Οκτώ Χρόνια Μικροπράγματα

Οκτώ χρόνια τίποτα

Το κινητό χτύπησε στις επτάμισι το πρωί, όταν στεκόμουν στην κουζίνα και κοιτούσα το νερό να βράζει στο κατσαρολάκι. Ήταν μια παλιά κουζίνα με αέριο, οι σιδερένιες σχάρες είχαν ένα στρώμα λίπους που ποτέ δεν κατάφερα να καθαρίσω τελείως. Κάθε πρωί αυτό το λίπος μου θύμιζε πως το διαμέρισμα δεν ήταν δικό μου, ότι εδώ ζούσαν άλλοι, με τις δικές τους συνήθειες, τα φαγητά τους, τις ζωές τους.

Κοίταξα στην οθόνη: Νίκη.

Σήκωσα το κινητό.

Πάλι δεν απάντησες στο μήνυμά του, είπε η κόρη μου, χωρίς καν να χαιρετήσει.

Καλημέρα, Νικολέτα.

Μαμά, μιλάω σοβαρά. Μου έστειλε χτες το βράδυ, λέει πως τον αγνοείς.

Το νερό έβρασε. Έσβησα το μάτι και έριξα το φακελάκι μέσα. Φτηνό τσάι, ελληνικό αυτή τη φορά, σε χάρτινα φακελάκια, πενήντα κομμάτια το κουτί. Παλιά έπινα μόνο φύλλα, σριλανκέζικο, που ο Πάνος παράγγελνε από ένα μαγαζάκι στο Κολωνάκι.

Ας λέει, απάντησα.

Μαμά, καταλαβαίνεις τι κάνεις; Ζεις σε μια τρύπα στην Κυψέλη, μάλλον έχεις και κατσαρίδες, είσαι μόνη, κοντεύεις τα εξήντα…

Πενήντα οχτώ είμαι.

Είναι σχεδόν εξήντα! Και έφυγες από έναν καλό άνθρωπο, από ένα διαμέρισμα στο κέντρο, από μια κανονική ζωή. Για ποιο λόγο;

Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός ήταν μουντός, φθινοπωρινός, μια λεμονιά χωρίς φύλλα να φαίνεται απέναντι, και το κομμάτι της διπλανής πολυκατοικίας γεμάτο μπαλώματα σοβά που ξεφλούδιζε. Κάπου κάτω πέρασε το τρόλεϊ. Οι γραμμές του είναι παλιές, θορυβούσε τόσο τις πρώτες δυο νύχτες που δεν μπόρεσα να κοιμηθώ.

Μετά το συνήθισα.

Νίκη, αργώ στη δουλειά.

Ποτέ δεν θες να μιλήσουμε σαν άνθρωποι!

Θέλω. Αλλά όχι τώρα κι όχι έτσι. Μπορείς να έρθεις το Σάββατο; Να σου φτιάξω σούπα.

Σ εκείνη τη τρύπα δεν έρχομαι.

Τρύπα. Φαίνεται ότι το πε και η Βασιλική στη Νίκη.

Εντάξει, είπα ήρεμα. Θα τα πούμε άλλη φορά.

Μαμά…

Σ αγαπάω, Νίκη. Γεια.

Άφησα το τηλέφωνο στο τραπέζι. Πήρα το κατσαρολάκι, έβαλα το τσάι σ ένα καμπυλωτό ποτήρι, από αυτά τα βαριά παλιά που βρήκα στο ντουλάπι της κουζίνας μαζί με ξένες κατσαρόλες. Δεν είχα δει τέτοιο ποτήρι τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Ήπιε μια γουλιά: το τσάι ήταν ζεστό, λίγο στυφό, με μια ελαφριά γεύση χαρτιού.

Το ήπια όρθια, κοιτώντας έξω τη λεμονιά.

Μετά ντύθηκα κι έφυγα για το δρόμο.

***

Η πολυκατοικία μύριζε υγρασία και γάτες. Στον τρίτο έμενε ένας γάτος, που ποτέ δεν τον είχα δει αλλά τα βράδια τον άκουγα. Ασανσέρ δεν είχε. Τέσσερις ορόφους κατέβαινα, περνώντας μπροστά από γραμματοκιβώτια χωρίς πόρτες, σπασμένα έλκηθρα που σάπιζαν στην άκρη, μάλλον από πέρσι.

Έξω είχε πέντε, ίσως έξι βαθμούς. Έκλεισα το παλτό και πήρα το δρόμο για το μετρό. Την Κυψέλη δεν την ήξερα ακόμα καλά έξι μήνες εδώ, κι ακόμη μπερδεύομαι στα στενά. Πατησίων, Αγία Ζώνη, Ευελπίδων, οι δρόμοι εδώ μοιάζουν αλλιώς από το κέντρο: ήσυχοι, πλατιοί, με δέντρα. Ο κόσμος πήγαινε βιαστικά, χωρίς να κοιτάζει τον άλλον, αλλά έλειπε αυτή η κεντρώα βιασύνη που πάντα με ενοχλούσε στην Αθήνα.

Πέρασα απ το σούπερ-μάρκετ, πήρα ένα μπουκάλι γιαούρτι και μισό ψωμί χωριάτικο. Η ταμίας νεαρή, με πράσινες σκιές στα μάτια δεν σήκωσε καν τα μάτια της. Μέτρησα τα ρέστα σε ευρώ, έβαλα τα ψώνια στην τσάντα κι έφυγα.

Στο μετρό είχε ζέστη και φασαρία. Στεκόμουν κρατώντας τη χειρολαβή, σκεφτόμουν το έργο. Χθες με τον Κώστα τελειώσαμε το πρώτο πακέτο μετρήσεων, σήμερα θα εξετάζαμε το υπόγειο, το οποίο σύμφωνα με τα δεδομένα στέκει με το φιλότιμο και με κάποιο θαύμα του 19ου αιώνα.

Η έπαυλη βρίσκεται στα Πατήσια. Μικρή, τέλη του 18ου κεντρικό σπίτι, δυο φτερούγες κι ένα παλιό κτηριάκι που αρχικά ήταν στάβλος κι έχει μετατραπεί τόσο συχνά που δύσκολα ξεχωρίζεις τι ήταν. Οι ιδιοκτήτες άλλαξαν, το πήρε το Κράτος, το έκανε αποθήκη, μετά το εγκατέλειψαν. Είκοσι χρόνια έμενε άδειο. Τώρα βρέθηκαν χρήματα, κάποιοι θέλουν να το κάνουν πολιτιστικό κέντρο, βρέθηκε και μελετητική ομάδα. Εγώ αρχιτέκτονας-συντηρητής, ο Κώστας αναλαμβάνει τα δομικά.

Ήταν κανονική δουλειά, όχι όπως οι τελευταίες μικροαλλαγές σε διαμερίσματα, έτσι για να μη μένω άπραγη. Εδώ ήταν κάτι μεγάλο, με ιστορία.

***

Ο Κώστας ήταν ήδη στον χώρο όταν έφτασα. Στεκόταν στη μεγάλη αίθουσα, με το γκρι μπουφάν και μια μεζούρα στο χέρι, κοιτούσε το ταβάνι.

Καλημέρα, λέω.

Έλα να δεις, είπε. Μου έδειξε μια γωνία όπου ο σοβάς είχε φύγει, φανερώνοντας τούβλα. Νομίζω βρήκα γιατί έκατσε το ταβάνι. Μια δοκός έχει σπάσει σχεδόν σε όλο το μήκος της. Θέλει ολική αντικατάσταση.

Έσπασε ή έχει ανοίξει στα δακτυλίδια της;

Έλα να σου δείξω.

Ανεβήκαμε στον πάνω όροφο απ’ τα μισοενισχυμένα σκαλιά που έτριζαν. Κρατήθηκα απ’ το κάγκελο, μύριζε ξύλο παλιό, σκόνη κι άλλη μια παράξενη μυρωδιά: ίσως αυτή του χρόνου, της ξένης ζωής που διαλύθηκε στους τοίχους.

Πάντα μ άρεσε αυτή η μυρωδιά.

Ο Κώστας έδειξε τη δοκό. Έσκυψα, έβγαλα φακό, φώτισα μέσα στη ρωγμή.

Δεν άνοιξε στα δακτυλίδια, του είπα. Δες τη φορά. Είναι μηχανική ζημιά. Κάτι βαρύ στηρίχθηκε εδώ.

Ίσως μηχανήματα.

Ή πολλές μηχανές. Ήταν αποθήκη, μην ξεχνάς.

Κάθισε δίπλα μου. Περιεργαστήκαμε τη δοκό. Ο αέρας περνούσε από ένα σπασμένο παράθυρο.

Θα την αλλάξουμε, είπε.

Ναι, αλλά με την ίδια τεχνολογία. Βρήκα προδιαγραφές ξυλείας στο αρχείο. Τότε είχε χρησιμοποιηθεί πευκο, τοπικό, καλοδουλεμένο.

Τέτοιο ξύλο σήμερα…

Θα βρω. Έχω έναν προμηθευτή μαραγκού στη Φθιώτιδα, δούλεψα μαζί του όταν συντηρήσαμε το νεοκλασικό στη Βουκουρεστίου. Θα επικοινωνήσω.

Έγνεψε. Σηκώθηκε, τίναξε τα μπατζάκια. Ήταν ψηλός, είχε ένα τρόπο να σκύβει προς τα μπροστά όταν άκουγε σε έκανε να νομίζεις πως αφαιρείται. Ήταν όμως πάντα συγκεντρωμένος και ήξερε να ακούει. Σε τέσσερις μήνες συνηθίσαμε κι οι δυο αυτή τη συνεργασία.

Θέλεις τσάι; έβγαλε το θερμός.

Θέλω.

Πήγαμε στο διάδρομο, άνοιξε τη σακούλα του, έβγαλε δύο πλαστικά ποτήρια, μου έδωσε.

Είσαι κάπως σήμερα είπε, χωρίς να ολοκληρώσει τη φράση.

Πώς;

Δε ξέρω, πολύ μαζεμένη.

Χαμογέλασα.

Τηλεφώνησε το πρωί ή η κόρη ή η αδερφή σου;

Δεν ρώτησε παραπάνω. Απλώς μου έδωσε το ποτήρι.

Το τσάι του ήταν καλύτερο απ το φακελάκι στο σπίτι.

***

Την προηγούμενη Κυριακή ήρθε η Βασιλική. Δεν είχε ειδοποιήσει, απλώς κατέβηκε, Άνοιξε, έχω φτιάξει πίτα, είπε από το θυροτηλέφωνο.

Η Βασιλική είναι τρία χρόνια μεγαλύτερη, μένει στου Ζωγράφου με τον άντρα της, τον Παναγιώτη, εργάζεται λογίστρια σε κατασκευαστική, κι οι απόψεις της δεν αλλάζουν ποτέ. Μπήκε μέσα, κοίταξε γύρω και έγινε αυτή η γνωστή έκφραση στο πρόσωπό της, μισό λύπη, μισό θρίαμβος.

Παναγία μου, είπε. Αυτό μπάνιο είναι ή αποθήκη;

Μπάνιο.

Τα πλακάκια πεταμένα…

Βασιλική, έφερες πίτα.

Έφερα. Πέρασε στην κουζίνα, άφησε την πίτα, έριξε άλλη μια ματιά. Λέγε, γιατί έφυγες; Στο κέντρο, τρία δωμάτια, παρκέ, ταβάνια ψηλά, κύριος με λεφτά. Σε χτυπούσε;

Όχι.

Σε απατούσε;

Μπορεί κιόλας. Δεν μ ένοιαζε πια.

Τότε; Γιατί έφυγες στα γεράματα, τρελάθηκες;

Έβγαλα πιάτα.

Άσε τα κηρύγματα, Βασιλική.

Σου μιλάω γιατί είμαι αδερφή σου! Η Νίκη με παίρνει, κλαίει. Αυτός με ρωτάει αν ξέρω κάτι. Είναι καλός άνθρωπος, καλή τύχη!

Καλός είναι, αλλά όχι για μένα. Κόψε πίτα.

Πάντα έτσι, να τα ρίχνεις στην πίτα. Διάλογο δεν θέλεις.

Σου έχω εξηγήσει. Αμέτρητες φορές.

Τίποτα δεν εξηγείς! Δεν περνούσα καλά. Ποιος περνάει καλά; Εγώ που με τον Παναγιώτη ποτέ δεν ζόρισα, αλλά δεν το βάζω στα πόδια.

Δεν είναι η ίδια περίπτωση, ζω μόνη μου.

Μόνη σου! Είσαι σχεδόν εξήντα, μόνη, δουλεύεις για ψίχουλα, όλα καλά δηλαδή;

Την κοίταξα. Καθόταν απέναντι, μεγάλη, ζεστή, με το μπεζ της πουλόβερ και στο πρόσωπό της μια αληθινή απορία. Δεν μπορούσα να θυμώσω.

Βάσια, αν χαθώ, θα χαθώ με τον δικό μου τρόπο.

Με κοίταξε.

Τι είναι αυτά;

Τίποτα, έτσι μου ήρθε. Ξεκίνησα να κόβω πίτα Τι γέμιση;

Με λάχανο. Με κοίταζε ακόμα. Πας σε ψυχολόγο έστω;

Πάω.

Τι λέει;

Ότι παίρνω σωστές αποφάσεις.

Ε, όλοι έτσι λένε. Για να πληρώνονται.

Ήπιαμε τσάι, έφαγε πίτα, μου είπε για τον Παναγιώτη, για τη γειτονιά, για ένα σκυλί που γαβγίζει. Εγώ άκουγα. Όταν σουρούπωσε κι ο ουρανός έγινε βιολετί, ετοιμάστηκε να φύγει.

Να του απαντήσεις έστω, είπε. Νοιάζεται.

Εντάξει.

Ήξερα ότι δεν θα απαντούσα.

***

Με τον Πάνο ζήσαμε μαζί οκτώ χρόνια. Δεν παντρευτήκαμε, εκείνος δεν ήθελε γραφειοκρατίες, πράγμα που τότε δεν του έδινα σημασία.

Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν αλλιώς, ή έτσι νόμιζα. Με πρόσεχε, βγαίναμε για φαγητό, θέατρο, φεύγαμε εκδρομές. Έλεγε πως ήμουν έξυπνη, με καλό γούστο. Μετά κάτι άλλαξε, αργά, σαν ρωγμή που απλώνεται στον σοβά.

Ξεκίνησε με μικροπράγματα. Φόρεσα πράσινο φόρεμα στη δουλειά του κι εκείνος στο διάδρομο είπε είσαι σίγουρη;. Τίποτα παραπάνω. Απλά είσαι σίγουρη;. Το άλλαξα. Έβαλα μαύρο.

Ήρθαν και τα σχόλια για το φαγητό μου, για το πώς μιλούσα στους φίλους του, για το ότι δουλεύω πολύ με μικρό αντίκρισμα. Αυτό το τελευταίο το έλεγε με ήρεμη, σχεδόν καλοκάγαθη φωνή, λες κι έκανε χάρη να με συνετίζει.

Δανάη, ξέρεις ότι η αποκατάσταση δεν οδηγεί πουθενά. Ένα αδιέξοδο για όσες δεν έχουν φιλοδοξίες.

Έχω φιλοδοξίες.

Έλα τώρα Είσαι καλή, αλλά συνηθισμένη. Δεν είναι κακό, αλλά δεν μπορούν όλοι να ξεχωρίσουν.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω τότε. Συχνά σώπαινα. Έφευγα από το σαλόνι και κοίταζα τους τοίχους αναρωτώμενη γιατί η καλοσύνη του με βαραίνει τόσο πολύ.

Ποτέ δεν φώναξε. Ούτε σήκωσε χέρι. Απλώς με έπειθε ότι χωρίς εκείνον δεν αξίζω. Η δουλειά μου ασήμαντη, οι φίλες μου ξενέρωτες, οι προτιμήσεις μου επαρχιώτικες. Του χρωστάω που… με αντέχει.

Έφτιαχνα μακαρόνια και σκεφτόμουν μήπως το αλάτι είναι αρκετό. Έπαιρνα τηλέφωνο φίλες και αναρωτιόμουν μήπως το κάνω συχνά. Πήγαινα σε επαγγελματική συνάντηση και σκεφτόμουν, μήπως γελάω πολύ; Αυτή η φωνή μέσα μου είχε πάντα τη χροιά του.

Ώσπου ήρθε εκείνο το βράδυ.

Ήταν στο σπίτι φίλων του, της Αναστασίας και του Στέλιου, σε ένα σύγχρονο διαμέρισμα στο Κολωνάκι. Η συζήτηση πήγε σε έναν καινούργιο πύργο διαμερισμάτων, είπα κάτι για την πρόσοψη και πως οι κατασκευαστές δεν πληρώνουν αρχιτέκτονες όπως παλιά. Μίλησα ήρεμα, καθαρά.

Ο Πάνος με κοίταξε με εκείνο το χαμόγελο που είχα μάθει πια.

Η Δανάη μας είναι ειδικός, είπε στον Στέλιο. Αλλά ξέρεις, ειδικοί υπάρχουν θεωρητικοί και πρακτικοί. Η Δανάη είναι θεωρητικός χρόνια έχει να αναλάβει κάτι σοβαρό.

Έγινε μια μικρή σιωπή. Η Αναστασία με κοίταξε, ο Στέλιος σηκωσε ποτήρι.

Χαμογέλασα.

Τελείωσα το φαγητό, ήπια λίγο κρασί, μιλούσα όπως έπρεπε. Έφυγα μόνη με ταξί. Ο Πάνος ευχαριστημένος μιλούσε ασταμάτητα για τις επιχειρήσεις του Στέλιου. Κοίταζα τη νυχτερινή Αθήνα και μέσα μου μόνο ένα πράγμα: δεν αντέχω άλλο.

Όχι είναι κακός άνθρωπος. Όχι είμαι δυστυχισμένη. Απλά: δεν αντέχω άλλο. Σαν να σώθηκε ο δρόμος.

Έφυγα τρεις μήνες αργότερα. Βρήκα αυτό το διαμέρισμα στην Κυψέλη. Μετακόμισα με δύο κούρσες. Ο Πάνος έλειπε ταξίδι. Άφησα τα κλειδιά κι ένα σημείωμα στην κουζίνα: Συγγνώμη.

Αναρωτιόμουν καιρό γιατί το έγραψα αυτό. Δεν ξέρω. Έτσι μου ήρθε.

***

Νοέμβριος στην Κυψέλη έχει κάτι ιδιαίτερο. Το πάρκο της Φωκίωνος Νέγρη είναι δίπλα, κι όταν γύριζα κουρασμένη έπαιρνα το γύρο, όχι το σύντομο δρόμο, αλλά μέσα στα βρεγμένα δέντρα. Τα φύλλα είχαν πέσει, τα μονοπάτια γλίστραγαν, αλλά ησυχία και αυτή η μυρωδιά του φθινοπώρου.

Στο διαμέρισμα κρύο. Τα καλοριφέρ στην πολυκατοικία άναβαν όποτε θυμούνταν και τα δικά μου ήταν τα παλιά, γκρίζα, ή ψοφόκρυα ή καιγόσουν. Ο νεροχύτης έσταζε. Πήρα μηχανικό τρεις φορές, υποσχόταν πως θα στείλει μάστορα. Τίποτα.

Πήγα σε μαγαζί υδραυλικών, πήρα λαστιχάκι κι έκανα τη δουλειά μόνη. Μου πήρε τρία τέταρτα, δύο σπασμένα νύχια και μερικά ξεσπάσματα, όταν μου γλίστρησε το κλειδί και τσακίστηκα. Τελικά έφτιαξα τη βρύση. Το νερό κύλησε κανονικά. Κι ένιωσα περήφανη.

Τα βράδια δούλευα στον πάγκο της κουζίνας. Άπλωνα τα σχέδια, άνοιγα το μικρό πράσινο φωτιστικό που είχα αγοράσει μεταχειρισμένο δεκαετίες πριν από το Μοναστηράκι. Ο Πάνος το μισούσε: Χαλάει το στυλ, έλεγε. Στο παλιό σπίτι έμενε στην αποθήκη, εδώ έχει τη θέση του.

Η δουλειά με την έπαυλη κυλούσε αργά, όπως γίνεται με όλα τα μεγάλα έργα. Μετρήσεις πρώτα, ύστερα έρευνα, μετά ανάλυση, μετά σχεδιασμός. Αυτό μ άρεσε: τίποτα δεν γίνεται με πονηριά. Ή στέκει το κτίσμα, ή όχι. Ή υπάρχει ιστορία, ή απλώς κατασκευάζεται.

Βρήκα στο δημοτικό αρχείο έγγραφα για το κτίριο. Στον 19ο αιώνα ανήκε σε κάποιον έμπορο, τον Ανδρέου, πέρασε μετά στην κόρη του, που έκανε σχολείο εκεί. Μετά επανάσταση, μετά αποθήκη. Η κόρη λεγόταν Ελευθερία. Σε μια φωτογραφία την είδα γύρω στα πενήντα, ευθυτενής, με βλέμμα που ήξερες πως ξέρει κάτι που μπορείς μόνο να φανταστείς.

Κάθισα ώρα και την κοίταζα.

Μετά συνέχισα τα σχέδια.

***

Ο Κώστας με ρώτησε κάποτε γιατί έγινες αρχιτέκτονας συντηρήσεως.

Ήμασταν στο αυτοκίνητό του, το ζέσταινε πριν πάμε στο αρχείο. Έξω έπεφτε ο πρώτος χιονιάς.

Στα ’90s έχτιζα καινούρια σπίτια και γραφεία. Πλήρωναν καλά, δεν έλειπε η δουλειά. Μια μέρα πήγα κατά τύχη σε αναπαλαίωση μιας εκκλησούλας με μια φίλη. Κι εκεί τα κατάλαβα όλα.

Τι κατάλαβες;

Ότι αυτό θέλω να κάνω. Ότι έχει αξία.

Το σκέφτηκε.

Σπάνιο να το βρεις.

Εσύ;

Δεν ήξερα από την αρχή. Έκανα ό,τι έπρεπε, μετά σταμάτησα. Τώρα είμαι εδώ κι αυτό μου αρκεί.

Το αυτοκίνητο μύριζε δέρμα και λίγο αρωματικό καφέ.

Ξεκινήσαμε.

***

Ο Πάνος ήρθε Τετάρτη.

Δεν τον περίμενα. Χτύπησε στις οχτώ, ενώ έτρωγα γιαούρτι μπροστά στα σχέδια. Το κουδούνι της πόρτας ίδιο σε όλες τις πολυκατοικίες εδώ, ψιλό, επίμονο.

Νόμιζα πως είναι ο σπιτονοικοκύρης ή κάποιος γείτονας.

Ο Πάνος στη σκάλα, φορώντας το κασμιρένιο του παλτό, με ένα μικρό μπουκέτο. Χρυσάνθεμα, που ποτέ δεν μου άρεσαν. Οκτώ χρόνια, δεν το έμαθε.

Καλησπέρα, είπε.

Καθυστέρησα να απαντήσω. Τον κοίταζα τρία δευτερόλεπτα.

Πού βρήκες τη διεύθυνση;

Η Νίκη μου την είπε.

Άρα, η Νίκη. Το πήρα ως δεδομένο, για να το χωνέψω αργότερα.

Τι θέλεις; ρώτησα.

Να μιλήσουμε. Το ελαφρύ χαμόγελο, το γνώριμο. Θα με αφήσεις;

Σκέφτηκα λίγο. Τελικά τον άφησα.

Μπήκε μέσα, κοίταξε τον μικρό διάδρομο, τους ξεφλουδισμένους τοίχους, το στραβό κρεμαστράκι, τα αρβυλάκια μου στο χαλάκι.

Εδώ μένεις. Δεν το είπε σαν ερώτηση, αλλά διαπίστωση.

Εδώ.

Δανάη… Με έπιασε από το χέρι. Τράβηξα το χέρι μου. Δεν παρεξηγήθηκε, μόνο άλλαξε θέση στο μπουκέτο. Καταλαβαίνω ότι ήθελες χρόνο. Αλλά πάει μισός χρόνος. Έφτανε.

Έφτανε; Τι;

Να μείνεις μόνη, να κάνεις ένα διάλλειμα. Δεν ξέρω πως το λες. Προχώρησε στην κουζίνα, κοίταξε τα σχέδια. Δουλεύεις;

Ναι.

Τι;

Συντήρηση έπαυλης στα Πατήσια.

Καλό για σένα.

Για όλους. Είχαμε λίγες τέτοιες δουλειές στην Αθήνα.

Άφησε τα χρυσάνθεμα στα σχέδια. Τα απομάκρυνα.

Δανάη, συνειδητοποιείς πού ζεις; Εδώ μέσα;

Το ξέρω πολύ καλά.

Θέλω να γυρίσεις.

Τον κοίταξα. Ήταν γοητευτικός. Εξήντα πέντε, αλλά έμοιαζε νεότερος.

Γιατί;

Φάνηκε να χαλάει το βήμα του. Αυτό δεν το περίμενε.

Πώς γιατί;

Γιατί θες; Σε τι σου λείπω;

Τι θες να πω τώρα…

Θέλω να ξέρω. Σου λείπει κάτι συγκεκριμένο ή απλά το συνήθισες;

Με κοίταξε. Μάτια μισόνευρα, υπομονετικός.

Μου λείπεις σαν άνθρωπος. Οκτώ χρόνια.

Τα θυμάμαι.

Και τι, τέλος; Έτσι απλά;

Δεν ήταν ξαφνικό. Χρόνια τώρα φεύγω από μέσα μου. Απλώς δεν το είδες.

Δεν καταλαβαίνω.

Το ξέρω. Θυμάσαι το βράδυ στου Στέλιου;

Τι έγινε τότε;

Είπες πως είμαι θεωρητικός μπροστά στη μισή παρέα.

Σκέφτηκε.

Πλάκα έκανα. Δεν θυμάμαι καν.

Ίσως. Ήταν μία αστεία προσβολή ανάμεσα σε πολλές. Τις θυμάμαι όλες.

Είσαι υπερβολική.

Ίσως.

Δεν ήταν υποτίμηση.

Εντάξει. Εμένα με πλήγωσες.

Για τίποτα.

Για οχτώ χρόνια τίποτα.

Ξαναγύρισε το βλέμμα στην κουζίνα, ποτήρι πάνω στη φωτιά, παλιό φωτιστικό με πράσινο καπέλο.

Και σου είναι καλά εδώ; Με ειλικρίνεια;

Το σκέφτηκα. Όχι για εκείνον, για μένα.

Άλλοτε ναι, άλλοτε δύσκολα, μοναξιά, κρύο. Αλλά καλύτερα έτσι.

Είναι αυταπάτη.

Μπορεί. Είναι δική μου πάντως.

Πήρε το παλτό, με κοίταξε ένα δευτερόλεπτο, κάτι άλλαξε, κάτι σαν αλήθεια.

Δανάη, δεν είμαι ξένος.

Όχι. Αλλά δεν είσαι πια δικός μου. Πήγαινε σπίτι σου, Πάνο.

Έμεινε ένα δευτερόλεπτο. Μετά πήρε φόρα. Ντύθηκε, άνοιξε.

Θα το μετανιώσεις, είπε ήπια.

Ίσως. Έκλεισε η πόρτα.

Έμεινα λίγο να κοιτάω το μάτι στην πόρτα. Μετά έβαλα τα χρυσάνθεμα σ ένα άδειο βάζο. Κρίμα να τα πετάξω.

Γύρισα στα σχέδια.

Ακούστηκε τρόλεϊ. Μία, δύο, μετά ησυχία.

Συνειδητοποίησα πως πια δεν με ενοχλεί ο ήχος.

***

Η παρουσίαση ήταν δεύτερη βδομάδα Δεκέμβρη. Προκαταρκτικό στάδιο, ο πελάτης ήθελε να δει συνολική προσέγγιση: τι διατηρούμε, τι αναστηλώνουμε, τι χτίζουμε απ την αρχή και γιατί. Ετοίμασα με επιμέλεια. Ο Κώστας παράλληλα. Τα βράδια μιλούσαμε στα τηλέφωνα, με διαφωνίες.

Μια φορά, διαφώνησε με τη λύση στο υπόγειο, διαφωνήσαμε σαράντα λεπτά. Ο καθένας στη δική του οπτική: εγώ την όψη, εκείνος τη στατικότητα.

Είσαι σκληρή, είπε.

Στη δουλειά.

Κι αυτό καλό.

Όλο κι όλο. Δεν πρόσθεσε τίποτε συναισθηματικό.

Έκλεισα και συνειδητοποίησα ότι χαμογελάω.

***

Τρεις μέρες πριν την παρουσίαση, το βράδυ παίρνει τηλέφωνο η Νίκη.

Μαμά, είπε με διαφορετική φωνή. Να έρθω;

Έλα.

Η Νίκη ήρθε με ένα μπουκάλι κρασί, φαινόταν σαν να είχε αποφασίσει κάτι. Έμοιαζε με εμένα μικρή ίδια μάτια, ίδια χέρια. Τριάντα δύο, δουλεύει designer, συζεί στου Γκύζη.

Καθίσαμε στην κουζίνα. Σε ποτήρια απλά, αφού είχα μόνο ένα κρυστάλλινο, λόγω φιλοξενίας γέλασε, κι από ποτήρι πίνεις μια χαρά.

Σου τηλεφώνησε ο Πάνος μετά που ήρθε; Όχι. Στέλνει μηνύματα.

Τι;

Ό,τι να ναι. Δεν απαντάω συχνά.

Έπαιζε με το ποτήρι.

Μαμά, του είπα εγώ τη διεύθυνση. Θυμώνεις;

Όχι.

Δεν ήξερα τι να κάνω ίσως να μιλούσατε και

Μιλήσαμε.

Και;

Τίποτε. Έφυγε.

Με κοίταξε σιωπηλή. Έπειτα, Μαμά, όλον αυτόν τον καιρό ήμουν με το μέρος του, το ξέρεις;

Το ξέρω.

Σκεφτόμουν πως εσύ φταίς. Έπρεπε να γυρίσεις στη φυσιολογική ζωή. Τον λυπόμουν, τόσο μόνος κι αμήχανος.

Ξέρει να φαίνεται έτσι.

Ναι. Με κοίταξε. Το κατάλαβα τώρα. Μου είπε πως πάντα ήσουν λίγο εκτός πραγματικότητας, ότι σε ανέχτηκε, ότι με το ζόρι άντεξε οχτώ χρόνια.

Έγνεψα.

Αυτές είναι οι δικές του κουβέντες.

Μαμά. Για πρώτη φορά με κοίταξε κανονικά Υπέφερες;

Πολύ.

Γιατί δεν μου το είπες;

Το σκέφτηκα.

Δεν ήξερα να το ονομάσω. Όταν δε σε χτυπάνε, δε σε απατούν, δεν ξέρεις να εξηγήσεις γιατί πονάς. Ειδικά σε κόρη που τον ξέρει μόνο επιφανειακά.

Σηκώθηκε, με αγκάλιασε. Στην αρχή πάγωσα, μετά ανταπέδωσα. Τα μαλλιά της ζεστά, μια μυρωδιά από αχλάδι απ το σαμπουάν της, που αγαπούσε από έφηβη.

Δεν είσαι χαζή. Η Βάσια έχει άδικο.

Γέλασα ελαφρά.

Χαίρομαι να το ακούω.

Ήπιαμε το κρασί. Ρώτησε για την έπαυλη. Της έδειξα τη φωτογραφία της Ελευθερίας. Σου μοιάζει, είπε. Την ξανακοίταξα. Ίσως.

Έφυγε κατά τα μεσάνυχτα. Υποσχέθηκε να έρθει το άλλο Σάββατο.

Έπλυνα τα ποτήρια, μάζεψα τα τεχνικά. Στάθηκα στο παράθυρο.

Το τρόλεϊ είχε πάψει, κάτω η αυλή ήσυχη, μπλε απ τη λάμπα. Ένα φως σε διπλανή πολυκατοικία, μια σκιά μέσα.

Σκέφτηκα πως πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον Κώστα για το υπόγειο. Αλλά αργά ήταν. Το πρωί.

***

Η παρουσίαση έγινε στην αίθουσα της εταιρείας. Ο πελάτης σοβαρός, με συμβούλους και ειδικό Πολιτιστικής Κληρονομιάς που ρωτούσε δύσκολα. Απάντησα ψύχραιμα. Ο Κώστας συμπλήρωνε για δομικά. Σε κάποια ερώτηση για τις δοκούς του δευτέρου ορόφου ήμουν ειλικρινής: αν βρούμε έγκαιρα την κατάλληλη ξυλεία, προφταίνουμε· αν όχι, τρεις βδομάδες καθυστέρηση. Ο σύμβουλος δεν χάρηκε, αλλά πρόσθεσα: Καλύτερα να πω την αλήθεια τώρα παρά αργότερα.

Έγνεψε. Μάλλον αυτό εκτίμησε.

Βγήκαμε στο διάδρομο μετά. Ο Κώστας με φάκελο στο χέρι.

Νομίζω θα γίνει, είπε.

Κι εγώ.

Με κοίταξε. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν.

Θες να πάμε δίπλα για φαγητό; Να το γιορτάσουμε.

Τον κοίταξα.

Θέλω.

Βγήκαμε σε νυχτερινή Αθήνα, Πατήσια με φώτα και χιόνι στις στέγες των σπιτιών. Ο Κώστας δίπλα, το κεφάλι ελαφρα σκυφτό. Η κουβέντα απλή, περί δοκαριών, περί συμβούλου, περί νύχτας που πέφτει.

Το μικρό εστιατόριο είχε ξύλινα τραπέζια και βαριές κουρτίνες. Παραγγείλαμε ζεστό φαγητό και ποτήρι κόκκινο κρασί. Μιλήσαμε για τη ζωή, για την πόλη, για βιβλία. Ξέχασα το ρολόι.

Στο τέλος, με βοήθησε με το παλτό. Μια κίνηση απλή. Ίσως κάτι παραπάνω δεν βιάστηκα να το σκεφτώ.

Έξω είπε:

Χαίρομαι που δουλεύουμε μαζί.

Κι εγώ, απάντησα.

Φύγαμε ο καθένας για το δικό του μετρό.

***

Στην τελική αποτίμηση, αυτά τα οχτώ χρόνια ήταν μια χούφτα μικροπράγματα, που όμως με έπνιξαν. Η μοναξιά δεν είναι ευτυχία, αλλά είναι η δική μου μοναξιά, με τη φωνή μου, τον χώρο μου, την εμπιστοσύνη μου στους άλλους και σε μένα.

Έμαθα πως αξίζει να φύγεις, ακόμη κι αν το τίποτα διαρκεί οχτώ χρόνια. Να μην φοβάσαι να ζεις, να παίρνεις την ευθύνη, να πονάς αλλά να ανήκεις κάπου αληθινά έστω και μονάχος σου.

Oceń artykuł
Οκτώ Χρόνια Μικροπράγματα