να αφήσει μια καλή δουλειά σε εταιρεία τεχνολογίας, της είπε να ακυρώσει ένα internship στη Βαρκελώνη, και τελικά να αλλάξει εντελώς κατεύθυνση στη ζωή της.
Η οικογένεια της Δανάης δεν έβρισκε τα λόγια. Έβλεπαν τη μορφή της να αλλάζει, κάθε γωνία ζωής να γίνεται αδιόρατα λυπημένη, μα δεν μπορούσαν να την αγγίξουν. Η κάθε κουβέντα καθρεφτιζόταν σε καυγά. Ο Νεκτάριος την είχε πείσει ότι οι δικοί της τον παράμεριζαν, ότι η ιδανική αγάπη τους έπρεπε να προστατευτεί απ όσους προσπαθούσαν να την διαλύσουν. Σιγά σιγά, η Δανάη χάθηκε για τους δικούς της.
Και μετά, ο Νεκτάριος έγινε αόρατος. Άνοιξε μια πόρτα κι έφυγε, χωρίς σημείωμα, χωρίς αντίο, χωρίς ήχο μόνο μια πληγή στην ψυχή της Δανάης, και ένα μικρό κορίτσι στην αγκαλιά της. Το παιδί μα κυρίως η πληγή, που διάλεξε να κουβαλήσει παντού.
Τώρα, βλέποντας τη φίλη της να φυλάει το νυφικό σαν ανείπωτο μυστικό, η Λητώ ένιωσε την ενοχή σαν δάγκωμα χταποδιού στο στομάχι. Ήθελε απλώς να χαρεί για τη Δανάη, να δει το μέλλον στο προσωπάκι της, όχι το παρελθόν.
Η κόρη της, η μικρή Νεκταρία, τέσσερα ετών τώρα, έμοιαζε με κομμάτι από το άλλο σύμπαν σκοτεινά σγουρά μαλλιά, το ίδιο σχήμα ματιών με τον πατέρα της, κι εκείνη η μισοειρωνική γλύκα στο χαμόγελο. Η Δανάη αγαπούσε το παιδί, αλλά κάποιες φορές ήταν σα να χάιδευε το παρελθόν κρατώντας τη μικρή της κόρη στην αγκαλιά, καθώς το αίμα της έκλαιγε βουβά κάθε φορά που κοίταζε τα μεγάλα μάτια της.
Τις περισσότερες ώρες, η μικρή Νεκταρία ήταν με τη γιαγιά και τον παππού. Οι γονείς της Δανάης πήραν στην καρδιά τους το παιδί, το δούλευαν σαν παστό στο τραπέζι τους διάλεξαν οι ίδιοι το ιδιωτικό νηπιαγωγείο, τα μαθήματα αγγλικών, τη σχολή χορού, τις βόλτες στο Αττικό Πάρκο. Η Δανάη έρχονταν να δει την κόρη της μετρημένες φορές την εβδομάδα δεν άντεχε περισσότερο από μια ώρα κάθε φορά.
Τα βράδια που περνούσαν μαζί είχαν βάρος ασημένιο. Μια φορά, πιάνοντας τη μικρή να ολοκληρώνει ένα πολύχρωμο παζλ, η Δανάη χαμογέλασε με δύναμη:
Μπράβο μικρούλα, είσαι τόσο έξυπνη!
Η Νεκταρία έστρεψε τα μάτια της, αναστενάζοντας, κι είπε:
Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς μου; Όλα τα παιδιά έχουν μπαμπά στο νηπιαγωγείο, μόνο εγώ δεν έχω…
Η Δανάη ένιωσε πως τα πάντα ράγισαν μέσα της.
Δεν ξέρω αγάπη μου, ο μπαμπάς είναι μακριά. Κάπου στον κόσμο ταξιδεύει, αλλά σε σκέφτεται, να το ξέρεις.
Και γιατί δεν παίρνει τηλέφωνο; Να του δείξω πως τα κατάφερα με τα κορδόνια στα παπούτσια!
Είναι πολύ απασχολημένος… αλλά είμαι σίγουρη θα ήταν υπερήφανος για σένα.
Η μικρή ένευσε, ήσυχη, και ξανασυνέχισε με το παζλ της. Και η Δανάη έμενε να χαϊδεύει τα μαλλιά της, μυρίζοντας το σαμπουάν, να φυλάει εκείνες τις στιγμές σα χάντρες αγιορείτικου κομπολογιού, που χάνονται όταν χτυπήσουν χαμηλό κύμα.
Στο βάθος της καρδιάς όμως, η Δανάη δεν είχε πάψει ποτέ να σκέφτεται τον Νεκτάριο. Καμιά φορά φανταζόταν ότι κάτι κακό του είχε συμβεί, πως δε μπορούσε να επικοινωνήσειτέτοιες σκέψεις ήταν ο αόρατος σωσίβιός της στη θάλασσα του φόβου.
Η μαμά μαλακά την συμβούλευε πως πρέπει να κοιτά την κόρη και το μέλλον. Οι φίλοι ξεκάθαροι: «Σε παράτησε. Πάψε να τον κυνηγάς!» Η Δανάη κλείνονταν στη σιωπή, αφήνοντάς τους να φύγουν σαν σύννεφα που φεύγουν από τον Όλυμπο.
Έβρισκε, πάντως, ασχολίεςτρυπώνοντας στα κοινωνικά δίκτυα, παίρνοντας τηλέφωνα σε παλιά στέκια, στέλνοντας μηνύματα στον αέρα. Ουδέποτε απάντηση, μόνο ηχοκύματα.
Πέντε χρόνια πέρασαν. Και τότε, ένας άνδρας περπάτησε στη ζωή της μέσα από ένα πάρτι γενεθλίων ο Άγγελος, αληθινός σαν φθινοπωρινό φύλλο, αξιοπρεπής μέχρι αστείο, ήρεμος σαν ήλιος δίχως άνεμο, τρυφερός. Από τις πρώτες τους συναντήσεις, η Δανάη ένιωσε πως μαζί του μπορούσε να ησυχάσει το θρόισμα των σκέψεών της. Ο Άγγελος δεν απαιτούσε τίποτα. Αν κουραζόταν, προτιμούσε να φύγουν. Αν ήθελε σιωπή, καθόταν απλώς δίπλα της. Ενδιαφερόταν για τα πιο μικρά πράγματα, σαν παλιό φιλί στη βεράντα. Ακόμα, είχε τον τρόπο να συνεννοείται τέλεια με τη μικρούλα.
Την πρώτη φορά που ο Άγγελος βρέθηκε μπροστά στη Νεκταρία, τα μάτια του χαμήλωσαν, γονάτισε στο πάτωμα, ρώτησε για τα αγαπημένα της κινούμενα σχέδια. Σε μισή ώρα μάζευαν παρέα τουβλάκια κι εκείνη του έδειχνε κάστρα και δράκους γελώντας.
Ο καιρός έφερε τον Άγγελο όλο και πιο συχνά στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Έπαιρνε τη μικρή βόλτα στα πάρκα, την έμαθε να κάνει ποδήλατο, της διάβαζε παραμύθια πριν κοιμηθεί. Και μια μέρα, καθώς ζωγράφιζαν, είπε ήρεμα: «Θα ήθελα να γίνω αληθινός πατέρας για εκείνη. Θέλω να την υιοθετήσω, αν μου το επιτρέπεις.»
Η Λητώ χάρηκε ειλικρινά: έβλεπε πώς άλλαζε η φίλη της· το χαμόγελό της, τα μάτια της, λιγόστευαν οι σκιές. Μα σήμερα, η Λητώ είπε το λάθος όνομα και πάγωσε, φοβούμενη ότι θα γυρίσει η θλίψη σαν κρύο μελτέμι.
Αντί γκρίζας, η Δανάη χαμογέλασε μισά και με ελαφρότητα ασυνήθιστη είπε:
Μεγάλωσα πια. Ξέρω πως η δική μου αγάπη για τον Νεκτάριο ανήκει στα χτες. Μερικές φορές μετανιώνω που έδωσα στην κόρη το ίδιο όνομα με τον πατέρα… γραφική ήμουν τότε. Πώς με αντέχατε πραγματικά;
Η Λητώ έπιασε το χέρι της.
Σκέφτεσαι να πάρεις τη μικρή στο δικό σου σπίτι;
Ναι. Ο Άγγελος το θέλει πολύ προτείνει μάλιστα να αλλάξουμε και το όνομά της. Λέει πως θα με βοηθήσει. Θα χρειαστεί να αλλάξουμε και το πιστοποιητικό, όταν ολοκληρωθεί η υιοθεσία.
Έμειναν σιωπηλές, κοιτώντας τη βροχή να χαϊδεύει τα κράσπεδα. Στο νου της, η Δανάη έπαιξε για λίγο με την ιδέα της αλλαγής ονόματος, μα ήξερε πως δεν είχε φύγει ποτέ από μέσα της το παλιό της όνειρο. Οι δικοί της λιγόστευαν επικοινωνίες, οι φίλοι είχαν κουραστεί ήρθε η ώρα να αφεθούν τα φαντάσματα.
Αλλά αυτό ήταν δύσκολο…
Ο Άγγελος ήταν άξιος, αλλά δεν ήταν ο Νεκτάριος ποτέ δεν τον αγάπησε με φωτιά, μόνο με γαλήνη. Τον χρησιμοποιούσε κάπως, όπως χρησιμοποιεί κανείς ζεστά σεντόνια στην υγρασία.
Αν ο Νεκτάριος εμφανιζόταν… θα παρέδιδε τα πάντα για να του ξανακρατήσει το χέρι.
***************************
Δεν θα γίνει ο γάμος! είπε η Δανάη με μάτια φωτιά, σχεδόν μισοχορεύοντας. Όπως τα πλοία στον Πειραιά, έτσι κι εμείς, τραβάμε άλλους δρόμους!
Ο Άγγελος την κοίταζε ανήμπορος να καταλάβει. Είχαν μείνει επτά μέρες, είχαν διαλέξει μενού, λουλούδια, καλεσμένους, όλα. Τώρα η Δανάη του έλεγε ότι όλα τελειώνουν, σαν να ρίχνει νερό στη φωτιά;
Δηλαδή δεν θα γίνει; ψέλλισε ο Άγγελος προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει αν ονειρευόταν ή η ζωή είχε μετατραπεί σε παράλογο μύθο. Τι συνέβη, Δανάη; Εξήγησέ μου.
Η Δανάη έδιωξε τα λόγια του μακριά, γυρνώντας σαν δερβίσης. Έριχνε ρούχα μέσα στη βαλίτσα, τα μάτια της άστραφταν, ένα χαμόγελο γλιστρούσε στα χείλη της άγριο, λυτρωτικό.
Ο Νεκτάριος γύρισε! ξέσπασε, λες και πέταξε τραπουλόχαρτα στον ουρανό. Ήρθε χτες, τα είπαμε… δεν το πιστεύω ακόμα, κι όμως είναι αλήθεια!
Γύρισε προς τον Άγγελο, στο βλέμμα της μόνο έξαψη και αναμονή.
Σ ευχαριστώ για αυτόν τον καιρό, συνέχισε μαλακά ήσουν καλός, ευγενικός… μα ποτέ δεν σ αγάπησα αληθινά. Τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία για μια νέα ζωή, στην πόρτα της ευτυχίας, δεν θα τη χάσω!
Ο Άγγελος ένιωσε το σώμα του να ραγίζει από παγωνιά. Πάλι ο Νεκτάριος. Ήξερε πάντα πως η σκιά του δεν είχε φύγει, ελπίζοντας πως ο χρόνος θα αμβλύνει την παρουσία του.
Μίλησες μαζί του δηλαδή; ψιθύρισε, φωνή σαν άμμος που κυλάει μέσα στα δάχτυλα. Τι σου είπε; Τι δικαιολογία βρήκε αυτή τη φορά;
Καμία, πέταξε απότομα, χαμηλώνοντας το φως στη φωνή της, ενώ τα μάτια έλαμπαν είπε μόνο πως συνειδητοποίησε πόσο μεγάλο λάθος έκανε. Ότι πάντα σκεφτόταν εμένα!
Εκείνη συνέχιζε να τακτοποιεί τα πράγματα, ο κόσμος του Άγγελου ξέβαφε όπως πίνακας αφήνοντας στάμπες γύρω του.
Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, μονολόγησε, ψάχνοντας στα συρτάρια για μη ξεχασμένα ενθύμια. Οι δικοί του επέμειναν τα χρόνια τότε να φύγει για Ιταλία και δεν κατάφερε να με ειδοποιήσει. Φαντάσου! Πάντα με σκέφτονταν όμως. Όλα θα φτιάξουν τώρα, θα είμαστε επιτέλους μαζί!
Κι όπως η Δανάη αναλογιζόταν εκείνο το τηλεφώνημα, θυμήθηκε τη φωνή του Νεκτάριου, θολή και σπασμένη:
Δανάη, ξέρω πως μοιάζει αδιανόητο. Οι γονείς μου με έστειλαν μακριά αντέδρασα, αλλά με έκοψαν από κάθε χρήμα, έσβησαν λογαριασμούς… Ούτε κινητό δικό μου δεν είχα!
Γιατί ούτε ένα τηλεφώνημα; φώναξε μέσα από δάκρυα. Να μου πεις τι; Ότι έγινα αδύναμος;
Στο άκουσμα του, όλη η πίκρα και τα παράπονα μεταμορφώθηκαν σε προσδοκία. Λες και όλοι οι χρόνοι συμπυκνώθηκαν στη στιγμή της φωνής του.
Όλα θα αλλάξουν, της είχε πει. Παράτησα τα πάντα, ήρθα πίσω, δεν φεύγω ξανά.
Τώρα στεκόταν μπροστά στον Άγγελο, έτοιμη να αλλάξει σελίδα, αδύναμη πια για τύψεις.
Μην ανησυχείς, είπε σχεδόν συμπονετικά ειδοποίησα τους καλεσμένους. Σε λυπάμαι για τον ψίθυρο των άλλων, μα θα τα καταφέρεις, είναι σίγουρο.
Έδεσε τις βαλίτσες κι άνοιξε το χερούλι της σαν να κρατούσε το τιμόνι σκάφους έτοιμου να φύγει από το λιμάνι.
Μην μου γράψεις, μην τηλεφωνήσεις, μην στείλεις φωνητικά. Τελείωσε, δεν αλλάζω γνώμη με τίποτα.
Η απόφασή της αντίλαλησε στο δωμάτιο, άφησε την πόρτα ανοιχτή και βιάστηκε να βγει σαν να έφευγε κυνηγημένη από τη μυθολογία της.
Ο Άγγελος στεκόταν άγαλμα στη μέση του δωματίου, το βλέμμα του χαμένο. Ήθελε να φωνάξει, να σπάσει τη σιωπή, αλλά αντί για λέξη, κατάπιε αλάτι.
Μήπως βιάζεσαι υπερβολικά; τόλμησε τελικά.
Η Δανάη σταμάτησε, γύρισε μόνο ελάχιστα, το σώμα της άκαμπτο.
Κι αν εκείνος δε θέλει σχέση πια; συνέχισε ο Άγγελος αν δεν δεχτεί τη μικρή ή αν δεν σου κάνει ποτέ πρόταση;
Η Δανάη θεριεύτηκε.
Εκείνος με κάλεσε για σοβαρή συζήτηση. Αυτό αρκεί! Και μη νομίζεις ότι είναι όπως λες ο Νεκτάριος δεν θα με προδώσει!
Η φωνή της έσπασε, αλλά μαζεύτηκε, τράβηξε με κόπο τις βαλίτσες της προς την πόρτα.
Ο Άγγελος έκανε κίνηση να τη βοηθήσει, μετά σταμάτησε δεν είχε λόγο πια. Την άφησε να βγει, ξέροντας πλέον κι ο ίδιος πως το όνειρό του διαλυόταν, όπως κοχύλι σε χταπόδι βράχου.
Η Δανάη ήδη ονειρευόταν το μέλλον οραματιζόταν τον Νεκτάριο να την περιμένει μπροστά στο σπίτι του με ανοιχτές αγκαλιές.
Μα η αλήθεια ήταν αλλιώτικη. Ο Νεκτάριος ήθελε απλώς να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς, να αφήσει το παρελθόν. Γιατί είχε πλέον αλλάξει ζωή.
Η Δανάη, τυφλωμένη από τα όνειρα της αλλαγής, δεν το έβλεπε.
Σέρνοντας τις βαλίτσες ως την εξώπορτα, ακούμπησε το χέρι στο πόμολο, ίσα που σκέφτηκε να πει κάτι, μα το μετάνιωσε. Η πόρτα έκλεισε πίσω της χωρίς επιστροφή.
Ο Άγγελος έμεινε μόνος ανάμεσα σε υποσχέσεις που μυρίζουν γλυκόπικρα άνθη πορτοκαλιάς. Όλα χάθηκαν στιγμιαία, κι έμεινε με το άρωμα της φυγής, μετέωρος σαν σκύλος που περιμένει αφεντικό που δε γυρίζει.
***************************
Ο Νεκτάριος άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος ανασαίνοντας απέλπιδα. Εκεί, στα σκαλιά, ήταν η Δανάη με δύο βαλίτσες και βλέμμα φλεγόμενο σαν θυσία σε αρχαίο ναό. Ακίνητος, δεν μπορούσε να πει τίποτα. «Πώς έκανε τόσο μεγάλο λάθος;»
Εκείνος είχε πεισθεί πως όλα τέλειωσαν. Από τότε που η Δανάη βρήκε τον Άγγελο, πίστεψε πως βγήκε από την τροχιά του. Επιτέλους είχε γυρίσει στην Πάτρα, στο δικό του σπίτι, με την καινούρια του γυναίκα· είχε ευτυχία, ειρήνη, ασφαλές λιμάνι.
Της είχε τηλεφωνήσει απλώς για να βάλει μια τελεία στο παλιό κεφάλαιο, ούτε καν αποσιωπητικά.
Τώρα όμως στεκόταν με τις βαλίτσες, έτοιμη για καινούριο ταξίδι στη φαντασία της. Ο Νεκτάριος, σχεδόν απότομα, σήκωσε το χέρι, σταματώντας την.
Δανάη, περίμενε… ξεκίνησε ήπια, τα μάτια θλιμμένα. Δεν ξέρεις τα πάντα.
Η Δανάη τσακίστηκε, το βλέμμα της μαύρισε.
Τι εννοείς; Είπαμε ότι θα βρεθούμε, να μιλήσουμε, να τα βάλουμε όλα στη θέση τους…
Ο Νεκτάριος κοίταξε το πάτωμα.
Είμαι παντρεμένος πια. Δυο χρόνια. Είμαι καλά, ευτυχισμένος.
Η Δανάη έμεινε άγαλμα. Ένα πρόσωπο που καταποντίζεται, οι λέξεις κόπηκαν πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί.
Πώς τολμάς; μουρμούρισε τελικά, δάκρυ στο μάγουλο. Εσύ μου πες πως όλα άλλαξαν!
Ήθελα μόνο να πούμε αντίο σαν άνθρωποι. Αυτό. Κάπου μέσα σου ήξερες πως το κεφάλαιο αυτό έκλεισε.
Η Δανάη έκανε πίσω, τα χέρια έτρεμαν.
Με κορόιδευες; ούρλιαξε. Τα παράτησα όλα για σένα!
Ο Νεκτάριος έσφιξε τα δόντια του. Δεν ήθελε πια δράματα.
Δεν σου έδωσα ποτέ υποσχέσεις, είπε αργά μόνο εσύ ήλπιζες, εγώ προσπάθησα μόνο να μη σε πληγώσω περισσότερο. Τώρα είναι ώρα να τελειώσει όλο αυτό.
Η Δανάη, με μια κίνηση που θύμιζε παιδικό ξέσπασμα, πέταξε τη βαλίτσα της στο πλακάκι. Οι φωνές της αντηχούσαν στη σκάλα σαν ξόρκια. Ο Νεκτάριος άνοιξε γρήγορα την πόρτα, την οδήγησε διακριτικά έξω, και κλείδωσε. Η Δανάη φώναζε, κατέβαινε και ξανά ανέβαινε, το όνομά του αντηχούσε μεταξύ κουδουνιών, ώσπου οι γείτονες άρχισαν να διαμαρτύρονται με τις φωνές τους. Όταν η απειλή της αστυνομίας έγινε πραγματικότητα, τράπηκε σε φυγή.
Πριν φύγει, κοίταξε το σπίτι, όπως κοιτάζει κανείς πάνω απ τα σύννεφα, και βροντοφώναξε:
Θα ξαναγυρίσω! Θα το μετανιώσεις!
Ο Νεκτάριος βυθίστηκε στον καναπέ, πικραμένος, αποφασίζοντας εκείνη την τρελή στιγμή πως έπρεπε να πουλήσει το σπίτι, να φύγει αλλού κάπου όπου οι σκιές του παρελθόντος να μην τον ακολουθούν και κάθε φιγούρα να είναι άγνωστη.
*********************
Η Δανάη τώρα περπατούσε στους δρόμους της Αθήνας, χαμένη ανάμεσα σε μίνι μάρκετ και γιασεμιά, τίποτα δεν είχε πια μορφή. Η σκέψη της Νεκταρίας, χαραγμένη βαθιά, τώρα σιωπηλή συντροφιά.
Πήρε το δρόμο για το σπίτι του Άγγελου. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα, πήρε ανάσα, σκούπισε δάκρυα, να φαίνεται άνθρωπος, όχι φάντασμα.
Ο Άγγελος άνοιξε· τα μάτια του ψυχρά, κλειστά σαν παράθυρα χειμωνιάτικα.
Άγγελε, σε ικετεύω, ξεκίνησε με ψεύτικη σιγουριά ξέρω τι έκανα, πόσο άσχημα φέρθηκα. Θέλω να τα διορθώσω. Πραγματικά. Δεν θα πω το όνομα του Νεκτάριου ποτέ ξανά. Κατάλαβα πως η ευτυχία είναι δίπλα σου. Συγχώρεσέ με, δώσε μου μια δεύτερη ευκαιρία!
Τα λόγια της κύλησαν με απελπισία. Ήλπιζε πως αν ο Άγγελος τη συγχωρούσε, όλα θα έβρισκαν ρυθμό, σαν χορός στο πανηγύρι.
Εκείνος όμως έγνεψε αρνητικά. Όχι πια δεύτερες ευκαιρίες, τις είχε σπαταλήσει.
Δανάη, είπε ήσυχα έφυγες μαζί του, όχι απλώς από μένα. Έκανες την επιλογή σου. Τώρα που δεν βγήκαν τα πράγματα, θες να επιστρέψεις;
Ναι! Σ’ αγαπώ! Μόνο εσένα…
Με έκπληξη, ο Άγγελος μειδίασε και απάντησε αποφασιστικά:
Δεν πιστεύω πια σε όσα λες. Καλή τύχη.
Έκλεισε την πόρτα. Η Δανάη έμεινε να κλαίει στις σκάλες, με δάκρυα που έκαιγαν τις παλάμες της όχι οργή, όχι θυμός, μόνο πένθος: το όνειρο τελείωσε, το παρελθόν δεν αλλάζει, το μέλλον δεν της ανήκει πια.




