Όταν παντρεύτηκα τον Μιχάλη, πίστευα ότι ο σεβασμός και η αγάπη θα ήταν οι θεμέλιοι λίθοι του γάμου μας. Τα πρώτα χρόνια φορούσε το καλύτερό του χαμόγελο, εκθείαζε τα γεμιστά μου, χαιρόταν το σπιτικό μας ό,τι λέει ο καλός κόσμος. Με τον καιρό, όμως, σαν το ούζο που ξεθυμαίνει, άρχισε να ξεθωριάζει η εκτίμησή του. Πλέον δεν του έκοβε να με παινέψει, ούτε καν για τα παστίτσια μου. Άρχισε να πετάει ειρωνικά σχολιάκια κάθε φορά που κάτι ξέχναγα ή έκαιγα το φαγητό. Λες και ήταν στο stand up και η μόνη του ατάκα ήμουν εγώ.
Ιδιαίτερα στα οικογενειακά τραπέζια κάτι Κυριακές με όλη τη φαμίλια μαζεμένη, ξέρεις τώρα, η μαμά του, τ αδέρφια, τα ανίψια, μέχρι και ο γείτονας του τρίτου έβρισκε την ευκαιρία να με κάνει ρόμπα. Βρήκα ένα κουμπί στη σαλάτα; Να η ιστορία! Μπερδεύτηκα στα φωνήεντα; Γέλιο μέχρι δακρύων. Φυσικά, το γέλιο δεν ήταν ποτέ για μένα, πάντα εις βάρος μου.
Τα υπέμεινα όλα. Χρόνια χαμόγελα, διέξοδοι στην κουζίνα, να πείθω τον εαυτό μου πως „έτσι επικοινωνεί ο Μιχάλης, μωρέ, ποιητική αδεία.” Ώσπου, στον εικοστό μας γάμο, πάνω που ήμασταν όλοι στο τραπέζι, με τα παιδιά, συγγενείς, φιλενάδες και τους μισούς τους φίλους να τρώνε μπακλαβάδες, ο Μιχάλης έδωσε ρεσιτάλ. Κοίταξε όλον τον κόσμο και με το γνωστό του ειρωνικό ύφος είπε πως «χωρίς τις σοφές του συμβουλές, ούτε αυγό μάτι δεν θα μπορούσα να τηγανίσω». Το 'ριξαν όλοι στα γέλια, κι εγώ σε κάτι άλλο η καρδιά μου διαλύθηκε.
Εκείνο το βράδυ, μέσα στο σκοτάδι, πήρα τη μεγάλη απόφαση: αν είναι να πάρει το μάθημά του, θα το πάρει. Αλλά δεν ήθελα να κάνω θεατρικές εξόδους ούτε καβγάδες, ούτε σκηνές. Ήθελα η εκδίκησή μου να είναι τόσο κομψή και ενοχλητική, όσο τα ελληνικά παράπονα στη ΔΕΗ.
Άρχισα να περνάω περισσότερο χρόνο με τον εαυτό μου. Γράφτηκα σε μαθήματα ζωγραφικής, πήγαινα στο γυμναστήριο της γειτονιάς στη Νέα Σμύρνη, και (το σπουδαιότερο!) συνέχισα να μαγειρεύω τα πιάτα που λάτρευε ο Μιχάλης. Αλλά, πλέον, τα έκανα λίγο άγαρμπα. Η μουσακά του έβγαινε νερουλή, ο καφές του άλλοτε ξινός άλλοτε νερωμένος, τα πουκάμισά του άστρωτα και τα κουμπιά βαλμένα ανάποδα. Εκείνος νευρίαζε, γκρίνιαζε, μα εγώ με ένα μειλίχιο «συγγνώμη Μιχάλη, κουράστηκα σήμερα», τον έφερνα στα όριά του.
Έπειτα, του έδειξα έμπρακτα ότι μια χαρά ζω και χωρίς αυτόν γύρω-τριγύρω. Άρχισα βόλτες με τις φίλες μου την Ελένη, τη Δέσποινα και τη Σοφία, πήγα μαθήματα ελληνικού χορού, έβγαινα για έναν αναζωογονητικό φραπέ στην πλατεία. Ο Μιχάλης, που με είχε συνηθίσει στην κουζίνα, άρχισε να καταλαβαίνει πως τελικά το κοντρόλ ξέφυγε από τα χέρια του. Πείραξε πολύ που έβλεπε να ακτινοβολώ και κυρίως να γίνομαι όλο και πιο απρόσιτη.
Η κορύφωση της μίνι ελληνικής εκδίκησής μου όμως ήρθε στα γενέθλιά του. Του οργάνωσα ένα πάρτι στην παραλία στη Βουλιαγμένη, με κολλητούς, συναδέλφους και τα σόγια όλος ο καλός κόσμος, στιλ γαμοβάπτιση. Αλλά, όταν ήρθε η ώρα της ομιλίας, αντί για το κλασικό «αγάπη μου, ζωή μου, φως μου», άρχισα να αφηγούμαι με χιούμορ και λιγοστή κακία ιστορίες για τα κατορθώματά του. Πώς ξέχασε το δώρο στον πατέρα του, πώς άναψε το μικρόβιο στην κουζίνα μας επειδή μπέρδεψε τα μπαχαρικά, πώς διέλυσε το αυτοκίνητο επειδή έβαλε πετρέλαιο αντί για βενζίνη. Όλα με γλυκό βλέμμα και φαρμακερό γέλιο.
Έβλεπα το πρόσωπό του να παίρνει απόχρωση παντζαριού, ενώ οι φίλοι του ξεκαρδίζονταν και, εκείνος, να μουγκρίζει από ντροπή και θυμό. Μετά το πάρτι, μούτρα πέντε ημερών. Κατάλαβα στα μάτια του πως συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει το παιχνίδι, ότι το μπαλάκι είχε αλλάξει γήπεδο. Προσπάθησε κάνα δυο μέρες να επαναφέρει „την τάξη των πραγμάτων”, αλλά εγώ δεν φοβόμουν πια τίποτα. Είχα μάθει να αγαπώ τον εαυτό μου, να σέβομαι τις δικές μου επιθυμίες, να κουβαλώ τις δικές μου σακούλες από τον Βασιλόπουλο.
Σιγά σιγά, οι ειρωνείες στα οικογενειακά τραπέζια σταμάτησαν. Άρχισε να βοηθάει και λιγάκι στο σπίτι, και μια μέρα, με απίστευτη διστακτικότητα, μου ψιθύρισε: «Έχεις αλλάξει και δεν ξερω πώς να το διαχειριστώ».
Τον κοίταξα, του χαμογέλασα και συνέχισα τη ζωή μου και κάθε μέρα, έκανα τη δική μου επανάσταση. Γιατί καμιά φορά η εκδίκηση δεν είναι φασαρία, αλλά αλλαγή. Και τελικά, είναι πιο γλυκιά κι από σιροπιαστό γαλακτομπούρεκο.



