Ο Άγγελος που ζύγιζε εκατό κιλά και μύριζε φτηνό καφέ
Σε μια παιδική αίθουσα παιχνιδιών στο ογκολογικό, ησυχία έσταζε από τα ψηλά ταβάνια σαν λάδι, διακοπτόμενη μόνο από το τρίξιμο των μαρκαδόρων και το ψιθύρισμα του χαρτιού. Αυτή η σιγή ήταν λεπτή σαν κλωστή από υαλόνημα· υπήρχε μέσα της το βάρος των μεγάλων, ακατάλληλο για παιδιά που μόλις είχαν σβήσει δέκα κεράκια. Το θέμα ήταν απλό: Να ζωγραφίσουν τον Φύλακα Άγγελό τους. Όλοι οι μικροί προσπαθούσαν με όλη τους την ψυχή.
Για την Ειρήνη, νεαρή εθελόντρια, η μέρα εκείνη έμοιαζε με δοκιμασία. Είχε μάθει να θαυμάζει το «καθωσπρέπει» ωραίοτην ομορφιά των τοιχογραφιών στις εκκλησιές, όπου οι άγγελοι ήταν ανάλαφροι νέοι με κυματιστά ξανθά μαλλιά και βλέμμα σαν τον Εύξεινο Πόντο. Περιδιάβαινε ανάμεσα στα τραπεζάκια, μαγεμένη: του Διονύση ο άγγελος κρατούσε μια πελώρια σπάθα, της Καλλιόπης είχε φτερά από μαλλί ζαχαρένιο. Όλα ήταν κανονικά, συγκινητικά και μεταξύ τους όμοια.
Ώσπου έφτασε στη Μαργαρίτα.
Η μικρή ήταν επτά χρονών. Το κεφάλι της ήταν λείο σαν βότσαλο από τη θάλασσα, ύστερα απ’ τις χημειοθεραπείες· το δέρμα της, διάφανο σαν ρυζόχαρτο. Με γλώσσα προσεκτικά κλεισμένη στα δόντια, σχεδίαζε με τρομερή σοβαρότητα.
Η Ειρήνη κοίταξε πάνω απ τον ώμο της και πάγωσε για λίγο.
Στο άσπρο χαρτί, αντί για κάποιον ουράνιο άγγελο, υπήρχε κάτι παράξενο: ένας στρουμπουλός, στρογγυλός άντρας, που καταλάμβανε σχεδόν όλη τη σελίδα. Δεν είχε φτερά. Μόνο μια τεράστια κοιλιά, ντυμένη με άσπρη ποδιά, φαλακρό κεφάλι που θύμιζε πατάτα κι ογκώδη γυαλιά να ακουμπούν στη μύτη σαν κουμπί.
Μαργαρίτα, είπε σιγανά η Ειρήνη, γονατίζοντας δίπλα της. Ποιος είναι αυτός; Άγγελο ζωγραφίζουμε.
Άγγελος είναι, απάντησε ήσυχα και σίγουρα η μικρή, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της απ την κοιλιά, που χρωμάτιζε με λευκή ξυλομπογιά.
Μα δεν έχει φτερά. Και είναι τόσο μεγάλος; η Ειρήνη διάλεγε τις λέξεις.
Έχει φτερά. Απλώς τα κρύβει κάτω από την ποδιά, να μην λερωθούν. Εδώ λερώνει.
Η Ειρήνη χαμογέλασε με συγκατάβαση. Φαντασία παιδική.
Συχνά στον όροφο ακουγόταν μια βαριά, αποφασιστική ανάσα. Ερχόταν απ τον διάδρομο γεμάτη βραχνάδα, σαν το γουργουρητό παλιού τρένου. Τα βήματα κουβαλούσαν την αίσθηση πως έτρεμε το πάτωμα.
Η πόρτα της αίθουσας άνοιξε αργά και μέσα φάνηκε εκείνος.
Ο Μανώλης Ρουσόπουλος, προϊστάμενος της ομάδας ανάνηψης. Ήταν τεράστιος. Χοντρός, με τριπλό πηγούνι και ποδιά μονίμως ανοιχτή ποτέ δεν του έφτανε να κουμπώσει. Ίδρωσε από πάνω μέχρι κάτω, δέρμα χλωμό, γυαλιά με χοντρό σκελετό μισοκατεβασμένα στη μύτη. Πάντα τον μύριζες από μακριά: καπνός, ιδρώτας, και φτηνός στιγμιαίος καφές. Εδώ και τρεις μέρες δεν είχε κλείσει μάτι, κοιμόταν σ ένα βουλιαγμένο καναπέ στο γραφείο εφημερίας.
Η Ειρήνη έβλεπε μόνο έναν κουρασμένο, αφρόντιστο άντρα που μάλλον ήθελε σύνταξη ή τουλάχιστον μπάνιο.
Άντε, τι κάνουμε οι ζωγράφοι; βροντοφώναξε, σαν να αντηχούσε απ τα βάθη της κοιλιάς του. Ζούμε;
Ζούμε, γιατρέ! φώναξαν τα παιδιά όλα μαζί, αλλοπρόσαλλα.
Έκανε τον γύρο, βαριά, αγκομαχώντας, ακουμπώντας στις καρέκλες.
Στάθηκε δίπλα σ ένα αγόρι ωχρό με ορό. Έβαλε τη θηριώδη παλάμη του στο μέτωπο του μικρού.
Κράτα, λεβέντη, του μουρμούρισε. Τα αποτελέσματα ήρθαν, θα τα καταφέρεις.
Μετά ήρθε στη Μαργαρίτα. Τα μάτια της έλαμψαν έντονα. Άπλωσε τα χέρια προς τον μεγάλο άντρα που μύριζε καπνό.
Ζωγραφίζεις, μικρούλα; ρώτησε. Πίσω απ τα χοντρά γυαλιά, η Ειρήνη είδε ξάφνου στα μάτια του ένα άπειρο, ξαγρυπνημένο γαλάζιο.
Εσένα ψιθύρισε η Μαργαρίτα.
Γέλασε, φτιάχνοντας τα γυαλιά του.
Εμένα δεν έχει λόγο. Το χαρτί θα σκιστεί.
Την ίδια στιγμή, απ τον διάδρομο, μια σειρήνα ξέσπασε, κοφτή και διαπεραστική.
Ο Μανώλης Ρουσόπουλος άλλαξε μονομιάς. Η λαχτάρα, το γοργό βήμα εξαφανίστηκαν. Γύρισε, με απίθανη ελαφρότητα για το μπόι του, και όρμησε έξω.
Μείνετε ήσυχοι! φώναξε από τον διάδρομο. Καίτη, ετοιμάσου με το σετ ανάνηψης, γρήγορα!
Η Ειρήνη έμεινε, τα χέρια της σφιγμένα στη θωριά. Πίσω από τη λεπτή πόρτα, ήχοι και σύντομες διαταγές, ήχος μετάλλων, και εκείνη η φωνή, τώρα όχι μαλακή αλλά ατσάλινη.
Ανάπνευσε! Πάμε, μικρούλη! Μείνε μαζί μας! Πάλεψε!
Ο ήχος ήταν τρομακτικός· παράκληση και διαταγή μαζί. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια. Τρόμαζε.
Σαράντα λεπτά πέρασαν μακρινά, σαν τζιτζίκια τον Αύγουστο. Τα παιδιά, ακίνητα, αμίλητα. Κανείς πια δεν σχεδίαζε. Τα μάτια στις πόρτες.
Η πόρτα άνοιξε. Ο Μανώλης μπήκε, κρατώντας τη κάσα. Μούσκεμα, η ποδιά σκούρη, λεκές αίματος στο μανίκι. Έβγαλε τα γυαλιά, έτριψε τα μάτια, ζύμωσε την κούραση στο πρόσωπό του. Με βόγκο βυθίστηκε σε μια μικρή καρέκλα, που έσκασε διαμαρτυρόμενη.
Τα καταφέραμε, ψέλλισε στο κενό. Κοιμάται.
Η Ειρήνη τον κοίταξε. Κι έτσι ξάφνου, σαν να έβγαλε κάποιο πέπλο από τα μάτια, ή είδε καθαρά.
Κοίταξε το σκίτσο της Μαργαρίτας. Εκείνο τον αδέξιο, χοντρό ανθρωπάκο. Ύστερα ξανά τον αληθινό Μανώλη.
Δεν είδε πια πάχος ή ιδρώτα. Είδε μάζα τεράστια, αδιαφιλονίκητη μάζα αγάπης, απαραίτητη σαν άγκυρα, να κρατάει τις ελαφρές, εύθραυστες παιδικές ψυχές στη γη όταν αυτές ήθελαν να πετάξουν. Χρυσόφτερος άγγελος δεν θα άντεχε εδώ θα είχε φύγει μαζί τους.
Έπρεπε να υπάρχει ένας σαν αυτόν: βαρύς, γήινος, μυρωδάτος από καφέ και χώμα, έτοιμος με τα τεράστια χέρια του να συλλαμβάνει τη φυγή της ζωής και να βροντοφωνάζει, «Δεν θα σε αφήσω».
Το φαλακρό του κεφάλι έλαμπε κάτω από το φως σαν φωτοστέφανο: όχι χρυσαφί, εργασιακό, βρεγμένο από προσπάθεια.
Η Μαργαρίτα κατέβηκε απ την καρέκλα, πήγε προς το γιατρό με το γερμένο κεφάλι, κι αγκάλιασε το παχύ πόδι του παραπάνω δεν έφτανε.
Στα λεγα, είπε χαμηλόφωνα, με βλέμμα ώριμο, κοιτώντας την Ειρήνη. Τα φτερά του τα κρύβει. Να μη φυσάει εδώ μέσα.
Ο Μανώλης ακούμπησε απαλά το γυμνό της κεφάλι.
Τα δάχτυλά του έτρεμαν.
Κρατηθείτε, παιδιά μου ψιθύρισε. Λίγο ακόμα.
Η Ειρήνη γύρισε στο παράθυρο δεν άντεχε να αντικρίζει άλλο.
Κι εκεί, τα δάκρυα, όσο κι αν τα φοβόταν, κύλησαν. Έκλαιγε για τη δική της τύφλωση· πως έψαχνε την ομορφιά στο φως και τη χάρη, ενώ το Αληθινό Κάλλος καθόταν μπροστά της, σε μια σπασμένη καρέκλα, σκουπίζοντας ιδρώτα με το μανίκιβαρύ, ατσούμπαλο και ιερότερο απ όλα τα κάλλη του κόσμου.





