Στο βάθος ενός λασπωμένου ονείρου, το όνειρο με πήρε στα στενά δρομάκια της παλιάς Αθήνας, όπου ο άνδρας μου, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, εξαφανίστηκε σαν ομίχλη και πήρε μαζί του μία άλλη γυναίκα. Μόλις μου το αποκάλυψε, μου έλεγε ότι βρήκε την αληθινή του αγάπη, πως είχε κουραστεί από μένα και ότι ποτέ δεν με αγάπησε πραγματικά. Τώρα, είπε, είχε βρει την «πραγματική» οικογένεια.
Δεν σκεφτόταν ότι ο μικρότερος γιος μας, ο Αλέξανδρος, ήταν μόλις ενάμιση χρονών, ούτε ότι ο μεγαλύτερος, ο Δημήτρης, πήγαινε στο νηπιαγωγείο. Η ζωή μας είχε φτάσει στα τέσσερα μυαλά: εγώ, τα δύο παιδιά και η έλλειψη εισοδήματος. Η μόνη μου συγγενής, η αδερφή μου Ελένη, ζούσε στη Θεσσαλονίκη και έβγαλνε σήμα μόνο όταν η θάλασσα κούνησε τα κύματα.
«Μην ανησυχείς, θα τα καταφέρεις», μου είπε η μητέρα του Γιάννη, η Κατερίνα Παπαδοπούλου, με την φωνή της να σκαλίζει σαν μπαλάντινα του μπαζά. «Το διαμέρισμα είναι δικό σου· τουλάχιστον θα έχεις στέγη. Να θυμάσαι ότι ο γιος μου σε υποστηρίζει». Ήταν αλήθεια· έδωσε μόνο το ένα τέταρτο του επίσημου μισθού του.
Ο Γιάννης δεν είχε καταθέσει διαζύγιο· εγώ δεν είχα χρόνο για δικαστικές διαδικασίες. Η δουλειά από το σπίτι, τα δύο μικρά παιδιά και οι λογαριασμοί ήταν σαν βαρύς πέπλος που έπλεκε το δικό του όνειρο. Η μητέρα του έβλεπε τα εγγόνια μόνο μια φορά το μήνα, φέρνοντας φρούτα σαν να έφερνε απ’ το κήπο των Ελλήνων θεών.
Ο πατέρας των παιδιών μου δεν έπαιρνε καμία συμμετοχή στην ανατροφή· απλώς δήλωνε ότι τώρα θα είχε άλλα παιδιά. Έτσι πέρασαν τρία μήνες, αγώνας για επιβίωση μέσα σε ένα σκοτεινό, αχνό δωμάτιο.
Στο τέλος εκείνης της χρονιάς, ένα κενό θέση άνοιξε στο νηπιαγωγείο και ο Αλέξανδρος πήρε θέση. Μπορούσα πάλι να δουλέψω και η ατμόσφαιρα άρχισε να ελαφρύνει.
«Ο Γιάννης μου θα γίνει ξανά πατέρας», φώναξε η Κατερίνα κάποια μέρα στον τηλέφωνο, γεμάτη περηφάνια. «Κάνε γρήγορα τη διαζύγιο· δεν θέλω να γεννηθεί ένα παιδί εκτός γάμου». Μάθαινα ότι η φίλη του Γιάννη ήταν στην όγδοη εβδομάδα της εγκυμοσύνης· έτσι υπέβαλα το διαζύγιο.
Μια εβδομάδα μετά, το αυτοκίνητο του Γιάννη έσπασε σε ένα άλμα πάνω από το Εθνικό Σταθμό. Ήθελε την ταχύτητα, τις επικίνδυνες παραλήσεις· αυτή τη φορά η τύχη του ήταν κενή. Το όχημα που είχαμε αγοράσει στην ημέρα του γάμου μας καταστράφηκε εντελώς· ο Γιάννης βρέθηκε στο νοσοκομείο με σπασμένους κόμβους και οι γιατροί έλεγαν ότι ίσως δεν ξαναποδεθεί πάτου.
Η Κατερίνα έκλαιγε στον τηλέφωνο· η καρδιά μου έσπαγε, γιατί ακόμα και έτσι ο Γιάννης ήταν ακόμα ο άνδρας μου. Αλλά η απαίτησή της ήταν απρόσμενη:
«Πρέπει να πάρεις τον Γιάννη από το νοσοκομείο και να τον φροντίσεις», μου είπε.
«Εγώ; Γιατί εγώ;» ξαπλωμένη στο κρεβάτι, άπιαστη.
«Είσαι η σύζυγός του· δεν είχατε ακόμη χτυπήσει το δικαστήριο», απάντησε. «Η φίλη του άρχισε χθες να διακόπτει την εγκυμοσύνη· δεν θέλει παιδί με έναν ανάπηρο πατέρα. Εσύ, ως σύζυγος, πρέπει να αναλάβεις».
Η δικαστική υπόθεση δεν είχε ακόμη τελειώσει· η ακρόαση είχε αναβληθεί λόγω της νοσηλείας του. Εξήγησα στην Κατερίνα ότι τα καθήκοντά μου, ως σύζυγος, τελείωσαν όταν ο γιος μου μας άφησε χωρίς τύχη. «Μέσα σε ένα χρόνο, με εγκατέλειψε, με πρόδωσε, μαζί με τα παιδιά μας», είπα. «Το ότι δεν έχουμε ακόμη διαζυγήσει είναι τυχαίο· θα το τακτοποιήσω γρήγορα. Ο Γιάννης έχει ακόμα τη μητέρα του, που τον λατρεύει».
«Τώρα θέλεις να φροντίσω εγώ τον Γιάννη;» ρώτησε. «Τελείωσα όταν ήταν μόνο παιδί. Τώρα το έργο αυτό ανήκει στη σύζυγο! Είσαι άσπρα καρδιάς και άχαρη. Θα πω στα εγγόνια μου πως η μητέρα τους άφησε τον πατέρα του όταν έγινε ανάπηρος».
Σαν να γύριζα σε έναν υπερ-απέραστο κύκλο, ήμουν εγώ αυτή που φαινόταν να το άφησα· δεν ήταν εκείνη η ώρα. Η Κατερίνα τελικά πήρε τον Γιάννη από το νοσοκομείο· ο άνδρας άρχισε αργά να βγαίνει από τη σκιά· οι γιατροί άρχισαν να δείχνουν ελπίδα. Η διαζύγιο τελείωσε.
Από τότε, η πρώην πεθερή μου τριγυρνά σε όλη την Αθήνα, λέγοντας:
«Τώρα θα φροντίσω τον άρρωστο γιο μου· η γυναίκα του τον άφησε, τα παιδιά του επίσης! Πώς είναι οι γυναίκες σήμερα; Όταν ο άνδρας είναι υγιής και βγάζει λεφτά, είναι ευπρόσδεκτος· αλλά μόλις γίνει ανάπηρος, τον πετάνε».
Κι πολλοί συμφωνούν, κουνώντας το κεφάλι με συγχώρεση. Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι ο Γιάννης με άφησε όταν ήταν υγιής.
Η φίλη μου, η Σοφία, μου πρότεινε να πουλήσω το διαμέρισμα και να φύγω κάπου μακριά. Η αδερφή μου στην Αθήνα με προσκάλεσε στο σπίτι της· νιώθω πως θα το κάνω.
Τι θα μου συμβούλευες εσύ;



