Ο αδερφός μου, ο Νίκος, αφού τελείωσε τις σπουδές του, μετακόμισε για δουλειά σε μια άλλη, μακρινή πόλη. Σκοπός του ήταν να μείνει εκεί μόνο έναν χρόνο, να μαζέψει λίγα ευρώ και να επιστρέψει πίσω στη Θεσσαλονίκη, για να αγοράσει ένα διαμέρισμα. Όμως, η μοίρα του είχε άλλα σχέδια. Εκεί γνώρισε μια κοπέλα και αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο αδερφός μου έμεινε εκεί. Τη γυναίκα του δεν την είχαμε γνωρίσει ποτέ. Έτυχε τότε, στην περίοδο του γάμου τους, να είμαι έγκυος στον ένατο μήνα και περίμενα να γεννήσω από στιγμή σε στιγμή, οπότε αποφάσισα πως δεν υπήρχε περίπτωση να ταξιδέψω πουθενά. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάρει άδεια απ τη δουλειά του, έτσι τελικά στη δεξίωση βρέθηκε μονάχα η μητέρα μου. Η μητέρα μου γνώρισε απλώς τη νύφη και τίποτα βαθύτερο. Έφυγαν για ταξίδι του μέλιτος, ενώ η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι λίγες μέρες μετά. Η μαμά μου έλεγε πως το κορίτσι ήταν όμορφο, χαμογελαστό και φιλικό. Πέρασαν μερικά χρόνια και η νύφη μου παρέμενε μια άγνωστη σε εμάς.
Όμως φέτος ο αδερφός μας ανακοίνωσε ευχάριστα νέα. Είχε σχεδιάσει ένα ταξίδι με πολλές στάσεις. Πρώτα θα έρχονταν σε εμάς με τη γυναίκα του. Μετά θα πήγαιναν σε έναν γάμο μιας φίλης του Νίκου, ύστερα θα συμμετείχαν σε μια σχολική συνάντηση, μετά θα έβλεπαν τους γονείς στη Χαλκιδική και στο τέλος θα γύριζαν σπίτι τους. Σε εμάς θα έμεναν δύο μέρες. Εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα με αυτό. Βέβαια το διαμέρισμά μας είναι μικρό, αλλά είχαμε στη διάθεσή μας το εξοχικό των πεθερικών μου. Η πεθερά μου ευγενικά μας παραχώρησε το σπίτι για όσο θέλαμε. Μπορεί να μην είχε ανακαινιστεί πρόσφατα, αλλά είχε αποδεκτές συνθήκες για να μείνει κάποιος. Εκείνη τη μέρα ήμουν μες στην καλή χαρά και περίμενα τους επισκέπτες. Ήρθαν. Κι από εκείνη τη στιγμή άρχισαν τα βάσανα. Ο αδελφός μου με σύστησε στη γυναίκα του και από το πρώτο λεπτό άρχισε να παραπονιέται, λέγοντας πως στο ταξίδι ζεστάθηκε, είχε φασαρία, ήταν άβολα και τέτοια.
Φτάνουμε στο εξοχικό. Αποφάσισα να τους ξεναγήσω στον χώρο. Η νύφη μου, η Ελευθερία, κοίταξε το ντους και την τουαλέτα με μία έκφραση λες και τη φίλησε κάποιος άστεγος. Πήρε τον αδερφό μου παράμερα, κάτι συζήτησαν και μετά ο Νίκος ζήτησε από τον άντρα μου να τους πάει στην πόλη. Η Ελευθερία είπε πως δεν κάθεται να κάνει μπάνιο εκεί. Έφυγαν λοιπόν, πήγαν στο διαμέρισμά μας, έκανε εκεί το ντους της, έβαλε μακιγιάζ και επέστρεψαν. Μετά αποδείχθηκε ότι δεν τρώει τίποτα από όσα ετοιμάσαμε. Και τα ετοιμάσαμε με τον καλύτερο τρόπο. Δεν έβαλε στο στόμα της τίποτα με γλουτένη, λιπαρά και δεν θυμάμαι τι άλλο. Τελικά έφαγε μόνο λίγα λαχανικά, και ακόμη και σ αυτά κοίταζε καχύποπτα. Και στο δωμάτιο που τους ετοιμάσαμε, δεν ήθελε να κοιμηθεί, οπότε ξαναγυρίσαμε στην πόλη στο σπίτι μας. Την επόμενη μέρα, όταν πήγαμε να κάνουμε βόλτα στην πόλη, γκρίνιαζε χειρότερα κι από τον τρίχρονο γιο μου. Έκανε ζέστη, την πονούσε το πόδι της ή βαριόταν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, το ένιωσα μεγάλη ανακούφιση. Αναρωτιέμαι πραγματικά πώς άντεξε ο αδερφός μου τόσα χρόνια. Εμάς μας εξουθένωσε μέσα σε δυο μέρες.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓





