Γιώργο, μας τελείωσε το ελαιόλαδο και για το απορρυπαντικό έχει μείνει μόνο για ένα πλύσιμο, του είπα, στεκόμενος στην πόρτα του σαλονιού, σκουπίζοντας τα χέρια μου στην ποδιά. Πρέπει να πάμε σούπερ μάρκετ, η λίστα είναι μεγάλη.
Ο Γιώργος, κολλημένος στην οθόνη της τηλεόρασης όπου έπαιζε ένα ντέρμπι του Παναθηναϊκού, αγνόησε τις κουβέντες μου με ένα νευρικό τίναγμα του ώμου.
Μαρία, ξέρεις πώς είναι η κατάσταση, απάντησε χωρίς καν να με κοιτάζει. Στη δουλειά πάλι καθυστερούν, ο προϊστάμενος είπε ξέχασε το μπόνους. Τις τελευταίες 60 ευρώ που είχα στα έδωσα προχθές. Προσπάθησε να τα βολέψεις.
Αναστέναξα βαθιά. Αυτό το «βόλεψέ τα» το άκουγα επί έξι μήνες, λες και ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός είναι λάστιχο που ξεχειλώνει. Χωρίς να απαντήσω, γύρισα στην κουζίνα και άνοιξα το ψυγείο. Μια μοναχική κονσέρβα ντολμαδάκια και μια κατσαρόλα με χτεσινή σούπα από μαραμένο κοτόπουλο είχαν απομείνει. Κανονικό κρέας είχαμε να αγοράσουμε τρεις βδομάδες.
Δούλευα προϊσταμένη νοσηλεύτρια σε πολυϊατρείο του Πειραιά. Ο μισθός σταθερός αλλά χαμηλός. Παλιά, όταν ο Γιώργος έφερνε καλό μεροκάματο, προλαβαίναμε να πάμε διακοπές, να ανανεώσουμε ρούχα, να γεμίσουμε ψυγείο. Ύστερα, όπως έλεγε, το εργοστάσιο πέρασε κρίση, ο μισθός κόπηκε και ό,τι φέρνει φτάνει ίσα ίσα για τους λογαριασμούς και τη βενζίνη του.
Όλη η ευθύνη για το σπίτι και το τραπέζι βαραίνει εμένα. Πιάνω δεύτερες βάρδιες, δουλεύω και Κυριακές. Ο Γιώργος γυρνάει σπίτι κουρασμένος, πέφτει στον καναπέ και διαμαρτύρεται, ζητώντας πάντα φαγητό τριών πιάτων.
Βόλεψέ τα, ψιθύρισα ξανά στη θέα της άδειας μπιζουτιέρας. Πόσο πια να τραβήξω, θα σπάσει.
Την επόμενη μέρα, μετά τη δουλειά, πέρασα από το σούπερ μάρκετ. Στάθηκα ώρα μπροστά στα κρέατα, χαζεύοντας την πανσέτα, πήρα τελικά ένα πακέτο συκωτάκια κοτόπουλου. Φτηνά και χορταστικά. Αν τα μαγειρέψεις αρκετά με γιαούρτι, κάτι γίνεται. Κι έμεινα πανί με πανί απομένουν τρεις μέρες για τη μισθοδοσία και το πορτοφόλι άδειο.
Το βράδυ, όσο έβραζαν τα συκωτάκια, έπιασα να σκουπίσω στην είσοδο. Ο Γιώργος κοιμόταν ήδη, χορτασμένος με το φαγητό μου και δυο μπύρες, «από ρέστα που είχε» όπως είπε.
Πήρα το μπουφάν του να το τακτοποιήσω, όταν ένιωσα κάτι βαρύ στην εσωτερική τσέπη. Ξέρω πως δεν είναι σωστό να ψάχνεις τσέπες, αλλά συνήθεια για το πλύσιμο. Ένας λογαριασμός.
Όχι από το σούπερ μάρκετ, αλλά από ΑΤΜ σημερινός, 18:45 μμ. Τον ξεδιπλώνω.
«Υπόλοιπο: 3.450 ευρώ».
Αναβοσβήνω στα νούμερα. Μήπως είδα λάθος; Όχι, καθαρά τα γράφει. Πιο πάνω: «Κατάθεση μισθοδοσίας: 780 ευρώ».
Επτακόσια ογδόντα. Κι έφερε σπίτι εξήντα. Κι έλεγε ότι αυτά είναι όσα του έδωσαν.
Έκατσα στο σκαμπό της εισόδου, νιώθοντας να σηκώνεται κύμα μέσα μου. Θυμήθηκα να φοράω τις τρύπιες μπότες στο περσινό ψιλόβροχο, γιατί ο Γιώργος έλεγε «κάνε υπομονή, δεν έχουμε μία». Θυμήθηκα να καταπίνω παυσίπονα αντί για οδοντίατρο. Τα κοτοπουλάκια, τα εντόσθια και τα απομεινάρια παντός είδους.
Η πίκρα με πλημμύρισε. Όχι ακριβώς πίκρα προδοσία ήταν. Όσο εγώ μετρούσα λεπτά για τσάι, αυτός θησαύριζε χιλιάδες. Για τι; Καινούριο αμάξι; Άλλη γυναίκα; Ή απλά τσιγκουνιά;
Έβαλα διακριτικά το χαρτί πίσω στην τσέπη. Ήθελα να μπω στο δωμάτιο και να του τον κοπανήσω στη μούρη. Να τα κάνω γυαλιά καρφιά, να τον πετάξω έξω. Κράτησα, όμως, ψυχραιμία. Τσακωμός δε θα έλυνε κάτι θα έλεγε για έκπληξη ή τραπεζικό λάθος.
Έπρεπε να το παίξω αλλιώς.
Γύρισα στην κουζίνα, έκλεισα το μάτι στην κατσαρόλα. Τα συκωτάκια μοσχομύριζαν αλλά δεν είχα όρεξη. Τα έβαλα σ ένα ταπεράκι και το πέταξα στη δική μου τσάντα όχι στο κοινό ψυγείο.
«Δεν υπάρχουν λεφτά, λοιπόν», σκέφτηκα σχεδόν χαρούμενος.
Το πρωί έφυγα νωρίς για δουλειά χωρίς να φτιάξω πρωινό. Άφησα ένα άδειο πιάτο στο τραπέζι κι ένα σημείωμα: «Συγγνώμη, τελείωσαν τα τρόφιμα. Χωρίς λεφτά, πιες νεράκι».
Όλη τη μέρα δούλεψα στον αυτόματο, αλλά το μυαλό μου γύρναγε συνέχεια στο βράδυ. Στην καντίνα πήρα πρώτη φορά μετά από μήνες ολόκληρο φαγητό με κρέας και γλυκό. Έφαγα στ αλήθεια καλά.
Το βράδυ επέστρεψα χωρίς σακούλες. Χέρια άδεια, κορμί στητό.
Με περίμενε στο διάδρομο ο Γιώργος, σφιγμένος.
Πού ήσουν τόση ώρα; Πεινάω, στο ψυγείο ούτε αυγό δεν έχει. Πέρασες από σούπερ μάρκετ;
Όχι, Γιώργο, δεν πέρασα.
Δηλαδή τι θα φάμε;
Δεν έχουμε να φάμε, πήγα στο καναπέ να διαβάσω. Σου είπα προχθές, λεφτά τέλος. Πληρωνόμαστε μεθαύριο. Σήμερα στο ιατρείο ήπια νερό. Κάνε υπομονή. Κρίση!
Ο Γιώργος σαστισμένος.
Πλάκα μου κάνεις; Πού είναι η σούπα; Το δεύτερο; Πάντα κάτι έβρισκες!
Η φαντασία μου τέλειωσε. Από αέρα δεν γίνονται κεφτέδες. Και τις τελευταίες μου δεκάδες πήγανε σε ΔΕΗ και εισιτήρια. Τίποτα άλλο.
Στεκόταν εκεί μιλώντας ακατάληπτες λέξεις. Συνήθως με έβλεπε να δανείζομαι, να ψάχνω στα ντουλάπια, να πετυχαίνω μικρά θαύματα.
Τώρα τι να κάνω δηλαδή;
Πιες νεράκι, ή κοιμήσου νωρίς. Ό,τι αισθητική σου αρέσει
Έκανε φασαρία στην κουζίνα, μετά άρχισε να βράζει μακαρόνια σκέτα. Γέλασα από μέσα μου. Μακαρόνια χωρίς λάδι, χωρίς λουκάνικο, πολύ καλή επιλογή για κάποιον με 3.000 ευρώ στην άκρη.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Έφαγα στην καφετέρια με το δικό μου χαρτζιλίκι καφέ και μιλφέιγ σε παγκάκι του πάρκου. Γύρισα σπίτι ήρεμος.
Δεν είναι αστείο αυτό, Μαρία! Δεύτερη μέρα τρώω ξερά μακαρόνια! Μας δουλεύεις; Εσύ δεν είσαι η νοικοκυρά;
Είμαι γυναίκα, Γιώργο, όχι μάγισσα. Χωρίς λεφτά δεν αγοράζω. Δώσε μου χρήματα, να γεμίσω το ψυγείο. Πού είν το πρόβλημα;
Δεν έχω! είπε, αποφεύγοντας τα μάτια μου. Αργούν!
Ούτε εγώ έχω. Οπότε, δίαιτα. Κάνει καλό.
Το βράδυ ξαναβγήκε, γύρισε με μυρωδιά από γύρο. Σημείωσα πως για σουβλάκι λεφτά βρίσκονται. Δεν είπε τίποτα, κι ούτε έφερε τίποτα.
Πέρασε έτσι βδομάδα. Εγώ έπαψα να μαγειρεύω, να καθαρίζω πίσω του, να πλένω τα ρούχα του.
Δεν έχει απορρυπαντικό, απαντούσα ξερά στις διαμαρτυρίες του. Τέλος. Δεν έχω να πάρω.
Έκανε φασαρίες, έπαιζε το θύμα, με κατηγορούσε πως δεν είχα καρδιά.
Έγινες σκληρή! φώναζε Παρασκευή βράδυ. Εγώ δουλεύω, γυρνάω σε στάβλο! Τί να την κάνω τέτοια γυναίκα;
Κι εγώ τί να τον κάνω τέτοιο άντρα; του είπα ήρεμα. Που δεν μπορεί να φέρει σπίτι ένα καρβέλι; Κι εγώ δουλεύω. Εξαντλημένος κι εγώ. Γιατί όμως τα βάρη του σπιτιού δικά μου;
Είσαι γυναίκα! Είναι υποχρέωσή σου!
Υποχρέωσή μου είναι η αγάπη όταν αγαπιέμαι και η φροντίδα όταν με φροντίζουν. Το μονόπλευρο παιχνίδι τέλειωσε.
Σάββατο πρωί, με ξύπνησε μυρωδιά από αυγά με λουκάνικο. Πήγα στην κουζίνα ο Γιώργος καταβρόχθιζε αυγά με ντομάτες, τοστ με ακριβό τυρί και σαλάμι. Με το που με είδε, έβηξε αμήχανα.
Έλα, αν θες φάε. Βρήκα κάτι ψιλά στη χειμωνιάτικη, πήγα μάρκετ.
Κάθισα απέναντί του. Είδα στο τραπέζι μια συσκευασία καλό σαλάμι, τυρί, αυγά βιολογικά. «Τα ψιλά στη ζακέτα…» σκέφτηκα.
Εγώ δεν πεινάω, είπα ψέματα. Ήθελα να δω πού το πάει.
Μαρία… ξεκίνησε έτσι όπως μάσαγε. Άντε να το σταματήσουμε αυτό το έργο. Δανείστηκα πεντακοσάρι από τον Νίκο. Πάρε τα να πας να γεμίσεις το ψυγείο. Δεν είναι ζωή αυτή.
Άφησε πεντακοσάρικο χαρτονόμισμα μπροστά μου. Το κοιτάζω.
Από τον Νίκο είπες; Και πού θα τα βρεις να τα δώσεις πίσω; Δεν παίρνεις μισθό…
Θα δω! είπε νευριασμένος. Ποια είναι η διαφορά σου; Πήγαινε μάρκετ.
Πήρα το χαρτονόμισμα, το γύρισα στα χέρια.
Θα πάω. Αλλά θα αγοράσω μόνο αυτά που θέλω εγώ. Εσύ ζήτα φαγητό από τον Νίκο που σου δανείζει.
Τί λες τώρα; Τα έφερα για την οικογένεια!
Για την οικογένεια; σηκώθηκα, με φωνή που δονήθηκε σαν χορδή. Και τα 780 ευρώ που πήρες προχθές τί ήταν, προσωπικά; Τα 3.450 στο λογαριασμό σου τί είναι; Ταμιευτήριο λιμοκτονούντων;
Ο Γιώργος κόκαλωσε, άσπρισε και κοκκίνισε.
Έψαξες τα πράγματά μου; Με παρακολουθείς;
Μην αλλάζεις θέμα. Βρήκα το χαρτί κάνοντας συμμάζεμα. Και το χειρότερο δεν είναι που κρύβεις λεφτά. Είναι που με άφηνες να ζητιανεύω, να στερούμαι, να φοράω παλιά μπότες ενώ εσύ κρυφά αποταμιεύεις. Δεν ντρέπεσαι;
Για αμάξι τα κρατούσα! φώναξε, χτυπώντας το τραπέζι. Χάλασε το παλιό! Ήθελα να σ το κάνω έκπληξη! Να το πας πού την τσιγκουνιά σου!
Έκπληξη είναι να αγοράζεις αμάξι χωρίς να με βάζεις να πεινάω. Έκπληξη είναι να ξέρουμε και οι δύο τον στόχο και να κάνουμε μαζί οικονομία. Εσύ με χρησιμοποίησες. Κουτσοπίνταγες στο δικό μου κόπο.
Εγώ άντρας είμαι, θέλω αμάξι της προκοπής, να μην ντρέπομαι στην παρέα! Και σταμάτα με τα συκωτάκια… Μια βδομάδα κάναμε οικονομία, δεν πέθανες!
Δεν πέθανα, του απάντησα. Πέθανε όμως κάτι μέσα μου. Η εκτίμηση και η εμπιστοσύνη.
Άφησα το πεντακοσάρι στο τραπέζι.
Πάρ’ τα πίσω. Αγόρασε ένα εισιτήριο.
Για πού; έμεινε άφωνος.
Για το μέλλον σου, στη μαμά σου, σ όποιο σπίτι θέλεις. Εγώ με φιλοχρήματο και ψεύτη δεν μένω άλλο.
Με πετάς έξω για λεφτά; με κοίταξε πραγματικά χαμένος.
Όχι για λεφτά, Γιώργο. Για τη στάση σου.
Τσακωθήκαμε πολύ. Φώναξε, με κατηγόρησε, ύστερα προσπάθησε να με εξαγοράσει λέγοντας ότι θα μου πάρει γούνινο παλτό (από τις οικονομίες!), πάλι φώναξε. Δεν υποχώρησα, κι έτσι το βράδυ ετοίμασε βαλίτσα.
Θα το μετανιώσεις, φώναξε φεύγοντας. Σαρανταπεντάρα, μόνη με τις γάτες σου! Εγώ θα βρω μια που να με εκτιμάει!
Καλή τύχη, του είπα κλείνοντας την πόρτα.
Κάθισα στο πάτωμα, χωρίς δύναμη να κλάψω. Μόνο μια τρομερή ησυχία.
Πήγα κουζίνα, είδα τη φέτα σαλάμι που είχε αγοράσει και την πέταξα στα σκουπίδια. Το ψυγείο άδειο, εκτός από το δικό μου ταπεράκι με τα συκωτάκια.
Δεν πειράζει, ψιθύρισα. Τουλάχιστον τώρα ξέρω που πάνε τα λεφτά μου.
Πέρασε μήνας.
Γυρνούσα από το ιατρείο αργά, σε ανοιξιάτικο Πειραιά, ανθισμένες νεραντζιές και άρωμα θάλασσας. Στο σούπερ μάρκετ διάλεξα για τον εαυτό μου: βαζάκι ταραμά (προσφορά, αλλά τα αξίζει), φέτα καλό ροκφόρ, ένα μπουκάλι λευκό κρασί, φρέσκα λαχανικά, φιλέτο σολομού.
Στο ταμείο πλήρωσα με κάρτα τώρα πάντα έχει μέσα λεφτά. Μόνη το σπίτι βγαίνει φτηνά. Λογαριασμοί χαμηλότεροι, τρόφιμα λίγα, εξαφανίστηκαν τα extras: οι μπύρες, τα τσιγάρα, το «δώσε για βενζίνες».
Στο σπίτι, έβαλα μουσική, μαγείρεψα ψάρι, άνοιξα κρασί, κάθισα στο παράθυρο να βλέπω το ηλιοβασίλεμα.
Χτύπησε το κινητό. Μήνυμα από Γιώργο.
«Μαρία, τι κάνεις; Να βρεθούμε να μιλήσουμε; Το μετάνιωσα. Δεν αγόρασα το αμάξι. Έχω χρήματα. Ξαναρχίζουμε; Μου λείπεις».
Κοίταξα την οθόνη, ήπια μια γουλιά κρασί, θυμήθηκα το βλέμμα του όταν μιλούσε απαξιωτικά για τα συκωτάκια. Θυμήθηκα τον εξευτελισμό να ζητιανεύω για απορρυπαντικό.
Έσβησα το μήνυμα, τον μπλόκαρα.
Κι εγώ μου έλειψα, είπα στον εαυτό μου στο τζάμι. Η παλιά καλή μου ζωή. Και δεν ξαναπαραδίνομαι ποτέ.
Την επομένη αγόρασα καινούριες μπότες. Ακριβές, δερμάτινες, ιταλικές. Έκλεισα πακέτο για διβδόμαδο σπα στην Πελοπόννησο, με τα λεφτά που περίσσεψαν από τον μισθό μου.
Η ζωή μετά το διαζύγιο δεν τελειώνει. Γίνεται πιο γευστική. Και πολύ πιο δίκαιη.




