Ο Βίκτορας επέστρεψε από το ταξίδι του πιο αργά από το συνηθισμένο, η σύζυγος του, Ταμάρα, είχε ανησυχήσει για τον αγαπημένο της, σκεφτόταν ότι είχε συμβεί κάτι στο δρόμο, ενώ ο μικρός Κόστας ανυπομονούσε, αναρωτώμενος πού είναι ο μπαμπάς του.

Βασίλειος επέστρεψε από τη δουλειά πιο αργά απ ό,τι συνήθιζε· η σύζυγος του, η Τατάνα, περίμενε ανυπόμονη, σκεπτόμενη ότι κάτι ίσως συνέβη στο δρόμο. Ο μικρός τους, ο Κώστας, άπλωσε τα χέρια του, ζητώντας «πατέρα, που είσαι; που είναι ο πατέρας;».

Δύο μεγάλα κίτρινα φορτηγά έφτασαν στο οικόπεδο των Ιωαννίδη, φωτίζοντας την άσπρη ταράτσα. Η πόρτα άνοιξε και ο Βασίλειος μπήκε, κουβεντιάζοντας με την οικογένεια.

«Πατέρας! Πατέρα! Ώ, ναι, έφτασες!» ο Κώστας άλγησε από το τζάκι, πετώντας πάνω του στο ένα του πόδι, προσπαθώντας να βάλει το παλτό του μέσα.

«Πού πάει το μυαλό σου, παιδί; είναι κρύο και είναι νύχτα, πήγαινε πίσω στο τζάκι, ο πατέρας θα φάει λίγο» του είπε η Τατάνα, στέλνοντας του ένα φιλί.

Ο Κώστας όμως δεν ήθελε· τα χείλη του σφίξαναν και μπόρεσε να κλάψει.

«Μην κλαιει, ροζάκι, θα ήρθε ο μπαμπάς», του φώναξε η μητέρα του, προσπαθώντας να είναι ήρεμη.

Η Τατάνα, σφίγγοντας το πουλόβερ της, έβγαλε μια μπλούζα από το ντουλάπι, όταν ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Στον αέρα έφτασαν σύννεφα ατμού· μέσα από αυτά βγήκε ο Βασίλειος, όχι μόνος του.

Στο πρόσωπό του βρίσκονταν μια νεαρή κοπέλα, μόλις δεκάχρονη, ντυμένη με παλιό χειμωνιάτικο παλτό και ασημένια σκουλαρίκια· τα μεγάλα της γαλάζια μάτια έλαμπαν σαν γυάλινα κομμάτια. Η Τατάνα, χωρίς να καταλάβει, την βοήθησε να βγάλει το παλτό.

Η κοπέλα ήταν η Ευδοκία, έγκυος, χτυπημένη από την κούραση, σα να ήταν ένα βάρος που έσπαγε τη ζώνη της. Έσκυψε στο τραπέζι, τοποθετώντας τα τρεμάμενα χέρια της στο γόνατο, τρεμάμενο σαν χιασμένο.

Ο Κώστας κρυφοπανούσε από το τζάκι, καθώς ο Βασίλειος έπιασε το μικρό του γιός και το έβαλε ψηλά, φέροντάς το προς το ταβάνι.

«Τι φέρνει ο πατέρας; νιώσε, Κώστα!» φώναξε στην άκρη της βραδιάς, ενώ η Τατάνα έτρεχε στη κουζίνα, ψήνοντας για το δείπνο, επειδή η πείνα έπληξε όλα τα πνεύματα του σπιτιού.

Η νύχτα προχωρούσε· ο Κώστας άρχισε να κλαίει ήσυχα, ακουμπώντας τα χείλη του στον αέρα. Το φεγγάρι έριχνε φως μέσα στο χώρο, και η αυλή ακουμπούσε ολόκληρη σε σιωπή.

Το ξύπνημα του πρωινού φέρνει φήμη στον χωριό. Όλοι μιλούν ότι ο Βασίλειος Ιωαννίδης έφερε τη νεαρή του αδερφή, την Ευδοκία, που είναι έγκυος.

«Έμεινε άσπαστη», ψιθυρίζουν τις γειτόνισσες στη φάρμα, «μα την έχεις πει ποτέ πως είναι παρθένα;»

Η Τατάνα, προσπαθώντας να εξηγήσει, λέει: «Στο ορφανοτροφείο την μεγάλωσα. Ίσως είναι η ερωτική μου τρέλα;»

Η Ευδοκία φεύγει για το νοσοκομείο του νομού, αφήνοντας πίσω της μια μικρή αδερφή, τη Μαριούλα, που γεννήθηκε λίγο αργότερα. Η Ευδοκία δεν επιστρέφει.

«Πεθαίνει», λέει η μητέρα, κλαίγοντας, «και δεν πρέπει να μπερδεύει κανείς το σώμα της με το παιδί μου».

Η Μαριούλα είναι μια μικρή κοριτσάκι, κόκκινη σαν το άσπρο λεμονάκι, σαν κούκλα από τσάντα. Ο Κώστας τη βλέπει να παίζει με τα παιχνίδια της γειτόνισσας Στέλας· η καρδιά του σπάζει, γιατί εδώ δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά το δικό του μικρό άγγελο.

«Δεν θέλω τη Μαριούλα στο ορφανοτροφείο, ούτε στην πηγή», φωνάζει ο Κώστας, «μητέρα, άφησέ τη, εγώ θα την φροντίσω». Η μητέρα του κουνά το χέρι της, αλλά ο Κώστας, σφίγγοντας το χιτώνα της, φωνάζει προσφωνήσεις γεμάτες ελπίδα.

Ο Βασίλειος κάθεται αθόρυβα, το κεφάλι του βυθισμένο στη σκιά, ενώ η Τατάνα φεύγει από το δωμάτιο, σπάζοντας τα βήματα της σε σπασμένα φώτα.

Ο Κώστας κάθεται δίπλα στη Μαριούλα, που κοιμάται σε άσπρα σπασμένα παντζούρια, ψιθυρίζει στο αυτί της: «Ήσουν το φως μου, μικρή μου». Ο ύπνος του Κώστα είναι θρυμματισμένος· κάθε σκέψη του είναι μια φωνή που φωνάζει: «Θα την προστατέψω, παρά το τι σκέφτεται η μητέρα».

Η μητέρα του φωνάζει, «Μη το θες, παιδί, θα το πετάξω στην πηγή», αλλά ο Κώστας κοίταζε το πρόσωπό της με φόβο και αγάπη, φοβούμενος να χάσει το μικρό πλάσμα που του έδωσε ζωή.

Καθώς τα χρόνια κυλούν, ο Βασίλειος δουλεύει σε φορτηγό, η Τατάνα θηρώνει αγελάδες, κι ο Κώστας μεγαλώνει με τη Μαριούλα. Στο σχολείο τρέχει, τρέχει προς την ανοιχτή αυλή, αρπάζοντας τη μικρή της χεράκι.

Η Μαριούλα γίνεται νέα γυναίκα, παντρεύεται και γίνεται γιατρός στην Αιθαλιά. Η ιστορία τους αφήνει στίγματα στην κοινότητα: «Ήταν η Τατάνα που έμεινε σκληρή, ο Βασίλειος που έσκορπισε τα μυστικά του», λένε οι γειτόνιες. Το παιδί του στρατιώτη, ο Κώστας, επέστρεψε από το στρατό, έφερε πίσω ένα μικρό αγόρι που ζούσε σε έναν ήσυχο δρόμο, και η Μαριούλα έδωσε ζωή στο σπίτι.

Καθώς το τέλος πλησιάζει, η Τατάνα ξεκουράζεται στο παλιό κρεβάτι, ακούει τη φωνή της κόρης της να φωνάζει: «Μαμά, τι χρειάζεσαι;».

«Κάθισε, μωρό μου», της λέει η Τατάνα, «συγγνώμη, Μαριούλα. Δεν ήθελα να σε πετάξω στο ορφανοτροφείο ψυχή μου, σ αγαπώ». Η Μαριούλα, τρέμοντας, απαντά: «Καμιά στιγμή δεν σε ξεχάσαμε· εσύ ήσουν η μητέρα μας, η αδερφή μας, η αγάπη του πατέρα μας».

Οι λέξεις κυλούν σαν νερό από ένα άγριο ποτάμι, ενώ το φως του ηλιοβασιλέματος χρωματίζει την αυλή. Όλοι, παλιές και νέες γενιές, στέκονται μαζί, κοιτάζοντας το μέλλον με ελπίδα, στην καρδιά της Ελλάδας.

Oceń artykuł
Ο Βίκτορας επέστρεψε από το ταξίδι του πιο αργά από το συνηθισμένο, η σύζυγος του, Ταμάρα, είχε ανησυχήσει για τον αγαπημένο της, σκεφτόταν ότι είχε συμβεί κάτι στο δρόμο, ενώ ο μικρός Κόστας ανυπομονούσε, αναρωτώμενος πού είναι ο μπαμπάς του.