Ολένα μου, καρδούλα μου, σε παρακαλώ – η μαμά κάθισε στα γόνατα μπροστά στην Όλγα – πρέπει να μείνουμε εδώ λίγο καιρό, όλα θα τελειώσουν σύντομα και θα γυρίσουμε πάλι στην πόλη Η Όλγα κοίταζε σιωπηλή τη μαμά. – Όλγα, με ακούς; Καταλαβαίνεις; – Η μαμά ταρακούνησε την Όλγα. – Σε ακούω, μαμά… – Γιατί δε μιλάς; – Η μαμά είχε αγχωθεί, η Όλγα το έβλεπε. – Δεν ήμουν σιωπηλή, μαμά, σκεφτόμουν. – Σκεφτόσουν, ε; Δες, δες πόσα βιβλία έχει εδώ, Όλγα… Πόσο αγαπούσα κι εγώ να διαβάζω όταν ήμουν παιδί… – Μαμά… θα μείνουμε πολύ καιρό εδώ; – Δεν ξέρω, αγάπη μου, πρέπει να κάνουμε υπομονή όσο χρειαστεί. Η Όλγα καταλάβαινε όλα όσα είχαν συμβεί στην οικογένειά τους. Η μαμά νόμιζε άδικα ότι η Όλγα είναι ακόμα μικρή και δεν καταλαβαίνει. – Όλγα, η θεία Κατερίνα θα έρχεται να σε βλέπει, εγώ θα ετοιμάζω φαγητό για όλη μέρα, το πρωί θα φεύγω για δουλειά και θα γυρίζω το βράδυ. Τα Σαββατοκύριακα θα είμαστε μαζί, θα πηγαίνουμε στο ποτάμι, θα κάνουμε μπάνιο… Η μαμά έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. – Συγγνώμη, συγγνώμη… – Μαμά, μη κλαις, σε παρακαλώ. Ξέρω ότι ο μπαμπάς μας άφησε, ξέρω ότι πρέπει κάπως να τα βγάλουμε πέρα και γι’ αυτό αποφάσισες να έρθουμε εδώ στο σπιτάκι της γιαγιάς. Και το διαμέρισμα το νοικιάσαμε σε ξένους. – Τα ξέρω όλα, μαμά… Θα είμαι φρόνιμη, στο υπόσχομαι, θα σε περιμένω και θα διαβάζω βιβλία, η θεία Κατερίνα θα με προσέχει. – Θα τα καταφέρουμε, μαμά… Και το φθινόπωρο θα πάω σχολείο. – Μαμά… έχει εδώ σχολείο; – Όχι, γλυκιά μου, εδώ παλιά υπήρχε σχολείο αλλά τώρα όχι πια. Όμως σου υπόσχομαι, το φθινόπωρο θα επιστρέψουμε στο διαμέρισμά μας, είναι μόνο για λίγο, μέχρι να βρω καλή δουλειά. – Το διαμέρισμα το νοικιάσαμε μέχρι τον Αύγουστο, μας φτάνει ο χρόνος, θα το φτιάξουμε και όλα θα πάνε καλά, κορίτσι μου… – Το ξέρω, μαμά… Εκείνο το βράδυ η μαμά με την Όλγα έμειναν για ώρες στο κατώφλι του μικρού τους σπιτιού, και η μαμά της διηγιόταν ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια και για τη δική της καλή γιαγιά. – Μαμά, είχες… μαμά; – Είχα, – αναστέναξε η μαμά, – ακόμα υπάρχει, απλά… δεν με χρειάζεται. – Πώς γίνεται αυτό; Δεν σε χρειάζεται; – Έτσι είναι, αγάπη μου. Με έκανε μικρή, με τον μπαμπά της δεν τα βρήκαν, εκείνος έφυγε σε άλλη πόλη, έφτιαξε νέα οικογένεια. Η μαμά έμεινε λίγο, μετά με πήγε στη γιαγιά Σοφία και η ίδια πήγε στην πόλη, να βρει την τύχη της… – Και… τη βρήκε την τύχη της; – Την τύχη της τη βρήκε, κόρη μου, αλλά για μένα με ξέχασε τελείως… Ξαναπαντρεύτηκε, απέκτησε άλλα δυο παιδιά, εμένα μόνο στα γενέθλια και στις γιορτές με θυμόταν. – Ξέρεις, τώρα θυμήθηκα, ήρθε μια φορά φέρνοντας ένα παιδί άρρωστο, το έφερε εδώ γιατί έχει καθαρό αέρα. – Ούτε σε αυτά τα παιδιά της δεν είπε για μένα, δεν ήξεραν πως είμαι αδερφή τους. – Η γιαγιά της ζήτησε να μου πάρει φόρεμα για τη γιορτή μου… αλλά εκείνη άρχισε να φωνάζει στη γιαγιά, πως έχει άρρωστο παιδί και αυτή νοιάζεται για φορέματα. – Ζωή, – θύμωσε η γιαγιά, – η Σοφία είναι το παιδί σου, πώς το κάνεις αυτό; – «Δυνατό αλογάκι είναι» έλεγε για μένα, «ας βγάλει μόνη της τα προς το ζην». Η γιαγιά τότε θύμωσε και την έδιωξε… – Μαμά, εσύ ποτέ δεν την είπες “μαμά”, μόνο τ’ όνομά της… – Το ξέρω, συγγνώμη κόρη μου… δεν μπορώ να τη φωνάζω έτσι, για μένα μάνα ήταν η γιαγιά Σοφία. – Σ’ ονόμασαν Σοφία από τη γιαγιά, έτσι, μαμά; – Μάλλον ναι… Από τη γιαγιά… – Την αγαπούσες, μαμά; – Ποια; – Τη γιαγιά Σοφία. – Πολύ, πάρα πολύ! Όταν “έφυγε” εκείνη, ένιωσα πως σκοτείνιασε ο κόσμος μου… Ξέρεις, και τη Ζωή… τη μάνα μου, την αγαπούσα, την περίμενα κάθε γιορτή, κάθε γενέθλια. – Όταν ήμουν άρρωστη, στην πρώτη του Σεπτέμβρη, όταν “έφυγε” η γιαγιά, την περίμενα. – Δεν μπόρεσε να έρθει, είχε γιορτή η πεθερά της… Ήρθε μετά, έκλαψε, μου είπε να ετοιμαστώ. Ήμουν ακόμα ανήλικη. – Πίστεψα πως θα με πάρει κοντά της, μα όχι. Μ’ άφησε να σπουδάσω και με έβαλε σε εστία. – Το πρώτο μου Πρωτοχρονιάτικο χωρίς γιαγιά… Πίστεψα πως θα με πάρει μαζί της, μα μου είπε: «Συγγνώμη Σοφία, το σπίτι είναι γεμάτο, έρχονται συγγενείς, που να σε βάλω;» – Τότε αποφάσισα να πάω σπίτι μου. Της ζήτησα τα κλειδιά του σπιτιού της γιαγιάς. – Γιατί, – τα μάτια της πέταξαν φωτιές. – Είναι το σπίτι μου, αν νομίζεις πως θα διαχειριστείς εσύ την κληρονομιά μου, κάνεις λάθος. – Είναι και δικό μου σπίτι, – είπε θυμωμένη, – κι εμείς θα πάμε εκεί για Πρωτοχρονιά. – «Σου υπόσχομαι, αν πατήσετε το πόδι σας εκεί, θα σας χαλάσω τη γιορτή. Δώσε μου τα κλειδιά!» – Δεν μου τα έδωσε, μα ας έχει. Πήγα, πήδηξα τον φράχτη, αγόρασα δυο καινούρια λουκέτα. Έφερα τον γείτονα, θείο Φώτη, που άλλαξε τις κλειδαριές. – Οι γείτονες όλοι με στήριξαν, είπαν δε θα αφήσουν να με πειράξει κανένας, για χάρη της γιαγιάς. – Εκείνη τη χρονιά ήθελα να είμαι μόνη, αλλά ήρθαν φίλες μου και περάσαμε όμορφα… – Μετά έκλεισα τα δεκαοχτώ. – Δεν έχεις πια επαφή μαζί της; – Όχι… Γιατί να έχω; Δεν έχει να μου πει τίποτα, ούτε εγώ σε εκείνη. – Μαμά… εσύ… – Τι; Να κάνω το ίδιο σε σένα; Ποτέ στη ζωή μου, ακούς; Ποτέ!… …Η Όλγα είχε μεγαλώσει πια και δεν φοβόταν καθόλου. Η μαμά πήγε στη δουλειά, η θεία Κατερίνα ήρθε δυο φορές. Η Όλγα έφαγε, μάζεψε το πιάτο της, έπλυνε, τάισε τη κούκλα της τη Γεωργίτσα και έκατσε να διαβάσει βιβλίο. Το διάβασμα το έμαθε πρόσφατα κι έχει γίνει τώρα το καλύτερό της, να διαβάζει στην κούκλα και στο αρκουδάκι της τον Μίμη. Η μέρα της περνούσε το ίδιο. Πρώτα έκλαιγε – τα δάκρυα έτρεχαν μόνα τους, η Όλγα τα έσπρωχνε πίσω, μα εκείνα έτρεχαν… Δεν το έκανε επίτηδες, ήταν τα δάκρυα, τα άτιμα. Κι ύστερα ερχόταν η μαμά κι όλα διορθώνονταν. Μια μέρα, όμως, η μαμά δεν ήρθε. Πέρασε η ώρα, νύχτωσε, η Όλγα άναψε φως, έκλεισε τις κουρτίνες. – Μην φοβάστε, Γεωργίτσα, Μίμη, Μαρία, Νίνα και κλόουν Ανδρέα, μη φοβάστε, – παρηγορούσε τα παιχνίδια της η Όλγα. Να πάω στον σταθμό να βρω τη μαμά; – σκέφτηκε. Αλλά δεν θυμόταν καλά το δρόμο και μήπως χαθούν. Η Όλγα έδιωχνε τις κακές σκέψεις, όχι, η μαμά της δε θα της το έκανε ποτέ, όχι, όχι… Δεν έχει γιαγιά Σοφία, σε ποιον θα μείνει αν συμβεί κάτι; Είδε με το νου της ότι η μαμά ξαναπαντρεύεται, κάνει άλλα παιδιά κι εκείνη την ξεχνά εντελώς. Και η μικρή Όλγα ζει μόνη της στο σπιτάκι… Από λύπη έκλαψε με λυγμούς. Άρχισε να πνίγεται, τα μάτια της πονούσαν, ο λαιμός της βράχνιασε, η Όλγα έκλαιγε στο καρεκλάκι ως που κοιμήθηκε. Κάτι άκουσε στο χωλ – μήπως ήταν ποντίκια, μήπως ήταν αυτή, η μαμά της μαμάς, γιαγιά Ζωή, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, μήπως ήρθε να τους πάρει το σπιτάκι; Θα τη διώξει στο δρόμο. Σιγοκλαψε η Όλγα. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα, άναψε το φως. – Μαμά! – Η Όλγα πετάχτηκε από την καρέκλα. – Παιδάκι μου, Όλγα μου, γλυκιά μου… συγγνώμη, συγγνώμη… έχασα τον τελευταίο προαστιακό, ήρθα με τα πόδια απ’ τον διπλανό σταθμό. – Μαμά, φοβήθηκες; – Πολύ, Όλγα μου. Φοβήθηκα τόσο για σένα! Έκλαιγα, προσευχόμουν να μη φοβάσαι, εγώ έκλαιγα… Τους λύκους τρόμαξα, – γελούσε και έκλαιγε η μαμά. – Φοβήθηκα να μην σκεφτείς πως σε άφησα. Τότε… τότε η Όλγα είπε για πρώτη φορά στη ζωή της ψέματα στη μαμά της. – Μαμά, δεν το σκέφτηκα, ήξερα ότι δε θα με αφήσεις ποτέ, δε θα με προδώσεις. Ναι, είπε ψέματα, γιατί το είχε σκεφτεί – μα δεν ήθελε να στεναχωρηθεί η μαμά της. Έμειναν στο σπιτάκι μέχρι τον Αύγουστο και μετά η Όλγα πήγε σχολείο, η μαμά βρήκε καλή δουλειά. Ο μπαμπάς ξεκίνησε δικαστικά να ζητά να παίρνει την Όλγα τα Σαββατοκύριακα. Η μαμά γελούσε, δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. – Δεν τον εμπόδισα ποτέ, – έλεγε η μαμά, – εκείνος δεν ήθελε. Τώρα πια, η Όλγα βλέπει τον πατέρα της τα Σαββατοκύριακα. Πήγαινε με χαρά στην αρχή, μετά… – Μαμά, νομίζω ο μπαμπάς μου είναι σαν τη Ζωή σου, δε με χρειάζεται πολύ, μόνο έρχεται γιατί πρέπει. Με πάει στο παιδότοπο κάποιου εμπορικού, και εκείνος μιλάει στο κινητό και μαλώνει. – Κι εγώ κάθομαι στο παγκάκι, μαμά… Δεν θέλω να πηγαίνω μαζί του… Πες του το. Ο μπαμπάς άρχισε να μαλώνει και να κατηγορεί τη μαμά ότι βάζει λόγια στο παιδί. – Είμαι ο πατέρας της, – φώναζε, – και εσύ με εμποδίζεις. – Μπαμπά… δεν είμαι μικρή, γιατί με πηγαίνεις σ’ αυτό το χαζό παιδότοπο; Και τα πατατάκια δεν τ’ αγαπάω… μεγάλωσα. – Όταν έφυγες από μας με τη μαμά, έμενα σπίτι όλη μέρα. Μπαμπά, όταν η μαμά άργησε να έρθει με το προαστιακό και περπατούσε μέσα στο δάσος… την κυνηγούσαν λύκοι κι εγώ ήμουν μόνη… Δεύτερη φορά ψέματα – στον πατέρα τώρα, για τους λύκους. Ο μπαμπάς κατάλαβε και έφυγε. Γύρισε μετά από μήνα… Ζήτησε συγγνώμη και πήγαν σινεμά, μαζί με την Όλγα… Τώρα η Όλγα πάει με χαρά στον πατέρα της… – Σοφία… αλήθεια σ’ έτρεχαν τότε λύκοι; – ρώτησε κάποτε ο μπαμπάς τη μαμά. – Ναι, – απάντησε αμέσως η μαμά. Και μετά μίλησαν με τη μαμά, κι ο μπαμπάς έχασε το τρένο του. Έτσι του είπε η μαμά – ότι το τρένο του έφυγε. – Μαμά, – είπε η Όλγα, – αν έφυγε το τρένο του, πώς θα πάει σπίτι του; Άσ’ τον να μείνει μαζί μας. Ο μπαμπάς κοίταξε τη μαμά. Αλλά η μαμά ήταν αλύγιστη. – Θα πάει με τα πόδια… Δεν έχει λύκους εδώ, – είπε η μαμά και τον έδιωξε. – Μαμά… Ήθελε να γυρίσει, έτσι; – ρώτησε το βράδυ η Όλγα στη μαμά, στο ίδιο κρεβάτι. – Ναι… – Δε θα τον συγχωρέσεις; Η μαμά σώπασε. – Μαμά, δικό σου είναι, αλλά… εγώ σας αγαπώ και τους δυο… – Το ξέρω, Όλγα μου. – Μα εσένα πιο πολύ, γιατί είσαι η πιο θαρραλέα μαμά του κόσμου, έτρεξες για μένα και δε φοβήθηκες ούτε λύκους. …Πέρασαν τα χρόνια. Η Όλγα ετοιμάζεται να παντρευτεί. – Μαμά… πρέπει να σου πω κάτι. – Σε ακούω, κορίτσι μου. – Μαμά… τότε το σκέφτηκα πως μπορεί να με άφηνες, όπως η Ζωή… – Κοριτσάκι μου… δε θα μπορούσα ποτέ… – Τότε δεν ήξερα, μαμά… συγγνώμη. – Συγχώρεσέ με που σου έκανα να ζήσεις όλα αυτά… Σταθήκανε αγκαλιασμένες, μαμά κι κόρη… πάντα μαζί. Η μαμά πάντα δίπλα στην Όλγα.

Μαράκι, αγάπη μου, σε παρακαλώ, έσκυψε η μαμά δίπλα στη Μαρία και κάθισε οκλαδόν, πρέπει να μείνουμε εδώ για λίγο, δεν θα κρατήσει πολύ, θα τελειώσει όλο αυτό και μετά θα επιστρέψουμε ξανά στην Αθήνα.

Η Μαρία απλώς κοιτούσε τη μαμά της.

Μαρία μου, μ ακούς; Καταλαβαίνεις; Η μαμά ταρακούνησε απαλά τη Μαρία.

Ναι, μαμά, σ ακούω

Γιατί δεν μιλάς; ανησυχούσε η μαμά, κι η Μαρία το καταλάβαινε.

Δεν ήμουν σιωπηλή, μαμά, απλώς σκεφτόμουν

Σκεφτόσουν, ε; Κοίτα εδώ, πόσα βιβλία έχουμε, Μαράκι μου Αχ, πώς τα λάτρευα κι εγώ μικρή να τα διαβάζω…

Μαμά θα μείνουμε πολύ καιρό εδώ;

Δεν ξέρω, κορίτσι μου, όσο χρειαστεί προς το παρόν.

Η Μαρία ήξερε καλά τι είχε συμβεί σε εκείνες, στην οικογένειά τους. Η μαμά της πίστευε άδικα ότι η Μαρία ήταν μικρή και δεν καταλάβαινε τίποτα.

Μαράκι, η θεία Κατερίνα θα έρχεται να σε βλέπει, εγώ θα μαγειρεύω για όλη μέρα, θα φεύγω πρωί-πρωί και θα γυρίζω το βράδυ. Και τα Σαββατοκύριακα θα είμαστε μαζί, θα πάμε μέχρι το ποτάμι να κάνουμε και μπάνιο

Η μαμά έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο.

Συγγνώμη, συγγνώμη αγάπη μου

Μαμά, μην κλαις, δεν χρειάζεται. Ξέρω ότι ο μπαμπάς μας παράτησε, ξέρω ότι πρέπει να τα καταφέρουμε οι δυο μας κι εσύ σκέφτηκες ότι το καλύτερο ήταν να έρθουμε εδώ, στο σπιτάκι της γιαγιάς. Και το διαμέρισμά μας να το νοικιάσεις σε ξένους.

Τα ξέρω όλα, μαμά Θα είμαι καλό παιδί, στο υπόσχομαι, θα σε περιμένω και θα διαβάζω βιβλία, και η θεία Κατερίνα θα με προσέχει.

Θα τα καταφέρουμε, μαμά Το φθινόπωρο θα πάω σχολείο. Μαμά έχει εδώ σχολείο;

Όχι, καρδούλα μου, παλιά υπήρχε σχολείο στο χωριό, τώρα έκλεισε. Αλλά στο φθινόπωρο, σου το υπόσχομαι, θα έχουμε επιστρέψει σπίτι μας. Είναι προσωρινό, ώσπου να βρω μια καλή δουλειά στην πόλη.

Το σπίτι το έδωσα μέχρι τον Αύγουστο, προλαβαίνουμε μια χαρά. Μετά θα κάνουμε και μια ανακαίνιση κι όλα θα πάνε καλά, μωρό μου

Το ξέρω, μαμά

Εκείνο το βράδυ κάθισαν για ώρα στο πεζούλι του μικρού σπιτιού και η μαμά της μιλούσε για τα παιδικά της χρόνια, και για την καλή της γιαγιά.

Μαμά, εσύ είχες μαμά;

Είχα, αναστέναξε η μαμά, ακόμα έχω, απλά δεν με χρειάζεται.

Πώς γίνεται; Δεν σε χρειάζεται;

Έτσι είναι καμιά φορά. Με έκανε νωρίς, με τον μπαμπά δεν τα βρήκαν ποτέ, έφυγε, πήγε στη Θεσσαλονίκη, έφτιαξε άλλη οικογένεια. Η μαμά μου με έφερε λίγο καιρό στην Αθήνα, μετά με άφησε στη γιαγιά Σοφία και εκείνη έφυγε να ψάξει την τύχη της

Και βρήκε την τύχη;

Την βρήκε, κόρη μου, αλλά εμένα με ξέχασε τελείως Παντρεύτηκε ξανά, έχει τώρα άλλα δύο παιδιά. Εμένα μόνο για τη γιορτή μου και τα γενέθλια μου θυμόταν.

Θυμάμαι μια φορά που ήρθε επειδή ήταν άρρωστο κάποιο από τα παιδιά της, και με άφησε στη γιαγιά για τον καθαρό αέρα. Δεν είχε πει ποτέ στα παιδιά της ότι ήμουν αδερφή τους.

Κάποτε η γιαγιά της είπε πως έχω γιορτή, να μου πάρει ένα φόρεμα Τότε άρχισε να φωνάζει ότι η μάνα της δεν είχε καρδιά, είχε λέει άρρωστο παιδί, κι εσύ μιλάς για φορέματα

Σοφία, θύμωσε η γιαγιά, κι η κόρη σου είναι παιδί σου, πως το κάνεις αυτό;

Δυνατή κοπέλα είναι, να δουλέψει να το αγοράσει

Η γιαγιά τότε θύμωσε και την έδιωξε.

Μαμά, ούτε μια φορά δεν την είπες μάνα μόνο αυτή

Το ξέρω, συγγνώμη, Μαρία. Δεν μπορώ να την πω μαμά. Για μένα, μαμά ήταν η γιαγιά Σοφία.

Έτσι σε έβγαλε λοιπόν, Σοφία;

Μάλλον ναι προς τιμή της γιαγιάς μου

Την αγαπούσες, μαμά;

Πάρα, πάρα πολύ! Όταν έφυγε, όλα σκοτείνιασαν μέσα μου… Ξέρεις, κι αυτήν, εννοώ τη βιολογική μάνα μου, τη Ζωή, την αγαπούσα. Περίμενα να έρθει, κάθε γιορτή, τα γενέθλιά μου…

Όταν ήμουν άρρωστη, στην πρώτη μέρα του σχολείου, όταν χάσαμε τη γιαγιά πάντα την περίμενα.

Δεν μπόρεσε να έρθει ούτε τότε, είχε επέτειο η πεθερά της. Ήρθε μετά, πήρε να μαζέψω τα πράγματά μου γιατί ήμουν ακόμα ανήλικη.

Νόμιζα ότι θα με πάρει κοντά της, αλλά όχι, με έβαλε σε ένα οικοτροφείο, να σπουδάσω και να μείνω εκεί.

Την πρώτη μου Πρωτοχρονιά χωρίς τη γιαγιά τη φανταζόμουν να με πάρει στο σπίτι, αλλά μου είπε: „Σόφη, δεν μπορώ, έχουμε πολύ κόσμο φέτος, πού να σε βάλω;”

Είπα, τουλάχιστον να πάω σπίτι μου. „Δώσε μου τα κλειδιά του σπιτιού της γιαγιάς”, της είπα.

„Γιατί;” ταράχτηκε.

Είναι δικό μου σπίτι, αν νομίζεις ότι μπορείς να το πάρεις, κάνεις μεγάλο λάθος.

„Κι εγώ εκεί μεγάλωσα”, διαμαρτυρήθηκε. Ήθελαν να έρθουν για την Πρωτοχρονιά στη φύση.

Της είπα: Αν τολμήσετε να έρθετε, θα σας το χαλάσω το γλέντι, δώσε τα κλειδιά!

Δεν μου τα έδωσε. Αλλά δεν με ένοιαζε. Πήγα κι εγώ στο σπίτι, πέρασα τη μάντρα, από την Αθήνα πήρα δύο καινούρια λουκέτα. Φώναξα τον κυρ-Σπύρο τον γείτονα, άλλαξε τα παλιά, έβαλε τα δικά μου.

Για το σπίτι, όλοι οι γείτονες μου είπαν ότι θα σταθούν δίπλα μου, μη στεναχωριέμαι.

Εκείνη την Πρωτοχρονιά ήμουν μόνη, αλλά μου ήρθαν φίλες και κάτσαμε ωραία.

Κι έπειτα έκλεισα τα δεκαοκτώ.

Τη βλέπεις καθόλου;

Όχι γιατί; Δεν έχουμε κάτι να πούμε πια.

Μαμά εσύ

Τι; Αν θα σου έκανα το ίδιο; Ποτέ, παιδί μου, ποτέ!

Η Μαρία μεγάλωσε ξαφνικά και δεν φοβόταν πια τίποτα. Η μαμά έφευγε στη δουλειά και η Μαρία είχε για παρέα τη θεία Κατερίνα τις μέρες που έλειπε πολλή ώρα.

Έτρωγε, καθάριζε το πιάτο της, τάιζε την κουκλίτσα της, τη Γεωργία, και μετά καθόταν να διαβάσει.

Η Μαρία είχε μάθει πρόσφατα να διαβάζει και το απολάμβανε πολύ, συνήθιζε να διαβάζει δυνατά για την κουκλίτσα και τον αρκούδο της, τον Νικόλα.

Οι μέρες είχαν μια ήσυχη ρουτίνα. Στην αρχή, έκλαιγε πού και πού, δηλαδή, τα δάκρυα απλά κυλούσαν και τα κρατούσε πίσω δεν ήθελε να τα αφήσει Ήταν „αδέσποτα” δάκρυα, όχι δικά της.

Όποτε ερχόταν η μαμά, όλα έφτιαχναν.

Όμως, μια μέρα η μαμά δεν γύρισε. Περνούσε η ώρα, σκοτείνιασε. Η Μαρία άναψε όλα τα φώτα και τράβηξε καλά τις κουρτίνες.

Μην φοβάστε, Γεωργία μου, Νικόλα, Ιωάννα, Άννα και ο κλόουν Στέφανος, μην φοβάστε, τους ψιθύριζε για να τους παρηγορήσει.

Μήπως να πάω στον σταθμό να τη βρω; Αλλά δεν θυμόταν καλά το δρόμο και σκεφτόταν μήπως χαθούν μεταξύ τους.

Προσπαθούσε να διώξει κακές σκέψεις, όχι, η μαμά της δε θα το έκανε ποτέ αυτό, όχι Κι η γιαγιά Σοφία δεν υπάρχει πια, ποιος θα μείνει μαζί της;

Η Μαρία φαντάστηκε τη μαμά της να φτιάχνει άλλη οικογένεια, να κάνει άλλα παιδιά, και να μένει εκείνη μόνη της στο σπίτι αυτό

Στεναχωρήθηκε τόσο που άρχισε να κλαίει δυνατά, της έλειπε η ανάσα, τα μάτια της έτσουζαν, το λαιμό της τον έκλεινε το κλάμα, και τελικά αποκοιμήθηκε πάνω στο σκαμπό δίπλα στο παράθυρο.

Ξαφνικά άκουσε θόρυβο στο χολ μήπως είναι ποντίκι ή, ακόμα χειρότερα, η γιαγιά Ζωή που ποτέ δεν είχε γνωρίσει, εκείνη που ήθελε να τους πάρει το σπίτι; Τρομοκρατήθηκε.

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε, άναψε το φως.

Μαμά! Πετάχτηκε η Μαρία, έπεσε το σκαμπό, μαμά, μανούλα μου!

Κορίτσι μου, Μαράκι μου, καρδιά μου συγγνώμη αγάπη μου έχασα το τελευταίο ΚΤΕΛ, κατέβηκα στη διπλανή στάση και ήρθα με τα πόδια.

Μαμά, φοβήθηκες;

Πολύ, Μαράκι μου. Φοβήθηκα και για σένα! Έκλαιγα, σε παρακαλούσα να μην κλαις, αλλά κι εγώ έκλαιγα Φοβήθηκα και τους λύκους, γελούσε και έκλαιγε μαζί η μαμά.

Φοβήθηκα μην σκεφτείς ότι σε άφησα.

Εκείνη τη μέρα, πρώτη φορά η Μαρία είπε ένα ψεματάκι στη μαμά της.

Μαμά, ούτε πέρασε απ το μυαλό μου, ξέρω ότι δε θα με αφήσεις ποτέ.

Το είπε, παρόλο που το είχε σκεφτεί, γιατί δεν ήθελε να στενοχωρηθεί κι άλλο η μαμά της.

Έμειναν στο σπίτι μέχρι τέλη Αυγούστου, μετά η Μαρία ξεκίνησε σχολείο κι η μαμά βρήκε επιτέλους καλή δουλειά.

Ο μπαμπάς αποφάσισε να διεκδικήσει να βλέπει τη Μαρία τα Σαββατοκύριακα. Η μαμά το έλεγε γελώντας ότι ποτέ δεν είχε ιδιαιτερό ενδιαφέρον να τη δει.

Εγώ δεν απαγόρευσα τίποτα, έλεγε η μαμά, απλά ο ίδιος δεν ήθελε

Έτσι, ο μπαμπάς της Μαρίας άρχισε να τη βλέπει πού και πού τα Σαββατοκύριακα. Στην αρχή, η Μαρία τον περίμενε με χαρά, μετά όμως

Μαμά νομίζω πως ο μπαμπάς μού φέρεται σαν τη Ζωή, ούτε τον νοιάζει στ αλήθεια. Με πηγαίνει στο παιδότοπο στο μεγάλο εμπορικό, και όλη την ώρα στο τηλέφωνο να τσακώνεται.

Εγώ κάθομαι σε ένα παγκάκι και βλέπω τα μικρά να παίζουν, μαμά, δε θέλω να πηγαίνω πια μαζί του πες του το, σε παρακαλώ;

Ο μπαμπάς άρχισε να κατηγορεί τη μαμά ότι της βάζει λόγια στο στόμα.

Είμαι ο πατέρας της! φώναζε, κι εσύ μου το απαγορεύεις!

Μπαμπά δεν είμαι πια μικρούλα, γιατί με πας ακόμα σε παιδότοπους; Ούτε τα πατατάκια δεν μου αρέσουν, πια μεγάλωσα.

Όταν έφυγες από εμάς και έμενα μόνη στο σπίτι όλη μέρα Και όταν η μαμά έχασε το λεωφορείο και ήρθε με τα πόδια μέσα απ το δάσος τάχα τη κυνηγούσαν λύκοι, κι εγώ σε περίμενα μόνη

Δεύτερο ψέμα κι αυτό στον μπαμπά, για τους λύκους. Ο πατέρας το άκουσε, σηκώθηκε κι έφυγε.

Μετά πέρασε ένας μήνας, ήρθε πάλι, ζήτησε συγγνώμη, είπε πως τα κατάλαβε όλα και πήγαν σινεμά με τη Μαρία.

Τώρα η Μαρία ανυπομονούσε να βγει μαζί του.

Σοφία αλήθεια τότε σε κυνηγούσαν λύκοι; ρώτησε ο πατέρας τη μαμά κάποια στιγμή.

Ναι, απάντησε η μαμά χωρίς να κουνήσει βλέφαρο.

Μετά, οι δυο τους κάτι συζητούσαν κι ο μπαμπάς έχασε το τρένο του. Η μαμά του το είπε κιόλας, του έφυγε το τρένο.

Μαμά, ρώτησε η Μαρία ένα βράδυ καθώς ήταν μαζί αγκαλιά στο κρεβάτι, αν ο μπαμπάς έχασε το τρένο, πώς θα φτάσει σπίτι του; Να μείνει εδώ μαζί μας;

Ο πατέρας κοίταζε τη μαμά. Μα αυτή ήταν ανένδοτη.

Θα πας με τα πόδια, του είπε γελώντας, εδώ δεν έχει λύκους.

Μαμά ήθελε να γυρίσει σπίτι, ε;

Ναι

Δεν θα τον συγχωρήσεις;

Η μαμά σώπασε.

Μαμά, δική σου η απόφαση, αλλά εγώ σας αγαπώ και τους δύο

Το ξέρω, Μαράκι μου.

Αλλά εσένα πιο πολύ, γιατί είσαι η πιο γενναία μαμά στον κόσμο, έτρεξες για μένα ακόμα και με λύκους!

Τα χρόνια πέρασαν, η Μαρία παντρευόταν πια.

Μαμά πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι.

Ναι, παιδί μου…

Τότε που άργησες να έρθεις, νόμιζα στ αλήθεια πως με παράτησες, όπως έκανε η Ζωή σε σένα

Καρδιά μου πώς θα μπορούσα ποτέ εγώ;

Δεν το ήξερα τότε μαμά συγγνώμη.

Να με συγχωρείς κι εσύ που σε έβαλα να ζήσεις όλα αυτά

Αγκαλιάστηκαν τότε σφιχτά, μάνα και κόρη πάντοτε μαζί. Γιατί η μαμά ήταν πάντα εκεί.

Oceń artykuł
Ολένα μου, καρδούλα μου, σε παρακαλώ – η μαμά κάθισε στα γόνατα μπροστά στην Όλγα – πρέπει να μείνουμε εδώ λίγο καιρό, όλα θα τελειώσουν σύντομα και θα γυρίσουμε πάλι στην πόλη Η Όλγα κοίταζε σιωπηλή τη μαμά. – Όλγα, με ακούς; Καταλαβαίνεις; – Η μαμά ταρακούνησε την Όλγα. – Σε ακούω, μαμά… – Γιατί δε μιλάς; – Η μαμά είχε αγχωθεί, η Όλγα το έβλεπε. – Δεν ήμουν σιωπηλή, μαμά, σκεφτόμουν. – Σκεφτόσουν, ε; Δες, δες πόσα βιβλία έχει εδώ, Όλγα… Πόσο αγαπούσα κι εγώ να διαβάζω όταν ήμουν παιδί… – Μαμά… θα μείνουμε πολύ καιρό εδώ; – Δεν ξέρω, αγάπη μου, πρέπει να κάνουμε υπομονή όσο χρειαστεί. Η Όλγα καταλάβαινε όλα όσα είχαν συμβεί στην οικογένειά τους. Η μαμά νόμιζε άδικα ότι η Όλγα είναι ακόμα μικρή και δεν καταλαβαίνει. – Όλγα, η θεία Κατερίνα θα έρχεται να σε βλέπει, εγώ θα ετοιμάζω φαγητό για όλη μέρα, το πρωί θα φεύγω για δουλειά και θα γυρίζω το βράδυ. Τα Σαββατοκύριακα θα είμαστε μαζί, θα πηγαίνουμε στο ποτάμι, θα κάνουμε μπάνιο… Η μαμά έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. – Συγγνώμη, συγγνώμη… – Μαμά, μη κλαις, σε παρακαλώ. Ξέρω ότι ο μπαμπάς μας άφησε, ξέρω ότι πρέπει κάπως να τα βγάλουμε πέρα και γι’ αυτό αποφάσισες να έρθουμε εδώ στο σπιτάκι της γιαγιάς. Και το διαμέρισμα το νοικιάσαμε σε ξένους. – Τα ξέρω όλα, μαμά… Θα είμαι φρόνιμη, στο υπόσχομαι, θα σε περιμένω και θα διαβάζω βιβλία, η θεία Κατερίνα θα με προσέχει. – Θα τα καταφέρουμε, μαμά… Και το φθινόπωρο θα πάω σχολείο. – Μαμά… έχει εδώ σχολείο; – Όχι, γλυκιά μου, εδώ παλιά υπήρχε σχολείο αλλά τώρα όχι πια. Όμως σου υπόσχομαι, το φθινόπωρο θα επιστρέψουμε στο διαμέρισμά μας, είναι μόνο για λίγο, μέχρι να βρω καλή δουλειά. – Το διαμέρισμα το νοικιάσαμε μέχρι τον Αύγουστο, μας φτάνει ο χρόνος, θα το φτιάξουμε και όλα θα πάνε καλά, κορίτσι μου… – Το ξέρω, μαμά… Εκείνο το βράδυ η μαμά με την Όλγα έμειναν για ώρες στο κατώφλι του μικρού τους σπιτιού, και η μαμά της διηγιόταν ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια και για τη δική της καλή γιαγιά. – Μαμά, είχες… μαμά; – Είχα, – αναστέναξε η μαμά, – ακόμα υπάρχει, απλά… δεν με χρειάζεται. – Πώς γίνεται αυτό; Δεν σε χρειάζεται; – Έτσι είναι, αγάπη μου. Με έκανε μικρή, με τον μπαμπά της δεν τα βρήκαν, εκείνος έφυγε σε άλλη πόλη, έφτιαξε νέα οικογένεια. Η μαμά έμεινε λίγο, μετά με πήγε στη γιαγιά Σοφία και η ίδια πήγε στην πόλη, να βρει την τύχη της… – Και… τη βρήκε την τύχη της; – Την τύχη της τη βρήκε, κόρη μου, αλλά για μένα με ξέχασε τελείως… Ξαναπαντρεύτηκε, απέκτησε άλλα δυο παιδιά, εμένα μόνο στα γενέθλια και στις γιορτές με θυμόταν. – Ξέρεις, τώρα θυμήθηκα, ήρθε μια φορά φέρνοντας ένα παιδί άρρωστο, το έφερε εδώ γιατί έχει καθαρό αέρα. – Ούτε σε αυτά τα παιδιά της δεν είπε για μένα, δεν ήξεραν πως είμαι αδερφή τους. – Η γιαγιά της ζήτησε να μου πάρει φόρεμα για τη γιορτή μου… αλλά εκείνη άρχισε να φωνάζει στη γιαγιά, πως έχει άρρωστο παιδί και αυτή νοιάζεται για φορέματα. – Ζωή, – θύμωσε η γιαγιά, – η Σοφία είναι το παιδί σου, πώς το κάνεις αυτό; – «Δυνατό αλογάκι είναι» έλεγε για μένα, «ας βγάλει μόνη της τα προς το ζην». Η γιαγιά τότε θύμωσε και την έδιωξε… – Μαμά, εσύ ποτέ δεν την είπες “μαμά”, μόνο τ’ όνομά της… – Το ξέρω, συγγνώμη κόρη μου… δεν μπορώ να τη φωνάζω έτσι, για μένα μάνα ήταν η γιαγιά Σοφία. – Σ’ ονόμασαν Σοφία από τη γιαγιά, έτσι, μαμά; – Μάλλον ναι… Από τη γιαγιά… – Την αγαπούσες, μαμά; – Ποια; – Τη γιαγιά Σοφία. – Πολύ, πάρα πολύ! Όταν “έφυγε” εκείνη, ένιωσα πως σκοτείνιασε ο κόσμος μου… Ξέρεις, και τη Ζωή… τη μάνα μου, την αγαπούσα, την περίμενα κάθε γιορτή, κάθε γενέθλια. – Όταν ήμουν άρρωστη, στην πρώτη του Σεπτέμβρη, όταν “έφυγε” η γιαγιά, την περίμενα. – Δεν μπόρεσε να έρθει, είχε γιορτή η πεθερά της… Ήρθε μετά, έκλαψε, μου είπε να ετοιμαστώ. Ήμουν ακόμα ανήλικη. – Πίστεψα πως θα με πάρει κοντά της, μα όχι. Μ’ άφησε να σπουδάσω και με έβαλε σε εστία. – Το πρώτο μου Πρωτοχρονιάτικο χωρίς γιαγιά… Πίστεψα πως θα με πάρει μαζί της, μα μου είπε: «Συγγνώμη Σοφία, το σπίτι είναι γεμάτο, έρχονται συγγενείς, που να σε βάλω;» – Τότε αποφάσισα να πάω σπίτι μου. Της ζήτησα τα κλειδιά του σπιτιού της γιαγιάς. – Γιατί, – τα μάτια της πέταξαν φωτιές. – Είναι το σπίτι μου, αν νομίζεις πως θα διαχειριστείς εσύ την κληρονομιά μου, κάνεις λάθος. – Είναι και δικό μου σπίτι, – είπε θυμωμένη, – κι εμείς θα πάμε εκεί για Πρωτοχρονιά. – «Σου υπόσχομαι, αν πατήσετε το πόδι σας εκεί, θα σας χαλάσω τη γιορτή. Δώσε μου τα κλειδιά!» – Δεν μου τα έδωσε, μα ας έχει. Πήγα, πήδηξα τον φράχτη, αγόρασα δυο καινούρια λουκέτα. Έφερα τον γείτονα, θείο Φώτη, που άλλαξε τις κλειδαριές. – Οι γείτονες όλοι με στήριξαν, είπαν δε θα αφήσουν να με πειράξει κανένας, για χάρη της γιαγιάς. – Εκείνη τη χρονιά ήθελα να είμαι μόνη, αλλά ήρθαν φίλες μου και περάσαμε όμορφα… – Μετά έκλεισα τα δεκαοχτώ. – Δεν έχεις πια επαφή μαζί της; – Όχι… Γιατί να έχω; Δεν έχει να μου πει τίποτα, ούτε εγώ σε εκείνη. – Μαμά… εσύ… – Τι; Να κάνω το ίδιο σε σένα; Ποτέ στη ζωή μου, ακούς; Ποτέ!… …Η Όλγα είχε μεγαλώσει πια και δεν φοβόταν καθόλου. Η μαμά πήγε στη δουλειά, η θεία Κατερίνα ήρθε δυο φορές. Η Όλγα έφαγε, μάζεψε το πιάτο της, έπλυνε, τάισε τη κούκλα της τη Γεωργίτσα και έκατσε να διαβάσει βιβλίο. Το διάβασμα το έμαθε πρόσφατα κι έχει γίνει τώρα το καλύτερό της, να διαβάζει στην κούκλα και στο αρκουδάκι της τον Μίμη. Η μέρα της περνούσε το ίδιο. Πρώτα έκλαιγε – τα δάκρυα έτρεχαν μόνα τους, η Όλγα τα έσπρωχνε πίσω, μα εκείνα έτρεχαν… Δεν το έκανε επίτηδες, ήταν τα δάκρυα, τα άτιμα. Κι ύστερα ερχόταν η μαμά κι όλα διορθώνονταν. Μια μέρα, όμως, η μαμά δεν ήρθε. Πέρασε η ώρα, νύχτωσε, η Όλγα άναψε φως, έκλεισε τις κουρτίνες. – Μην φοβάστε, Γεωργίτσα, Μίμη, Μαρία, Νίνα και κλόουν Ανδρέα, μη φοβάστε, – παρηγορούσε τα παιχνίδια της η Όλγα. Να πάω στον σταθμό να βρω τη μαμά; – σκέφτηκε. Αλλά δεν θυμόταν καλά το δρόμο και μήπως χαθούν. Η Όλγα έδιωχνε τις κακές σκέψεις, όχι, η μαμά της δε θα της το έκανε ποτέ, όχι, όχι… Δεν έχει γιαγιά Σοφία, σε ποιον θα μείνει αν συμβεί κάτι; Είδε με το νου της ότι η μαμά ξαναπαντρεύεται, κάνει άλλα παιδιά κι εκείνη την ξεχνά εντελώς. Και η μικρή Όλγα ζει μόνη της στο σπιτάκι… Από λύπη έκλαψε με λυγμούς. Άρχισε να πνίγεται, τα μάτια της πονούσαν, ο λαιμός της βράχνιασε, η Όλγα έκλαιγε στο καρεκλάκι ως που κοιμήθηκε. Κάτι άκουσε στο χωλ – μήπως ήταν ποντίκια, μήπως ήταν αυτή, η μαμά της μαμάς, γιαγιά Ζωή, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, μήπως ήρθε να τους πάρει το σπιτάκι; Θα τη διώξει στο δρόμο. Σιγοκλαψε η Όλγα. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα, άναψε το φως. – Μαμά! – Η Όλγα πετάχτηκε από την καρέκλα. – Παιδάκι μου, Όλγα μου, γλυκιά μου… συγγνώμη, συγγνώμη… έχασα τον τελευταίο προαστιακό, ήρθα με τα πόδια απ’ τον διπλανό σταθμό. – Μαμά, φοβήθηκες; – Πολύ, Όλγα μου. Φοβήθηκα τόσο για σένα! Έκλαιγα, προσευχόμουν να μη φοβάσαι, εγώ έκλαιγα… Τους λύκους τρόμαξα, – γελούσε και έκλαιγε η μαμά. – Φοβήθηκα να μην σκεφτείς πως σε άφησα. Τότε… τότε η Όλγα είπε για πρώτη φορά στη ζωή της ψέματα στη μαμά της. – Μαμά, δεν το σκέφτηκα, ήξερα ότι δε θα με αφήσεις ποτέ, δε θα με προδώσεις. Ναι, είπε ψέματα, γιατί το είχε σκεφτεί – μα δεν ήθελε να στεναχωρηθεί η μαμά της. Έμειναν στο σπιτάκι μέχρι τον Αύγουστο και μετά η Όλγα πήγε σχολείο, η μαμά βρήκε καλή δουλειά. Ο μπαμπάς ξεκίνησε δικαστικά να ζητά να παίρνει την Όλγα τα Σαββατοκύριακα. Η μαμά γελούσε, δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. – Δεν τον εμπόδισα ποτέ, – έλεγε η μαμά, – εκείνος δεν ήθελε. Τώρα πια, η Όλγα βλέπει τον πατέρα της τα Σαββατοκύριακα. Πήγαινε με χαρά στην αρχή, μετά… – Μαμά, νομίζω ο μπαμπάς μου είναι σαν τη Ζωή σου, δε με χρειάζεται πολύ, μόνο έρχεται γιατί πρέπει. Με πάει στο παιδότοπο κάποιου εμπορικού, και εκείνος μιλάει στο κινητό και μαλώνει. – Κι εγώ κάθομαι στο παγκάκι, μαμά… Δεν θέλω να πηγαίνω μαζί του… Πες του το. Ο μπαμπάς άρχισε να μαλώνει και να κατηγορεί τη μαμά ότι βάζει λόγια στο παιδί. – Είμαι ο πατέρας της, – φώναζε, – και εσύ με εμποδίζεις. – Μπαμπά… δεν είμαι μικρή, γιατί με πηγαίνεις σ’ αυτό το χαζό παιδότοπο; Και τα πατατάκια δεν τ’ αγαπάω… μεγάλωσα. – Όταν έφυγες από μας με τη μαμά, έμενα σπίτι όλη μέρα. Μπαμπά, όταν η μαμά άργησε να έρθει με το προαστιακό και περπατούσε μέσα στο δάσος… την κυνηγούσαν λύκοι κι εγώ ήμουν μόνη… Δεύτερη φορά ψέματα – στον πατέρα τώρα, για τους λύκους. Ο μπαμπάς κατάλαβε και έφυγε. Γύρισε μετά από μήνα… Ζήτησε συγγνώμη και πήγαν σινεμά, μαζί με την Όλγα… Τώρα η Όλγα πάει με χαρά στον πατέρα της… – Σοφία… αλήθεια σ’ έτρεχαν τότε λύκοι; – ρώτησε κάποτε ο μπαμπάς τη μαμά. – Ναι, – απάντησε αμέσως η μαμά. Και μετά μίλησαν με τη μαμά, κι ο μπαμπάς έχασε το τρένο του. Έτσι του είπε η μαμά – ότι το τρένο του έφυγε. – Μαμά, – είπε η Όλγα, – αν έφυγε το τρένο του, πώς θα πάει σπίτι του; Άσ’ τον να μείνει μαζί μας. Ο μπαμπάς κοίταξε τη μαμά. Αλλά η μαμά ήταν αλύγιστη. – Θα πάει με τα πόδια… Δεν έχει λύκους εδώ, – είπε η μαμά και τον έδιωξε. – Μαμά… Ήθελε να γυρίσει, έτσι; – ρώτησε το βράδυ η Όλγα στη μαμά, στο ίδιο κρεβάτι. – Ναι… – Δε θα τον συγχωρέσεις; Η μαμά σώπασε. – Μαμά, δικό σου είναι, αλλά… εγώ σας αγαπώ και τους δυο… – Το ξέρω, Όλγα μου. – Μα εσένα πιο πολύ, γιατί είσαι η πιο θαρραλέα μαμά του κόσμου, έτρεξες για μένα και δε φοβήθηκες ούτε λύκους. …Πέρασαν τα χρόνια. Η Όλγα ετοιμάζεται να παντρευτεί. – Μαμά… πρέπει να σου πω κάτι. – Σε ακούω, κορίτσι μου. – Μαμά… τότε το σκέφτηκα πως μπορεί να με άφηνες, όπως η Ζωή… – Κοριτσάκι μου… δε θα μπορούσα ποτέ… – Τότε δεν ήξερα, μαμά… συγγνώμη. – Συγχώρεσέ με που σου έκανα να ζήσεις όλα αυτά… Σταθήκανε αγκαλιασμένες, μαμά κι κόρη… πάντα μαζί. Η μαμά πάντα δίπλα στην Όλγα.