Άννα βρισκόταν βυθισμένη στα καθημερινά της καθήκοντα στην κουζίνα, όταν ο ήχος του τηλεφώνου τη διέκοψε από τις σκέψεις της. Στην οθόνη εμφανίστηκε η φίλη της, η Δανάη. Με μια φωνή γεμάτη αναστάτωση, η Δανάη τη ικέτεψε να έρθει από το σπίτι της ο Αχιλλέας την είχε αφήσει. Είχε φύγει για κάποιαν άλλη στη Θεσσαλονίκη, πράγμα εντελώς αναπάντεχο. Όπως σε ένα όνειρο, τα πάντα έγιναν θολά και βιαστικά· βρέθηκαν γύρω από το τραπέζι, σαν να ήθελαν να γιορτάσουν αυτή την περίεργη στιγμή της καθαρής αλλαγής.
Η Δανάη μιλούσε για τον καιρό που ζούσε με τον Αχιλλέα, για τη δύσκολη σχέση τους εκείνος ήταν ζηλιάρης, νευρικός, απαιτούσε συνεχώς προσοχή, και όταν δεν του άρεσε το φαγητό της, πετούσε τα πιάτα στους τοίχους, σαν να έσπρωχνε το χώρο να ανοίξει. Η διάθεσή του άλλαζε ξαφνικά, και μερικές φορές περνούσαν εβδομάδες ολόκληρες χωρίς να της απευθύνει το λόγο, σαν να βυθιζόταν σε μια σιωπή βελούδινη και ασφυκτική.
Τώρα, ελεύθερη πια σαν το αεράκι που περνάει από τα λιμάνια του Πειραιά, η Δανάη ένιωθε ανακούφιση να γεμίζει το στήθος της. Ο Αχιλλέας της είχε απαγορεύσει να βλέπει τους φίλους της πάντα φοβόταν ότι θα πάρει ιδέες από εκείνους. Μα τώρα, είχε τόση λαχτάρα να περάσει χρόνο με την παρέα της, που γελούσε τρανταχτά χωρίς λόγο. Τα κορίτσια μιλούσαν για τους άντρες της ζωής τους, για τη ζήλια και τις απαιτήσεις τους, για τα βράδια που το σπίτι έμοιαζε σαν να βυθίζεται αργά στη θάλασσα, και τα λόγια ζύγιζαν βαριά σαν το χρυσό ευρώ.
Κανείς δεν ήξερε πώς γνώρισε ο Αχιλλέας τη νέα του σύντροφο εκείνος όμως έλεγε στη Δανάη ψέματα, πως πήγαινε στον γυμναστήριο, ενώ τριγυρνούσε στα σοκάκια παρέα με τη σκιά μιας ξένης. Η φίλη της αναρωτιόταν αν θα συνέχιζε να δίνει χρήματα για τα παιδιά του, κι η Δανάη σκεφτόταν να τον καταγγείλει στην αστυνομία σαν να βρισκόταν αυτή στο ρόλο της αρχαίας Αθηνάς που αποδίδει δικαιοσύνη.
Έμειναν εκείνη τη νύχτα στο σαλόνι της Δανάης, πίνοντας ούζο και λέγοντας τις δικές τους ιστορίες για έρωτες που έσβησαν σαν τα φώτα πάνω στην άσφαλτο της Λεωφόρου Συγγρού.
Όταν ο Αχιλλέας επέστρεψε, μετά από έναν ολόκληρο μήνα, η Δανάη τον περίμενε ατάραχη. Εκείνος, περιμένοντας να τον υποδεχτεί με χαρά, συνάντησε μόνο τη σιωπηλή της ματιά πιο παγωμένη κι από το μάρμαρο του Παρθενώνα. Με μια φωνή που αντήχησε παράξενα, τη ρώτησε τι θέλουν οι γυναίκες. Η Δανάη του είπε με σιγουριά: «Αγάπη και σεβασμό». Είχε βρει τη δύναμή της πλέον. Δεν ήθελε να έχει τίποτα πια μαζί του. Ο Αχιλλέας έμεινε να την κοιτάζει σαστισμένος, σαν να προσπαθούσε να ξυπνήσει από ένα όνειρο που δεν ήθελε να τελειώσει.





