Μόλις ο Αντώνης μπήκε στην κουζίνα, φαινόταν λες και είχε υπογράψει μια ιστορική συμφωνία ειρήνης ανάμεσα σε διαμάχες γαλαξιών, ενώ στην πραγματικότητα είχε φέρει ψωμί και ένα κουτί γάλα από το περίπτερο της γειτονιάς στη Νέα Σμύρνη. Η στάση του είχε γίνει κάτι το επιβλητικό, σαν άγαλμα στην Πλατεία Συντάγματος. Από τότε που τον είχαν διορίσει προσωρινά υποδιευθυντή του τμήματός του πριν λίγες μέρες, ο άντρας μου δεν περπατούσε απλώς, αλλά βάδιζε σαν στρατηγός.
Ειρήνη, είπε επιθεωρώντας τη τσιπούρα που είχα ψήσει για το βραδινό, με ύφος διορθωτή γραπτών.
Σήμερα είμαι εξαντλημένος. Πήρα στρατηγικές αποφάσεις. Άκου να συνεννοηθούμε: στο σπίτι θέλω ηρεμία και απόλυτη συναίνεση. Δεν αντέχω άλλες συζητήσεις. Θέλω να λες „ναι” σε όλα. Ο εγκέφαλός μου χρειάζεται ξεκούραση από τις αντιρρήσεις του κόσμου.
Έμεινα ακίνητη με το πιρούνι στον αέρα. Ήταν θρασύ. Ήταν πρωτοποριακό. Δεδομένου ότι μένουμε στο δικό μου διαμέρισμα στην Κυψέλη κι ο μισθός μου σαν αναλύτρια οικονομικών μας αφήνει ανεπηρέαστους από τον πληθωρισμό, τα λόγια του είχαν τόση βάση όσο και να ζητήσει ένα χάμστερ δικό του υπνοδωμάτιο από τη γάτα.
Θέλεις να γίνω η ηχώ σου; τον ρώτησα, νιώθοντας μέσα μου να ξυπνά εκείνη η αρχοντική αξιοπρέπεια που με κάνει να με εκτιμούν οι συνάδελφοί μου και να με φοβάται λίγο η πεθερά μου.
Θέλω να αναγνωρίσεις την αξία μου, απάντησε ο Αντώνης μεγαλόστομα, ισιώνοντας τη γραβάτα που φόρεσε ειδικά για το δείπνο μας. Ο άντρας είναι ο άξονας, η γυναίκα το περιβάλλον. Μη μου στραβώνεις τις κατευθύνσεις μου, Ειρήνη.
Τον κοίταξα. Στα μάτια του υπήρχε εκείνη η άγια, ανόθευτη αυτοπεποίθηση που έχουν συνήθως όσοι διαλέγουν να περάσουν τη Λεωφόρο Συγγρού με κόκκινο.
Όπως θέλεις, αγάπη μου, χαμογέλασα κόβοντας λίγο ψάρι. Καμία αντίρρηση. Μόνο συμφωνία.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε το αγαπημένο μου παιχνίδι: „Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί το Σύμπαν έχει χιούμορ”.
Το πρώτο επεισόδιο του δράματος συνέβη το Σάββατο. Ο Αντώνης ετοιμαζόταν για το ετήσιο εταιρικό team building εμείς το αποκαλούσαμε απλώς „σουβλάκι στο βουνό, με ντροπή”. Για εκείνον, όμως, ήταν „Σύνοδος Ηγετών”.
Επιθεωρούσε μπροστά στον καθρέφτη το νέο του παντελόνι, που είχε αγοράσει χωρίς εμένα. Ήταν στο χρώμα της μουστάρδας καινούργια μόδα αλλά έδειχνε τόσο άβολο, λες κι είχε ραφτεί για καγκουρό έτοιμο να γεννήσει. Στους μηρούς „φύσαγε”, στις γάμπες έσφιγγε.
Πώς το βλέπεις; με ρώτησε φουσκώνοντας το στήθος. Σου φαίνεται ότι αναδεικνύει το κύρος μου;
Συνήθως, θα του έλεγα ευγενικά ότι έτσι μοιάζει με διασκεδαστή σε πανηγύρι. Αλλά είχα υποσχεθεί να μη φέρω αντίρρηση.
Οπωσδήποτε, Αντώνη, του απάντησα χωρίς να σηκώσω τα μάτια από το βιβλίο μου. Πολύ τολμηρό. Όλοι θα δουν ποιος είναι το αφεντικό. Αυτό το στυλ φωνάζει την προσωπικότητά σου.
Άνθισε από υπερηφάνεια.
Βλέπεις; Παλιά θα μου 'λεγες „βγάλ τα, θα γελάνε”. Προοδεύεις, γυναίκα!
Έφυγε με αέρα περήφανου παγονιού και γύρισε το βράδυ κοκκινισμένος, θυμωμένος, φορώντας το τζιν του συναδέλφου του. Το μουσταρδί παντελόνι άνοιξε στη μέση του „αγώνα στρατηγικής”, λες και ράγισε η σημαία της ελπίδας.
Γιατί δεν μου είπες ότι με στενεύουν εκεί που χρειάζεται; φώναξε εκνευρισμένος.
Μα εσύ δεν είπες πως αναδεικνύει το κύρος σου; Δεν έφερα αντίρρηση. Φαίνεται πως το κύρος σου ήταν για το ύφασμα πολύ μεγάλο.
Το πραγματικό δράμα ήρθε όταν στην ιστορία μπήκε η „βαριά αρματωμένη” η μητέρα του Αντώνη, η κυρία Καλλιόπη. Ήρθε για „έλεγχο” και ο Αντώνης, απογειωμένος από την υπακοή μου, θεώρησε ότι πλέον μπορεί τα πάντα.
Καθόμασταν όλοι στο τραπέζι. Η Καλλιόπη, κυρία με μαλλί „ποντίκι-κομμωτήριο” και βλέμμα ελεγκτή εφορίας, εξέταζε επίμονα το σαλόνι μας.
Ειρήνη μου, οι κουρτίνες σου λίγο μουντές… Και στη μπάρα έχει σκόνη. Μια σωστή νοικοκυρά ούτε να καθήσει δεν αφήνει τη σκόνη, τη φοβίζει! Ο Αντώνης θέλει σπιτικό, όχι γραφείο.
Ο Αντώνης, νιώθοντας τη σιγουριά της υποστήριξης:
Ναι, Ειρήνη. Η μαμά έχει δίκιο. Δουλεύεις πολύ, το σπίτι θυσιάζεται. Μήπως να κόψεις λίγο τη δουλειά; Με το δικό μου μισθό μάνατζερ ζούμε και άνετα.
Το σχόλιό του ήταν αστείο. Το „managers bonus” του κάλυπτε ίσα τον καφέ του. Αλλά εγώ ήμουν στη φάση „δεν αντιλέγω”.
Απόλυτα δίκιο, κυρία Καλλιόπη, απάντησα ήσυχα. Και ο Αντώνης έχει δίκιο. Πράγματι, παραείμαι απορροφημένη από την καριέρα μου. Οι κουρτίνες είναι το πρόσωπο της γυναίκας.
Μπράβο! είπε με χαρά η πεθερά. Γίνεσαι όλο και καλύτερη.
Γι αυτό, συνεχίζω, αποφάσισα να απολύσω τη γυναίκα της καθαριότητας.
Άκρα σιγή. Το πιρούνι έμεινε μετέωρο.
Ποια; κατσούφιασε ο Αντώνης.
Τη Μαρία που έρχεται δύο φορές τη βδομάδα και κάνει όλο το σπίτι όσο εμείς λείπουμε. Μου είπες να προσέχουμε τα έξοδα για να ταιριάζουν στο στάτους του „καλού αφεντικού”, και η κυρία Καλλιόπη λέει πως το σπίτι οφείλει να το φροντίζει η γυναίκα με τα χέρια της. Συμφωνώ! Διώχνω τη βοήθεια και θα καθαρίζω εγώ. Τα Σαββατοκύριακα.
Και τις καθημερινές; ρώτησε αμήχανα ο Αντώνης.
Α, τις καθημερινές, αγάπη μου, θα αφήνουμε τη φύση να κάνει το θαύμα της με την εντροπία. Θέλεις να πέφτω ξερή μετά τη δουλειά;
Οι επόμενες βδομάδες ήταν η κόλαση του Αντώνη. Εγώ, μόλις έφτανα σπίτι, έπιανα το βιβλίο μου και καθόμουν. Τα πιάτα μάζευαν βουνά. Η σκόνη, άλλοτε αόρατη, εμφανιζόταν υπερήφανη σε κάθε γωνιά. Τα πουκάμισα του Αντώνη, πάντα κολλαριστά, κρέμονταν τώρα σαν θλιμμένα φαντάσματα.
Ειρήνη, δεν έχω πουκάμισα! ούρλιαξε ένα πρωί Τρίτης.
Το ξέρω, αλλά χθες έψαχνα γιανούριες κουρτίνες όπως είπε η μαμά. Όλη μέρα κοιτούσα δείγματα. Δεν μου έμεινε κουράγιο για σιδέρωμα. Είσαι μάνατζερ βρες τρόπο να το „αναθέσεις” στον εαυτό σου!
Ο Αντώνης προσπάθησε να σιδερώσει μόνος του. Έκαψε το δάκτυλο, άνοιξε τρύπα στο μανίκι, έβαλε τελικά ένα πουλόβερ. Έμοιαζε με ήρωα που πάλεψε με το σύστημα και το σύστημα βγήκε θωρακισμένο.
Το αποκορύφωμα ήρθε όταν ο Αντώνης αποφάσισε να καλέσει τους ανώτερους για γεύμα σπίτι. Θα ερχόταν ο ίδιος ο Δημήτρης Παπαδόπουλος ο πραγματικός αρχηγός, του οποίου τη θέση „ζέσταινε” ο Αντώνης, και δυο σημαντικοί συνάδελφοι ακόμη.
Ειρήνη, σήμερα παίζεται το μέλλον μου! έτρεχε νευρικός στην κουζίνα. Θέλω το σπίτι να φαίνεται γεμάτο! Αλλά να είναι απλό, παραδοσιακό, άντρες είμαστε. Μην αρχίσεις τα σούσι κι αυτά τα ξενόφερτα. Κρέας, παραδοσιακό φαγητό. Και το βασικό: δεν μιλάς, δεν ανακατεύεσαι σε κουβέντες των ανδρών. Σέρβιρε, χαμογέλα, και να είσαι ήσυχη. Κατανοητό;
Όπως θέλεις, απάντησα γλυκά. Παραδοσιακά, πλούσια, σιγή.
Και να φορέσεις… κάτι κομψό, γυναίκειο.
Ναι, αρχηγέ μου.
Το βράδυ ετοιμάστηκα καταλλήλως. Έβαλα το φλοράλ ρόμπα με τα βολάν το δώρο-ανέκδοτο της Καλλιόπης, που φύλαγα για Απόκριες. Στο κεφάλι έφτιαξα κάτι ανάμεσα σε φωλιά και πυραμίδα.
Στο τραπέζι έβαλα αγοραστή πατσά από το φούρνο έτρεμε όπως και ο Αντώνης μπροστά στην προϊστάμενη βουνά από βραστή πατάτα και τεράστιο, λαδωμένο κότσι χοιρινό, λες και ο χοίρος πέθανε από χοληστερίνη. Χωρίς μπιχλιμπίδια, χωρίς σερβιέτες με δαχτυλίδια. «Παραδοσιακά», όπως ζητήθηκε.
Οι καλεσμένοι ήρθαν. Ο κύριος Παπαδόπουλος, κομψός με τα γυαλιά του, κοίταξε τη ρόμπα μου με απορία αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Αντώνης κοκκίνισε τόσο, που έμοιαζε με τις μπορντό ταπετσαρίες μας.
Παρακαλώ, περάστε, καλοί μας άνθρωποι! φώναξα με ύφος Ελληνίδας προξενήτρας στα χωριά της Κρήτης.
Το δείπνο ξεκίνησε. Ο Αντώνης προσπαθούσε να μονοπωλήσει τη συζήτηση με κάτι περίεργους όρους περί „ανακατανομής ωρών εργασίας” και „ροές στο workflow”, που ούτε ο ίδιος καταλάβαινε.
Αντώνη, με συγχωρείς, τον διέκοψε ο κύριος Παπαδόπουλος. Αν κάνουμε αυτά που λες, θα χάσουμε το συμβόλαιο με τους Κινέζους. Ειρήνη, εσείς τι άποψη έχετε; Άκουσα πως είστε κορυφαία αναλύτρια στη „Αιγαίο Finance”;
Ώρα μηδέν. Ο Αντώνης πάγωσε. Τα μάτια του φώναζαν «Βούλωσέ το!».
Χαμογέλασα πλατιά και τον κοίταξα με αφοσίωση.
Έλα τώρα, κύριε Παπαδόπουλε, τι να ξέρω εγώ; Στο σπίτι όλη η σοφία ανήκει στον Αντωνάκη. Αυτός ορίζει, εγώ υπάρχω για να φτιάχνω πατατούλα και να ακούω. Μου το απαγόρευσε να ασχολούμαι με τέτοιες πολυπλοκότητες χαλάει, λέει, το δέρμα μας.
Ο Παπαδόπουλος κόντεψε να πνιγεί από τα γέλια. Οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Ο Αντώνης ασπρίσε. Στο μέτωπό του έσταζε ίδρωτας.
Αλήθεια, συνέχισα με ενθουσιασμό. Ο Αντώνης μιλάει για αποφάσεις εκατομμυρίων ευρώ και καινοτομία. Εγώ τι να πω με τα ταπεινά μου report! Πες στον κύριο Παπαδόπουλο πώς τους πρότεινες να αλλάξουν software με… πώς το είπες; „Excel στο cloud”;
Έριξα την χαριστική βολή. Η „Cloud Excel” ήταν η πιο γελοία ιδέα του γραφείου την θεωρούσε επανάσταση μόνο στο σπίτι.
Το προτείνατε στ αλήθεια; ρώτησε ο Παπαδόπουλος, βγάζοντας τα γυαλιά, κοιτάζοντας τον Αντώνη λες και ήταν σπάνιο, αλλά άχρηστο σκαθάρι.
Δηλαδή… ήταν μια εναλλακτική… είπε μπερδεμένος ο Αντώνης, το πρόσωπο να βουλιάζει στο πιάτο με τον πατσά.
Μα πώς; του είπα χθες για μια ώρα ότι είναι οραματιστής και η διοίκηση κολλημένη στο παρελθόν! Δεν αντέκρουσα τίποτα. Συμφώνησα!
Ο Αντώνης τινάχτηκε, έριξε με τον αγκώνα το μπολ της σάλτσας και το λάδι κυλούσε αργά προς το παντελόνι του. Έδειχνε σαν τον καπετάνιο που τρύπησε ο ίδιος το καράβι του.
Οι καλεσμένοι έφυγαν νωρίς. Προφασίστηκαν υποχρεώσεις. Ο Παπαδόπουλος, καθώς με αποχαιρετούσε, μου έσφιξε το χέρι.
Κυρία Ειρήνη, αν πειράζει να αφήσετε τις πατάτες, υπάρχει θέση υποδιευθύντριας στρατηγικής στο τμήμα μου. Έχετε ταλέντο στο να βάζετε πράγματα στη θέση τους.
Όταν η πόρτα έκλεισε, ο Αντώνης με κοίταξε τρέμοντας.
Με κατέστρεψες! Το έκανες επίτηδες! Με έκανες ρεζίλι!
Εγώ; είπα ήρεμα, βγάζοντας τη γελοία ρόμπα. Αντώνη, όλο το βράδυ έκανα κατά γράμμα ό,τι μου ζήτησες. Δεν έφερα αντίρρηση, δεν είπα τη γνώμη μου, σού έδωσα το φόντο σου. Αν μέσα σε αυτό το φόντο φαίνεσαι γελοίος, ίσως το θέμα να μην είναι το φόντο, αλλά ο ίδιος ο „άξονας”.
Άνοιξε το στόμα να σκάσει, αλλά σήκωσα το χέρι.
Τώρα, άκου εμένα και μην αντιμιλήσεις. Ο εγκέφαλός μου θέλει ξεκούραση: Τα πράγματά σου είναι στο χολ. Η βαλίτσα σε περιμένει. Ο „άξονάς” σου στρέφεται προς το σπίτι της μαμάς σου στη Νέα Ιωνία. Εκεί οι κουρτίνες είναι σωστές και δε θα σου φέρει αντίρρηση κανένας.
Δεν τολμάς… Είμαι ο άντρας!
Ήσουν. Όσο ήσουν σύντροφος. Όταν αποφάσισες να γίνεις αφέντης, ξέχασες ότι ο θρόνος είναι στη δική μου ιδιοκτησία.
Έμεινα να τον βλέπω από το παράθυρο να βάζει τη βαλίτσα στο ταξί. Δεν με λύπησε. Ένιωσα ελευθερία και λίγο ψημένο χοιρινό, αλλά το σπίτι ξεμυρίζει εύκολα.
Κορίτσια, ποτέ μην αντιμάχεστε άντρα που θεωρεί ότι είναι πιο έξυπνος από εσάς. Απλώς κάντε στην άκρη και αφήστε τον να τσακιστεί πάνω στην πραγματικότητα. Ο θόρυβος από το πέσιμο της κορώνας του είναι η ωραιότερη μουσική για τα αυτιά μας.





