Γάμος δεν θα γίνει
Η Λυδία διέσχισε το κατώφλι του δωματίου και σταμάτησε απότομα. Μπροστά της, ντυμένη με το νυφικό της, στεκόταν η Ειρήνη όμορφη, φωτεινή, σαν να έλαμπε. Το φόρεμα αγκάλιαζε υπέροχα το σώμα της, ενώ στα μάτια της διέκρινες εκείνη τη σιγανή, ανάλαφρη ευτυχία. Η Λυδία δεν κατάφερε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της:
Θεέ μου, λάμπεις ολόκληρη! είπε, χωρίς να μπορεί να πάρει το βλέμμα της από τη φίλη της. Είμαι τόσο χαρούμενη για σένα! Επιτέλους κατάφερες να κλείσεις αυτό το κεφάλαιο και να ανοίξεις την καρδιά σου για νέα συναισθήματα, αφήνοντας τον Νίκο πίσω! Τα κατάφερες!
Η Ειρήνη μόρφασε απαλά, με ένα χαμόγελο να σβήνει ξαφνικά. Έπιασε βιαστικά τις κουμπότρυπες του φορέματος, αποφεύγοντας το βλέμμα της Λυδίας.
Καλύτερα να το βγάλω, μουρμούρισε, ξεκουμπώνοντας προσεκτικά τα μικροσκοπικά κουμπάκια στο πλάι. Δύο εβδομάδες έμειναν μέχρι το γλέντι. Αν πάθει κάτι το φόρεμα, δύσκολα βρίσκω άλλο τέτοιο.
Η Λυδία δάγκωσε τα χείλη. Κατάλαβε αμέσως το παραπάνω σχόλιό της για τον Νίκο. Τι ήθελε να το αναφέρει τώρα, που στη ζωή της Ειρήνης είχε πια βρει θέση ένας αξιόλογος άντρας; Ο Νίκος δεν άξιζε ούτε ένα δάκρυ της Ειρήνης ειδικά μετά απ όλα όσα είχε κάνει.
Κάποτε, η Ειρήνη πίστευε στ αλήθεια ότι εκείνος ήταν ο ένας και μοναδικός της. Ένιωθε πως η σχέση τους είχε μέλλον. Όμως, λίγο λίγο όλα άρχισαν να χαλάνε. Εκείνος απομακρύνθηκε, έβρισκε δικαιολογίες, μετά άρχισε ακόμα και να της ασκεί κριτική για τις επιλογές της, τους φίλους της, τα όνειρά της. Την έπεισε να παρατήσει ένα σπουδαίο project στη δουλειά της, την έβαλε να αρνηθεί ένα μεταπτυχιακό στην Ολλανδία, κι ύστερα της επέβαλε να αλλάξει εντελώς καριέρα.
Η οικογένεια της Ειρήνης παρακολουθούσε τις αλλαγές και ανησυχούσε. Έβλεπαν πως η κόρη τους έχανε τον εαυτό της, αλλά δεν μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Οι συζητήσεις κατέληγαν πάντα σε καβγάδες· ο Νίκος είχε καταφέρει να την πείσει πως οι δικοί της ήταν εναντίον του και ότι ήθελαν να χαλάσουν την τέλεια αγάπη τους. Η Ειρήνη τελικά σχεδόν δεν μιλούσε στους γονείς της.
Κι όταν, απλά εξαφανίστηκε. Έφυγε χωρίς καν να δώσει εξηγήσεις, χωρίς ούτε ένα σημείωμα. Μόνο μια βαριά πληγή και το παιδί που η Ειρήνη αποφάσισε να κρατήσει, όπως και να χε.
Τώρα, βλέποντας την Ειρήνη να βγάζει βιαστικά το νυφικό, η Λυδία ένιωσε τύψεις που είχε φέρει ξανά στην κουβέντα το όνομά του. Ήθελε μονάχα να χαρεί με τη φίλη της, να δει την ευτυχία στο πρόσωπό της σίγουρα όχι να θυμίσει περασμένα που πονούσαν.
Ο μικρός Νίκος είχε ήδη γίνει τεσσάρων ετών. Ήταν ένα ζωντανό, περίεργο παιδί, που ρωτούσε τα πάντα: γιατί ο ουρανός είναι γαλάζιος, δίχως τέλος που πάνε τα σύννεφα, γιατί τα μυρμήγκια περπατάνε το ένα πίσω από το άλλο. Οι νηπιαγωγοί στο παιδικό σταθμό στα Πατήσια πάντα έλεγαν στη γιαγιά και τον παππού πόσο γρήγορα μάθαινε ο μικρός αποστήθιζε αμέσως ποιήματα, άκουγε με προσοχή παραμύθια και ήταν η χαρά της τάξης.
Το παιδί περνούσε τη μέρα του κυρίως με τους παππούδες στη Νέα Σμύρνη. Εκείνοι οι γονείς της Ειρήνης αναλάμβαναν και τη φροντίδα και την εκπαίδευσή του, πήγαν το παιδί σε παιδικό με αγγλικά, του έκαναν μαθήματα κολύμβησης, τον έγραψαν σε χορό. Η Ειρήνη έβλεπε το γιο της δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, όμως δεν έμενε σχεδόν ποτέ πάνω από ώρα.
Ο λόγος ήταν πικρός. Ο μικρός Νίκος έμοιαζε απίστευτα στον πατέρα του τα μαύρα σπαστά μαλλιά, τα ίδια μάτια, εκείνο το χαμόγελο το ειρωνικό. Όποτε τον κοίταζε, η Ειρήνη γυρνούσε στον πιο βαθύ της πόνο, στις χαμένες εκείνες ελπίδες. Τον αγαπούσε με όλη της την ύπαρξη χαιρόταν για κάθε χαμόγελο, περηφανευόταν με κάθε πρόοδο. Μα η αγάπη έφερνε κι έναν πόνο, ένα δάκρυ στα μάτια κάθε φορά που τον αγκάλιαζε. Τότε γυρνούσε αλλού, έψαχνε δήθεν κάτι στην τσάντα της και έκλαιγε σιωπηλά μόνη της.
Μια βραδιά, η Ειρήνη πέρασε από το σπίτι των γονιών να πάρει τον μικρό. Τον βρήκε χωμένο στο χαλί, να παλεύει με ένα παζλ. Μόλις την είδε, έτρεξε κοντά της χαρούμενα.
Μαμά, κοίτα! Είμαι σχεδόν έτοιμος, εδώ το σπίτι, εκεί το δέντρο, να και ο σκύλος!
Η Ειρήνη έκατσε δίπλα του, προσπαθώντας να φανεί χαρούμενη.
Υπέροχα, γιε μου, του είπε, χαϊδεύοντάς τον τρυφερά. Πολύ καλός είσαι.
Ο μικρός φάνηκε να σκέφτεται και κοίταξε τη μητέρα του στα μάτια:
Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς μου; Στο σχολείο όλοι έχουν μπαμπά μόνο εγώ όχι
Η Ειρήνη έμεινε ασάλευτη. Έπνιξε τον πόνο και προσπάθησε να απαντήσει ήρεμα:
Δεν ξέρω, παιδί μου. Ο μπαμπάς σου είναι μακριά τώρα. Όμως σε σκέφτεται, να είσαι σίγουρος.
Και γιατί δεν παίρνει τηλέφωνο; τον ρώτησε σοβαρά. Θα ήθελα να του πω ότι έμαθα να δένω τα κορδόνια μου!
Είναι πολύ απασχολημένος, είπε, με φωνή που έσπαγε. Μα πιστεύω πως είναι περήφανος για σένα.
Ο μικρός έγειρε, σαν να ικανοποιήθηκε με την απάντηση, και ξαναγύρισε στο παζλ του.
Δεν πειράζει, είπε, εγώ θα τελειώσω το σπίτι και έτσι ο μπαμπάς θα δει πόσο έξυπνος είμαι.
Η Ειρήνη κάθισε δίπλα του την υπόλοιπη ώρα, σιωπηλή. Ήθελε να του πει κάτι, να τον παρηγορήσει· όμως οι λέξεις δεν ερχόταν.
Ωστόσο, ακόμα κι αν ο χρόνος περνούσε, η Ειρήνη δεν σταματούσε να σκέφτεται τον Νίκο. Κάποιο μέρος της καρδιάς της συνέχιζε να του δίνει δικαιολογίες. Μήπως έπαθε κάτι; Μήπως δεν μπορούσε να ειδοποιήσει κανέναν; Αυτές οι σκέψεις την κρατούσαν την εμπόδιζαν να γονατίσει από τον πόνο.
Οι δικοί της προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν. Η μητέρα της την προέτρεπε να κοιτάξει μπροστά και στο παιδί. Οι φίλοι της μιλούσαν ξεκάθαρα: „Σε παράτησε, ώρα να προχωρήσεις!”. Η Ειρήνη όμως αντιστεκόταν. Μιλούσε για τα καλά χρόνια, για τις υποσχέσεις που είχε ακούσει, για το πόσο ευτυχισμένη υπήρξε. Συνήθως, κάθε τέτοια κουβέντα έληγε με εκείνη να απομακρύνεται και τους άλλους να σηκώνουν τα χέρια.
Και να που, πέντε χρόνια μετά, ένας άντρας εμφανίστηκε στη ζωή της και της θύμισε πώς είναι να νιώθεις ξανά. Ο Άρης. Τον γνώρισε σε γενέθλια κοινού φίλου. Εξ αρχής φάνηκε διαφορετικός. Σταθερός, ζεστός, ειλικρινής με εκείνο το χιούμορ που κρατάει την καρδιά ανάλαφρη.
Η Ειρήνη μαζί του ένιωθε ότι μπορούσε να είναι ο εαυτός της. Δεν της ζητούσε „χαμόγελα”, δεν την πίεζε να μιλάει όταν ήθελε ησυχία. Ο Άρης ήξερε να θυμάται τον αγαπημένο της καφέ, τα ονόματα των συναδέλφων, αναλάμβανε μικροπράγματα καθημερινά, και γενικά την έκανε να νιώθει σημαντική. Σε καμία φάση δεν της ζήτησε να μεταμορφωθεί για χάρη του.
Το πιο συγκινητικό όμως ήταν η σχέση του με τον μικρό Νικόλα. Στην πρώτη τους συνάντηση ο μικρός στάθηκε μαγκωμένος, στο πλευρό της μαμάς του. Ο Άρης έσκυψε στο ύψος του, τον ρώτησε για τα αγαπημένα του κινούμενα σχέδια και πριν περάσει η μισή ώρα έπαιζαν μαζί με τα πλαστικά τουβλάκια. Σταδιακά ο Άρης έγινε παραπάνω από καλεσμένος στο σπίτι της Ειρήνης. Είχε γίνει μέρος της οικογένειας πήγαινε βόλτες με το παιδί, του μάθαινε ποδήλατο, διάβαζε παραμύθια Και μια μέρα, την ώρα που ζωγράφιζαν όλοι μαζί, ο Άρης της είπε: „Θα ήθελα να γίνω πατέρας του Νικόλα σου. Αν το θέλεις κι εσύ, να προχωρήσω στη διαδικασία υιοθεσίας.”
Η Λυδία καμάρωνε για την αλλαγή στη φίλη της: όλο και πιο συχνά εμφανιζόταν χαμόγελο στα χείλη της, το άγχος έφευγε από το πρόσωπό της και η ματιά φώτιζε. Όμως, σήμερα η Λυδία έκανε το λάθος να αγγίξει ξανά το παρελθόν Σκεφτόταν πως εκείνα τα λόγια ίσως πείραξαν πολύ την Ειρήνη.
Η Ειρήνη όμως ήταν ήρεμη.
Ωρίμασα, είπε με ένα ελαφρύ χαμόγελο, τυλίγοντας προσεκτικά το φόρεμα. Και ξέρω πως τα συναισθήματά μου για τον Νίκο ανήκουν στο παρελθόν. Πολλές φορές σκέφτομαι πόσο χαζό ήταν που έδωσα στο παιδί ακριβώς το ίδιο όνομα… Δεν άκουγα κανέναν τότε.
Η Λυδία άγγιξε μαλακά το χέρι της.
Σκοπεύεις να πάρεις τον Νικόλα σπίτι σου;
Ναι, απάντησε η Ειρήνη, αμέσως σοβαρή. Ο Άρης το θεωρεί απαραίτητο. Πρότεινε να αλλάξουμε και το όνομά του, να μην μου θυμίζει τίποτα. Άλλωστε αν γίνει υιοθεσία, θα πρέπει να διορθωθούν τα έγγραφα.
Έμειναν για λίγο σιωπηλές, χαζεύοντας τη βροχή πίσω από το τζάμι.
Δεν φοβάμαι πια, είπε τελικά η Ειρήνη. Ο Νικόλας χρειάζεται κανονική οικογένεια, δύο γονείς που θα τον λατρεύουν. Ούτε ο παππούς ούτε η γιαγιά μπορούν να τον αντικαταστήσουν. Και ο Άρης, αλήθεια, νοιάζεται γι αυτόν.
Καλή ιδέα, ενθουσιάστηκε η Λυδία. Μπορείς να ρωτήσεις τον μικρό ποιο όνομα του αρέσει ίσως έτσι να τα δεχθεί όλα πιο εύκολα.
Έχουμε χρόνο είπε ήσυχα η Ειρήνη, αν και βαθιά μέσα της ήξερε την αλήθεια: Ναι, αγαπούσε ακόμα τον Νίκο. Μα αυτή η αγάπη την τραβούσε πίσω. Οι δικοί της, δυσανασχετούσαν συχνά πια με την ανασφάλειά της· οι φίλοι είχαν κουραστεί να ακούν τις ίδιες και τις ίδιες ελπίδες και τα παράπονα. Ήταν καιρός να συγχωρέσει τον εαυτό της και να προχωρήσει μπροστά. Να ασχοληθεί με τον γάμο. Αν και…
ήταν τόσο, μα τόσο δύσκολο! Ο Άρης ήταν καλός άνθρωπος”, όμως δεν ήταν ο Νίκος. Πραγματική αγάπη δεν είχε αισθανθεί ποτέ γι αυτόν, απλώς χρησιμοποιούσε την αφοσίωσή του για να σταθεί στα πόδια της.
Αν ο Νίκος γύριζε… Θα τα παρατούσε όλα μόνο και μόνο για ένα του βλέμμα.
Γάμος δεν θα γίνει!
Ο γάμος δεν θα γίνει! πετάχτηκε η Ειρήνη, σχεδόν χορεύοντας στη θέση της, μάτια να σπιθίζουν. Θα φύγουμε σαν τα καράβια στον Σαρωνικό!
Ο Άρης την κοίταξε χαμένος. Ο γάμος ήταν σε μια εβδομάδα είχαν διαλέξει μενού, στολισμούς, είχαν στείλει προσκλήσεις και τώρα του έλεγε ότι ο γάμος ακυρώνεται;
Πώς „δεν θα γίνει”; Καλά Ειρήνη, τι συνέβη; μπόρεσε να πει μόνο.
Η Ειρήνη γύριζε στα ράφια, κάνοντας βαλίτσες σχεδόν με τραγουδάκι. Το βλέμμα της έλαμπε αυτή τη φορά από ευτυχία που δεν έκρυβε τίποτα.
Γύρισε ο Νίκος! είπε χωρίς να τον κοιτάζει. Χθες έφτασε, μιλήσαμε ούτε που το πίστευα όταν τον άκουσα!
Γύρισε προς τον Άρη με ειλικρινή λαχτάρα, χωρίς να μετανιώνει.
Σ ευχαριστώ για όλα, είπε απαλά. Ήσουν στήριγμα, καλή παρέα, κύριος. Αλλά ποτέ δεν σε αγάπησα στ αλήθεια. Τώρα που έχω μια δεύτερη ευκαιρία, δεν τη χάνω.
Ο Άρης πάγωσε. Νίκος πάλι. Πάντα ο Νίκος. Το ήξερε πως στο βάθος δεν τον είχε ξεπεράσει ποτέ, όμως πίστευε πως με τα χρόνια το πράγμα θα έλυνε μόνο του
Είχες τόσο καιρό να μιλήσεις μαζί του; Και τι εξήγηση σου έδωσε επιτέλους;
Καμία δικαιολογία· απλά μου είπε ότι κατάλαβε το λάθος του. Όλο αυτό το διάστημα σκεφτόταν εμένα!
Συνέχισε να μαζεύει ρούχα, ο Άρης σιωπηλός, ανέκφραστος. Είχε χαθεί το πάθος απ τη ζωή του, έμεινε μονάχα ένας παγωμένος αέρας να γεμίζει το δωμάτιο.
Μιλήσαμε στο τηλέφωνο, συνέχισε εκείνη. Οι δικοί του τον ανάγκασαν να πάει για σπουδές στη Λευκωσία και δεν είχε τρόπο να με ειδοποιήσει. Ξέρεις τι είναι; Για όλο αυτό τον καιρό σκεφτόταν μόνο εμένα· απλώς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Τώρα όλα θα διορθωθούν θα είμαστε μαζί και όλα τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία!
Θυμήθηκε τη συζήτηση που είχαν: Ο Νίκος της είχε πει πως οι γονείς του τον πίεσαν, κάρτες κλειστές, λεφτά τέλος, τηλέφωνο κανένα. Εκείνη να τον ρωτά γιατί δεν προσπάθησε ποτέ να επικοινωνήσει. Εκείνος να νιώθει ντροπή για τη δειλία του.
Τώρα επέστρεψα, δε θα φύγω ξανά, της είχε πει ο Νίκος απ το τηλέφωνο.
Λίγα λέπτα μετά, η Ειρήνη σταμάτησε τη βαλίτσα στην πόρτα. Ο Άρης, λευκός, χωρίς αντίδραση. Του εξήγησε πως ειδοποίησε συγγενείς, καλεσμένους· κανείς να μην τον ενοχλήσει πια. Τον παρακάλεσε να μην της στέλνει μηνύματα, να μην την ενοχλεί, η απόφασή της ήταν τελειωτική.
Πήρε τις βαλίτσες κι έφυγε, χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Ο Άρης έμεινε μόνος στη μέση του δωματίου. Πάλεψε με τον εαυτό του να μείνει δυνατός, να μην καταρρεύσει. Του ήρθε να φωνάξει, να εκτονωθεί, αλλά έμεινε σιωπηλός.
Μήπως βιάζεσαι; τόλμησε να πει ακόμα μια φορά.
Η Ειρήνη δεν γύρισε να κοιτάξει.
Αν τελικά εκείνος δεν θελήσει να ξαναφτιάξετε τη σχέση; Αν αρνηθεί το παιδί; του είπε διστακτικά ο Άρης.
Η Ειρήνη γύρισε απότομα, έτοιμη να αποδείξει ότι ο Νίκος είναι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου.
Μου ζήτησε να μιλήσουμε. Αυτό μόνο αρκεί! Μη μου τον μειώνεις. Δεν είναι έτσι!
Άρχισε να μαζεύει ξανά τα πράγματά της, ο Άρης διστακτικός έκανε να τη βοηθήσει· την άφησε. Δεν θα βοηθούσε κάποιον που μόλις καταβαράθρωσε την καρδιά του.
Μα η πραγματικότητα είχε άγριες προθέσεις. Ο Νίκος, που ζήτησε „μια σοβαρή συζήτηση”, ούτε πρόταση γάμου ήθελε, ούτε μια ζωή μαζί της. Ήθελε μόνο να κλείσει μια εκκρεμότητα και στη ζωή του υπήρχε ήδη άλλη γυναίκα.
Η Ειρήνη, βυθισμένη στις αυταπάτες της, δεν το καταλάβαινε. Προχώρησε ως την πόρτα, κοντοστάθηκε μα δεν γύρισε. Έκλεισε πίσω της οριστικά.
Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα, απορημένος που είδε την Ειρήνη στα σκαλιά με δύο βαλίτσες και το πρόσωπο φως από προσμονή. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν: „Πόσο γελασμένη μπορεί να είναι”
Νόμιζε πως ό,τι υπήρχε ανάμεσά τους είχε τελειώσει για πάντα. Όταν έμαθε για τον Άρη, χαλάρωσε τώρα όλα ήταν ξεκάθαρα, θα κόψουν τα δεσμά τους, θα συνεχίσουν τις ζωές τους. Της είχε μιλήσει για τελευταία φορά από ευγένεια. Μα εκείνη τώρα βρισκόταν μπροστά του, ελπίζοντας στα παλιά.
Νίκο! φώναξε η Ειρήνη. Τα πήρα όλα απόφαση. Είμαι εδώ να ξεκινήσουμε μαζί!
Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του, όμως εκείνος την έκοψε ήρεμα.
Ειρήνη, περίμενε, της είπε. Υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρεις.
Τι πράγματα; Δεν συμφωνήσαμε να τα πούμε και να σχεδιάσουμε το μέλλον μας; του απάντησε με εναπομείνασα ελπίδα.
Είμαι παντρεμένος, Ειρήνη. Τα τελευταία δύο χρόνια. Είμαι καλά με τη γυναίκα μου.
Η Ειρήνη έμεινε παγωμένη, έκπληκτη, ανίκανη να αρθρώσει λέξη.
Δεν γίνεται, ψιθύρισε. Μου είπες στο τηλέφωνο ότι άλλαξαν όλα!
Σου είπα πως ήθελα να το κλείσουμε όμορφα, να σου εξηγήσω ότι ο δρόμος μας χώρισε. Τίποτε παραπάνω.
Η Ειρήνη τραβήχτηκε ένιωσε το σώμα της να τρέμει. Άρχισε να τον κατηγορεί, να φωνάζει. „Τα παράτησα όλα για σένα!” του ούρλιαξε.
Ο Νίκος κουράστηκε. Δεν ήθελε τσακωμούς, δεν ήθελε εξηγήσεις. Τον ανάγκασαν τα πράγματα να τη βγάλει από το σπίτι, ευγενικά αλλά αποφασιστικά. Η Ειρήνη φώναζε στο διάδρομο, χτυπούσε πόρτες· οι γείτονες άρχισαν να εμφανίζονται στα μπαλκόνια. Στο τέλος, όταν πια όλοι απειλούσαν να καλέσουν τα όργανα, φώναξε τρέμοντας:
Θα επιστρέψω, θα το μετανιώσεις!
Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια, βυθισμένος στην εξάντληση. Ήξερε πως δεν ήταν το τέλος. Η Ειρήνη ήταν ξεροκέφαλη· οτιδήποτε αποφάσιζε θα κυνηγούσε μέχρι τέλους.
Έπρεπε να φύγει απ το σπίτι στην Κυψέλη έβαλε αμέσως αγγελία για να το πουλήσει. Όσο πιο μακριά, τόσο καλύτερα.
***
Η Ειρήνη τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας, χωρίς να καταλαβαίνει ούτε που περνούσε. Δάκρυα πλημμύρισαν το πρόσωπό της, η καρδιά σφιγγόταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε συμβεί
Τα βήματά της την οδήγησαν τελικά στην πολυκατοικία του Άρη. Έφτιαξε τα μαλλιά της, ίσιωσε το φόρεμά της προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμη και χτύπησε το κουδούνι.
Ο Άρης άνοιξε ύστερα από ώρα. Το πρόσωπό του ψυχρό, βλέμμα άδειο. Δεν έκανε καμιά κίνηση να την καλέσει μέσα.
Σε παρακαλώ ψιθύρισε η Ειρήνη με φωνή που έσπαγε. Ξέρω τι έκανα, ξέρω πόσο σε πλήγωσα. Θέλω να το διορθώσω.
Τα μάτια της γέμισαν πάλι δάκρυα.
Δεν θα αναφέρω ξανά τον Νίκο, σε ορκίζομαι. Ήταν λάθος. Κατάλαβα ότι μόνο μαζί σου μπορώ να είμαι ευτυχισμένη. Σε παρακαλώ, μια ευκαιρία
Ο Άρης την κοίταξε για δευτερόλεπτα και κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
Ειρήνη, πριν από λίγες ώρες ήσουν εδώ με βαλίτσες κι έλεγες πως φεύγεις για εκείνον. Είχες διαλέξει. Και τώρα, επειδή εκείνος δεν σε ήθελε, θέλεις να γυρίσεις;
Ναι! φώναξε απελπισμένα η Ειρήνη. Γιατί σε αγαπώ
Ο Άρης χαμογέλασε θλιμμένα, μα ήταν αποφασισμένος.
Δεν πιστεύω πια σε λέξεις, Ειρήνη. Καλή ανάρρωση.
Τής έκλεισε την πόρτα απαλά, αφήνοντάς την μόνη στον διάδρομο. Η Ειρήνη κάθισε στις σκάλες, τα χέρια να κρύβουν το πρόσωπο, και δάκρυσε αθόρυβα. Τα δάκρυα αυτή τη φορά δεν ήταν από παράπονο ήταν το πένθος για όλα που νέα αρχή που έσβησε πριν γεννηθεί.
Κάποτε, στην παλιά Αθήνα, έλεγαν: „Ποτέ μην κοιτάς πίσω όταν φυσάει βοριάς”. Μα η Ειρήνη το έμαθε με τον σκληρό τρόπο όταν γυρίζεις πίσω, οι γέφυρες είναι ήδη καμένεςΚι έτσι, νιώθοντας το βάρος να την πλακώνει, η Ειρήνη σηκώθηκε από τα σκαλοπάτια. Το φως του κλιμακοστασίου τρεμόπαιζε στο πρόσωπό της, κάνοντάς τη να φαίνεται σχεδόν διάφανη, σαν ίσκιος περασμένης ζωής. Δε βγήκε κραυγή, ούτε κάποιο νέο παράπονο. Μόνο μια ανασαμιά βαθιά, βγαλμένη από τα σωθικά.
Βγήκε στον δρόμο, νύχτα με ψιλόβροχο, και περπάτησε χωρίς傊, παραδομένη σ εκείνη την αίσθηση του πλήρους κενού. Περιπλανήθηκε αρκετή ώρα, μέχρις ότου τα πόδια της την έφεραν ασυναίσθητα μπροστά σε μια παιδική χαρά ταλαιπωρημένη, σκουριασμένη, τα φώτα θολά. Η Ειρήνη στάθηκε εκεί, δίπλα στην κούνια. Για πρώτη φορά, μετά από χρόνια, δεν σκέφτηκε ούτε τον Νίκο, ούτε τον Άρη, ούτε τον εαυτό της. Μόνο τον μικρό της γιο.
Καθώς ο αέρας δρόσιζε το σβέρκο της, η Ειρήνη ένιωσε να την κατακλύζει μια ήρεμη σιγή. Στο μυαλό της αντήχησε η φωνή του παιδιού της: «Μαμά, κοίτα! Έφτιαξα το σπίτι!» Ήταν το μόνο κέντρο, το μοναδικό πράγμα στη ζωή της που είχε μείνει αληθινό κι όλες της οι αποφάσεις, οι απελπισίες, τα παραστρατήματα, έμοιαζαν τώρα μικρά μπροστά στο βλέμμα εκείνο.
Τράβηξε το παλτό της σφιχτά, πήρε μια βαθιά ανάσα και για πρώτη φορά κατάλαβε πως κανείς άντρας ούτε Νίκος, ούτε Άρης, ούτε κανείς άλλος δεν μπορούσε να της δώσει ή να της στερήσει την αληθινή πληρότητα. Ήταν η στιγμή να σταθεί στα δικά της πόδια. Να μη στηρίξει τη ζωή της σε φαντάσματα, αλλά στο παιδί της και στη δύναμη που είχε μέσα της, καλά κρυμμένη τόσα χρόνια.
Γύρισε σπίτι στην εξής σιωπή. Άνοιξε απαλά την πόρτα των γονιών της. Οι όλοι κοιμόντουσαν. Πλησίασε αθόρυβα το κρεβατάκι του Νικόλα, του χάιδεψε τα μαλλιά, τον φίλησε στο μέτωπο. Εκείνος, μισοκοιμισμένος, την έπιασε από το μπράτσο σφιχτά.
Μαμά, ήρθες;
Η Ειρήνη έκλαψε σιωπηλά. Μα ήταν πια δάκρυα λύτρωσης.
Εδώ θα είμαι, του είπε. Πάντα.
Για πρώτη φορά, χαμογέλασε αληθινά. Δεν ήξερε τι της επιφύλασσε το αύριο, μα ποια είχε σημασία; Όλα τα σκισμένα κομμάτια μπορούσαν να ξαναραφτούν, αρκεί να είχε το κουράγιο να πιστέψει στον εαυτό της. Και κάπου στον σκούρο ουρανό της Αθήνας, ένα αστεράκι έλαμψε λίγο πιο φωτεινά σημάδι πως με κάθε τέλος ξεκινά στ αλήθεια μια καινούργια αρχή.




