Ο Άντρας μου Επέστρεψε από τη Βάρδια Όχι Μόνος: Κρατούσε στην Αγκαλιά του ένα Μικρό Αγόρι… Η Λένα έβγαζε από τον φούρνο το ταψί με την πίτα και το άρωμα του ψαριού πλημμύριζε την κουζίνα, όπως ακριβώς αρέσει στον άντρα της, τον Βίκτωρα. Στο μάτι έβραζε φρέσκια μπορς, στο ταψί ψαρόπιτα, και το κομπόστα έμενε να ολοκληρωθεί – μια υπόθεση λεπτών, θα το τελειώσει η Λένα μόλις μπει στο σπίτι ο άντρας της. Έστρωσε την πίτα με το λευκό πετσετάκι για να μη χάσει τη ζέστη της και πλησίασε το παράθυρο. Το δικό τους σπίτι βρισκόταν στο κέντρο του τετραγώνου, απέναντι ακριβώς από τη στάση του λεωφορείου, όπου θα έφτανε ο σύζυγός της από τη βάρδια… Δεν είχε δει τη Λένα τον Βίκτωρα της τρεις μήνες, αφού δούλευε στα πετρέλαια στη Β. Ελλάδα με βάρδιες: τρεις μήνες έξω, τρεις μήνες σπίτι. Και με τι λαχτάρα τον περίμενε! Το σπίτι ήθελε αντρικό χέρι και ο ίδιος ήταν πάντα νοικοκύρης και τρυφερός… Όμως αυτήν τη φορά ο Βίκτωρας δεν ήταν μόνος. Στη μια χέρι κρατούσε βαλίτσα, στο άλλο ένα μικρό αγόρι… Τα υπόλοιπα θα σας τα πει η ιστορία: μια γυναίκα γεμάτη αγάπη, ένας άντρας με μυστικά, ένα παιδί που ήρθε ξαφνικά, και μια δοκιμασία που άλλαξε τα πάντα…

Επέστρεψε ο άντρας μου από την αλλαγή στην Κρήτη, αλλά δεν ήταν μόνος: κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μικρό αγόρι…

Το σπίτι μοσχοβολούσε! Μόλις είχα βγάλει από το φούρνο μια ψαρόπιτα όπως αρέσει του Δημήτρη. Στη φωτιά σιγοέβραζε φρέσκος φασολάδας, και στο τραπέζι απλωνόταν ένα αχνιστό παντεσπάνι με καρύδια. Μόνο ο κομπόστα έμενε να γίνει κι αυτό θα το έφτιαχνα μόλις άκουγα το γνώριμο βήμα του άντρα μου στην αυλή. Είχα σκεπάσει την πίτα με ένα κάτασπρο πετσέτα και στεκόμουν μπροστά στο παράθυρο. Το σπίτι μας ήταν στον Παπάγου, σε μια ήσυχη γειτονιά, και το λεωφορείο που τον έφερνε από το Ηράκλειο σταματούσε ακριβώς απέναντι.

Τρεις μήνες είχα να δω τον Δημήτρη. Δούλευε σε εργοτάξιο στην Κρήτη, δυο-τρεις μήνες εκεί, δυο-τρεις εδώ. Πόσο τον περίμενα κάθε φορά! Το σπίτι πάντα ήθελε ανδρικό χέρι, και χωρίς παιδιά, ένιωθα διπλά μόνη.

Το σπίτι ήταν δικό μου, το είχα πάρει κληρονομιά από τον παππού. Ο Δημήτρης είχε ένα διαμέρισμα στη Νέα Φιλαδέλφεια όταν παντρευτήκαμε, αλλά σκεφτήκαμε ότι σπίτι με αυλή είναι αλλιώς. Το πούλησε, πήγε να κάνει μια δική του δουλειά, αλλά δεν περπάτησε. Εδώ και τρία χρόνια, λοιπόν, δούλευε σε εργοτάξια στην Κρήτη. Καλά λεφτά, αλλά η μοναξιά ήταν βάρος. Οι έξτρα δουλειές πάντα περίσσευαν, τα έξοδα μαζεύονταν τώρα τελευταία, και η σκεπή είχε αρχίσει να στάζει. Θα του το έλεγα πάλι να το φτιάξει, ξέροντας πως είναι πολλά τα λεφτά για να επισκευαστεί σωστά.

Ο Δημήτρης ήταν νοικοκύρης και με αγαπούσε με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε βράδυ, με νοιαζόταν. Εγώ τον αγαπούσα βαθιά. Κάθε φορά που γύριζε, έπαιρνα ρεπό στη δουλειά, ετοίμαζα τα αγαπημένα του και στεκόμουν με ανυπομονησία στο παράθυρο.

Το αεροπλάνο του είχε προσγειωθεί εδώ και ώρες, και περίμενα το λεωφορείο… Επιτέλους, έφτασε. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Τον είδα μ ένα τεράστιο σακ βουαγιάζ στον ώμο του.

Όμως, κάτι ήταν διαφορετικό. Δεν ήρθε μόνος. Κουβαλούσε ένα μικρό αγοράκι στα χέρια. Εγώ προσπαθούσα να καταλάβω ποιο είναι αυτό το παιδί; Ποιου; Φίλου; Και γιατί το φέρνει σπίτι; Ποιος του εμπιστεύτηκε ένα τόσο μικρό πλάσμα;

Μπήκε μέσα, άφησε τη βαλίτσα στην είσοδο, και με προσοχή άφησε το παιδάκι στο πάτωμα. Το αγόρι φοβισμένο, με μεγάλα μάτια, κοίταζε εμένα και έβαζε το δαχτυλάκι στο στόμα του. Εγώ είχα παγώσει.

– Τι έγινε, Μαρία, δε θα φιλήσεις τον άντρα σου; είπε με ένα κουρασμένο βλέμμα ο Δημήτρης. Τον αγκάλιασα μηχανικά, μα το μυαλό μου ήταν αλλού.

– Δημήτρη, ποιο είναι το παιδί; Τι συμβαίνει;

Βαριές ανάσες. Πιάνει το παιδάκι από το χέρι.

– Έλα, Νικόλα, έλα να σου δείξω κάτι, είπε, και τον πήγε στο δωμάτιο. Επιστρέφοντας, ήρθε και κάθισε στο τραπέζι. Του σέρβιρα φαγητό, αλλά κατάλαβα ότι κάτι βαρύ είχε να μου πει.

– Είναι ο γιος μου, Μαρία… Το παιδί είναι ο γιος μου.

Ένιωσα να χάνω τη γη. Περίμενα, ήλπιζα μήπως αστειεύεται, μα ήταν σοβαρός.

– Έγινε με τη μαγείρισσα στη δουλειά. Μία-δυο φορές μόνο. Δεν το ξερα ότι έμεινε έγκυος. Δεν μου το είπε ποτέ. Πριν λίγο καιρό… σκοτώθηκε η μητέρα του. Τη βρήκε μια αρκούδα στο δάσος έξω απ’ το εργοτάξιο. Τον μικρό τον έγραψαν στο όνομά μου δεν υπήρχε άλλος να τον πάρει. Τον λένε Νίκο. Τον έφερα εδώ.

Δεν είχα λόγια. Ο θυμός και η στεναχώρια με έπνιξαν. Πώς να δεχθώ το παιδί μιας άλλης; Κι αυτός τόσα χρόνια να λέει ότι τώρα δεν είναι καιρός για παιδιά

– Και τώρα τι; τον ρώτησα χαμηλόφωνα.

– Εσύ θα αποφασίσεις. Αν δεν με θες, θα φύγω με το Νίκο. Αν με συγχωρέσεις, πρέπει να τον δεχτείς στη ζωή μας.

Βγήκα έξω, περιπλανιόμουν στους δρόμους μέχρι αργά. Δεν μπορούσα ούτε να κλάψω. Το μόνο που κατάλαβα ήταν ότι, όσο κι αν πονούσα, τη ζωή μου χωρίς τον Δημήτρη δεν τη φανταζόμουν. Επέστρεψα σπίτι τα μεσάνυχτα. Ο Δημήτρης κοιμόταν, κι ο μικρός Νίκος κουλουριασμένος σε μια γωνιά, ήσυχος μα ταλαιπωρημένος, με φοβισμένο βλέμμα.

Ο Νίκος, δυο ετών, ήταν ήσυχος και μαζεμένος. Προσπαθούσα να μην του δείχνω την αρνητική μου διάθεση, μα ένιωθε ότι δεν τον ήθελα κοντά μου. Κολλούσε στον Δημήτρη όσο μπορούσε ο Δημήτρης έκανε τα απαραίτητα, όχι παραπάνω. Τον έπλενε, τον τάιζε, του πήρε παιχνίδια, ίσως για να μην τον ενοχλεί.

Πέρασαν μέρες που εγώ δεν του μιλούσα καν. Κι ας ζούσε μέσα στο ίδιο σπίτι, ήμουν ψυχρή και απόμακρη. Μετά τον πρώτο μήνα σχεδόν ξαναμιλήσαμε με τον Δημήτρη με αφορμή την επισκευή της σκεπής. Συγχώρεσα τον άντρα μου μα το παιδί, το παιδί μού παρέμεινε ξένο. Για τη φροντίδα του ήταν υπεύθυνος αποκλειστικά ο Δημήτρης.

Οι μέρες περνούσαν, και ήρθε η μέρα που ο Δημήτρης έπρεπε πάλι να φύγει για την Κρήτη. Τότε, μου ανακοίνωσε ότι είχε βρει θέση σε παιδικό σταθμό για τον Νίκο. Εγώ θα τον πήγαινα και θα τον έπαιρνα, μα τίποτα περισσότερο.

– Δεν σε αναγκάζω να τον αγαπήσεις, Μαρία, είπε. Δώστου να τρώει, άφησέ τον να παίζει ο Νίκος είναι αυτόνομος. Δε θα σε κουράσει.

Ο Νίκος με τα μεγάλα ανοιχτόχρωμα μάτια όλα τα άκουγε. Ίσως να το καταλάβαινε, ίσως και όχι.

Όμως φαίνεται πως κατάλαβε παραπάνω απ ό,τι πίστευα. Μετά την αναχώρηση του Δημήτρη, έγινε ακόμη πιο σιωπηλός. Μια μέρα γύρισα και βρήκα το παιδί κατακόκκινο, πυρετωμένο, και αδύναμο. Ήταν άρρωστος και δεν το είχε πει σε κανέναν, ούτε είχε ζητήσει τίποτε από μένα. Σοκαρίστηκα, τρόμαξα. Τον έτρεξα στο νοσοκομείο.

Όταν με ρώτησαν τι παιδί είναι για μένα, κατάλαβα τι ήθελα πραγματικά: «Είναι ο γιος του άντρα μου, αλλά σε λίγο θα είναι και δικό μου παιδί». Αυτή η νύχτα άλλαξε τα πάντα. Η καρδιά μου έλιωσε από τα μικρά χεράκια που με αγκάλιαζαν μες στην αγωνία.

Δυο βδομάδες στο νοσοκομείο και έγινα η πιο ανήσυχη μαμά εκεί μέσα. Ο Νίκος άρχισε να με λέει μαμά. Όταν επέστρεψε ο Δημήτρης, τον είχα ήδη επίσημα υιοθετήσει. Πλέον ο Νίκος ήταν δικός μου και στην ψυχή και στο χαρτί.

Ένα χρόνο αργότερα, ο Νίκος ήταν χαρούμενο παιδί, γεμάτος ζωή, κολλημένος πάνω μου. Πλέον δεν ενδιαφερόταν τόσο για τον Δημήτρη και ο τελευταίος έμοιαζε να το χαίρεται κιόλας.

Κι ύστερα ήρθε το κακό. Ο Δημήτρης έφυγε ξανά για την Κρήτη, και μετά από λίγο μάθαμε τα νέα: το λεωφορείο με τους εργάτες είχε βγει από το δρόμο, είχε πέσει σε χαράδρα, πολλά πτώματα βρέθηκαν, του Δημήτρη ανάμεσά τους, ούτε ήξεραν. Περίμενα, έλπιζα αλλά πέρασε ο χρόνος, ο Δημήτρης ανακηρύχθηκε αγνοούμενος.

Έκλαψα όσο δεν είχα ξανακλάψει. Το μόνο που με κράτησε στη ζωή ήταν ο Νίκος. Έγινε το φως μου, όλη μου η αγάπη.

Δύο χρόνια μετά και καθώς ήμουν έτοιμη να αποδεχτώ τυπικά τον θάνατο του Δημήτρη, μια ανοιξιάτικη βροχερή ημέρα, γύρισα με τον Νίκο στο σπίτι και βρήκα την πόρτα ξεκλείδωτη. Μιλάμε και ακούω φωνές από μέσα στην κουζίνα. Μπήκα και τι να δω: ο Δημήτρης, ζωντανός, τρώει ήρεμα τον μπουγάτσα που είχα φτιάξει το πρωί!

– Μη τρομάζεις, Μαρία, ζω! Δεν ήμουν στο λεωφορείο, μου κανε νόημα και μια παλιά, πλούσια φίλη να φύγουμε μαζί για Κύπρο, να πάρει εκεί σπίτι κι ήθελα να μείνω μαζί της. Ήσουν για μένα παρελθόν, μόνο γι’ αυτό γύρισα τώρα για διαζύγιο και για τον Νίκο. Η γυναίκα με την οποία είμαι, δεν μπορεί να κάνει παιδιά και θέλει να μεγαλώσει ένα δικό μου.

Τότε άναψαν όλα μέσα μου.

– ΠΟΤΕ! Του φώναξα. Ο Νίκος είναι γιος μου! Θα τον δώσουμε να επιλέξει.

Ο Νίκος που άκουσε όλα τα λόγια ξέσπασε: Μαμά, να μείνω μαζί σου θέλω! Μην με δώσεις! Τον αγκάλιασα σφιχτά.

– Τον Νίκο δε στον δίνω, φύγε! Εδώ είναι το σπίτι μας, εσύ έχεις πάρει τον δρόμο σου δε θα μπεις ανάμεσά μας.

Ο Δημήτρης έφυγε και, φεύγοντας, είπε πως κανείς δε θα με θέλει, αφού έχω ήδη παιδί από αλλού.

Δεν με απασχολεί. Τον Νίκο τον μεγάλωσα μόνη μου. Δεν χρειάζομαι άλλους πια. Ζούμε ήρεμα οι δυο μας, μητέρα και γιος. Κι από όσα πέρασα, έμαθα πως η πιο γνήσια οικογένεια χτίζεται με αγάπη, όχι μόνο με δεσμούς αίματος. Η αγκαλιά που άνοιξα στον Νίκο μου έδωσε καινούρια ζωή και αγάπη πραγματική αυτό είναι που μετράει, τελικά.

Oceń artykuł
Ο Άντρας μου Επέστρεψε από τη Βάρδια Όχι Μόνος: Κρατούσε στην Αγκαλιά του ένα Μικρό Αγόρι… Η Λένα έβγαζε από τον φούρνο το ταψί με την πίτα και το άρωμα του ψαριού πλημμύριζε την κουζίνα, όπως ακριβώς αρέσει στον άντρα της, τον Βίκτωρα. Στο μάτι έβραζε φρέσκια μπορς, στο ταψί ψαρόπιτα, και το κομπόστα έμενε να ολοκληρωθεί – μια υπόθεση λεπτών, θα το τελειώσει η Λένα μόλις μπει στο σπίτι ο άντρας της. Έστρωσε την πίτα με το λευκό πετσετάκι για να μη χάσει τη ζέστη της και πλησίασε το παράθυρο. Το δικό τους σπίτι βρισκόταν στο κέντρο του τετραγώνου, απέναντι ακριβώς από τη στάση του λεωφορείου, όπου θα έφτανε ο σύζυγός της από τη βάρδια… Δεν είχε δει τη Λένα τον Βίκτωρα της τρεις μήνες, αφού δούλευε στα πετρέλαια στη Β. Ελλάδα με βάρδιες: τρεις μήνες έξω, τρεις μήνες σπίτι. Και με τι λαχτάρα τον περίμενε! Το σπίτι ήθελε αντρικό χέρι και ο ίδιος ήταν πάντα νοικοκύρης και τρυφερός… Όμως αυτήν τη φορά ο Βίκτωρας δεν ήταν μόνος. Στη μια χέρι κρατούσε βαλίτσα, στο άλλο ένα μικρό αγόρι… Τα υπόλοιπα θα σας τα πει η ιστορία: μια γυναίκα γεμάτη αγάπη, ένας άντρας με μυστικά, ένα παιδί που ήρθε ξαφνικά, και μια δοκιμασία που άλλαξε τα πάντα…