Ημερολόγιο „Οι Φύλακες”
Κυρία, αφήστε να περάσω!
Κάποιος με σκούντησε στην πλάτη καθώς ανηφόριζα με το καροτσάκι του Νίκου στην οδό Πατησίων, τα χέρια μου σφιγμένα στα χερούλια για να μην γλιστρήσω στα βρεγμένα πεζοδρόμια. Το πανωφόρι μου, ανοιχτό όπως πάντα, δεν με βοήθησε: οι φτερούγες του έκρυβαν γιατί προχωρούσα τόσο αργά στη μέση του δρόμου.
Συγγνώμη!
Η κοπέλα που βιαζόταν πέρασε μπροστά μου, κοντοστέκεται μόλις βλέπει τη θέση του Νίκου μέσα στο καρότσι. Αυτός κάθονταν ήσυχος, τα χέρια στα γόνατά του, σαν να μην ήθελε να βοηθήσει τη μαμά του αν και σήμερα, με τέτοιο καιρό, σίγουρα πιο πολύ θα μπερδευόταν παρά θα βοηθούσε, γυρνώντας τις ρόδες με τα χέρια του.
Έγνεψα στην κοπέλα.
Δεν πειράζει Πήγαινε, καλή μου.
Την είδα να φεύγει, έστρωσα το σκουφί του Νίκου, ξαναπιάστηκα από το καροτσάκι.
Πάμε παρακάτω; Έχουμε ακόμη χρόνο, αν και όπως πάντα, ελάχιστο.
Μαμά, θα μπορούσαμε να βρούμε λίγο χρόνο όχι μόνο για το ιατρείο; Ο Νίκος κοίταξε την απόσταση μέχρι την άλλη άκρη της Διαμαντή, και τελικά άρχισε να πιάνει λίγο τις ζάντες.
Νίκο, μην κουράζεσαι, σε παρακαλώ. Εγώ το φτιάχνω. Μετά από εδώ είναι καθαρό. Εκεί που περνάμε απέναντι, δεν έχει νερά και λάσπες. Μόλις περάσουμε, το καροτσάκι δικό σου!
Καλά!
Περίμενε όμως Τι ήθελες; Γιατί ήθελες επιπλέον χρόνο;
Σταμάτησε διστακτικά.
Ο Κώστας μου είπε ότι στην Αγίου Μελετίου άνοιξε καινούριο μαγαζί για μοντελισμό. Εκεί έχει το κόκκινο χρώμα που θέλω
Νίκο, δεν θα προλάβουμε σήμερα. Είναι μακριά κι αν αρχίσει ξανά βροχή το βράδυ Και να σε κατεβάσω ξανά από τον τέταρτο κόμπιασα, βλέποντας το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει. Θα συμφωνούσε, αλλά θα στενοχωριόταν. Να πάω εγώ; Γράψε μου ακριβώς ποιο χρώμα θες, το παίρνω και εσύ μένεις με τη γιαγιά Άννα.
Γιατί με τη γιαγιά; Μου είπε πως σήμερα θα ασχοληθεί με τις γλάστρες της.
Ναι, αλλά θέλει ρεβάνς στα σκάκια. Την τελευταία φορά την έφαγες τρεις φορές και τώρα δεν το συγχωρεί! Επίσης, υποσχέθηκε να σου μάθει πόκερ.
Μα, αυτό είναι χαρτοπαίγνιο, μαμά!
Ω, παιδί μου! Και τι χαρτοπαίγνιο! Ολόκληρη φιλοσοφία!
Εσύ ξέρεις;
Λίγο Εμένα κι εμένα με έμαθε η Άννα, αλλά δεν πιάνει τόσο τα μαθηματικά το μυαλό μου, όπως το δικό σου. Γι αυτό και χάνω κάθε φορά. Θέλει σκέψη, να προβλέπεις κινήσεις, όπως στο σκάκι.
Σα το σκάκι;
Σχεδόν!
Ωραία! Θα κάτσω με τη γιαγιά. Αλλά
Ξέρω, Νίκο μου, θες να πας ο ίδιος στο μαγαζί. Το υπόσχομαι, μόλις έρθει η άνοιξη, θα περπατάμε εκεί καθημερινά. Είναι και το πάρκο δίπλα. Οι πάπιες που λατρεύεις Εντάξει;
Εντάξει
Λοιπόν, πες μου, τι χρώμα θέλεις;
Κόκκινο! Αλλά άλλο, όχι σαν των ούλων μου
Ο Νίκος με παρασύρει με τις φαντασιώσεις του, τα χέρια του ξεκολλάνε απ τις ρόδες και το μυαλό του βυθίζεται στον κόσμο του. Εγώ παίρνω πάλι το καροτσάκι και ξαναξεκινάω το σταυροφοριό μου. Γιατί, πραγματικά, αλλιώς δεν μπορώ πια να το ονομάσω.
Η ζωή μου χωρίστηκε σε „πριν” και „μετά” πριν τρία χρόνια.
Τότε, πήρα ένα μισθό, γυρνώντας στο σπίτι σκεφτόμουν πως θα κάνω τον Νίκο και τον άντρα μου χαρούμενους, όταν μπήκε φουριόζα η Στέλλα στο γραφείο.
Μαρία, δεν σε βρίσκουν στο κινητό
Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν.
Τι έγινε;
Ο Νίκος Μαρία, μην ανησυχείς! Είναι ζωντανός Τον πάνε στον Ευαγγελισμό.
Τον οδηγό που χτύπησε το παιδί μου τον είδα, πρώτη φορά, μόνο στο δικαστήριο. Ήταν με κατεβασμένα μάτια, αλλά προσωπικά αδιάφορο για μένα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ο γιος μου. Πού να με νοιάζουν οι δικαιολογίες, το μετάνιωμα, τα δάκρυα εκείνου του ανθρώπου;
Τι θα άλλαζαν τα λόγια του; Θα άνοιγαν κάποιες πόρτες; Θα γύριζαν το χρόνο πίσω, θα έφερναν το κορμί του Νίκου ξανά όπως πρώτα;
Πού βιαζόσασταν έτσι;
Αυτό μόνο τον ρώτησα.
Είχε αρρωστήσει βαριά η μαμά μου Δεν μου έλεγε τίποτα Μόλις τελευταία στιγμή με πήρε να προλάβω να τη δω ζωντανή. Φταίω
Ξέρω
Δεν έγινε τίποτα πιο εύκολο. Όλη η δύναμή μου πήγαινε στον Νίκο. Η πόρτα της εντατικής με το κόκκινο γράμμα «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ» έμεινε στο παρελθόν, αλλά όχι το βάρος. Το μόνο που ήθελα ήταν να βρίσκομαι δίπλα στο παιδί μου.
Προλάβατε; ρώτησα βγαίνοντας.
Όχι
Δεν ξαναμιλήσαμε. Ο άντρας μου πήγαινε στις δίκες. Εγώ έμεινα στον Νίκο. Τα πάντα ήταν πιο σημαντικά απ όλα τα υπόλοιπα.
Είναι δύσκολα μου είπε ο διευθυντής της κλινικής, κοιτάζοντας τα χαρτιά.
Τι μπορεί να πει κανείς σε μια μάνα που θέλει ν ακούσει ότι όλα θα πάνε καλά;
Δε θα πάνε
Το κατάλαβα σχεδόν αμέσως. Ο γιατρός μιλούσε για θεραπείες, εγώ μόνο άκουγα «Ο Νίκος δε θα ξαναπερπατήσει». Ποτέ Και τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει. Η μοίρα έχει δρόμους που δεν ελέγχεις.
Δεν σκεφτόμουν τον εαυτό μου, ούτε τον άντρα μου, ούτε τα προβλήματα που μόλις γεννιόντουσαν στο γάμο μας. Ήμασταν πάντα μαζί, τώρα βρεθήκαμε απέναντι. Η μία να δέχεται την πραγματικότητα, ο άλλος να μην αντέχει.
Δεν το καταλαβαίνεις; Πρέπει να δοκιμάσουμε τα πάντα! Ο Παντελής φώναζε.
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο!
Ανοησίες! Αν αυτοί οι γιατροί δεν κάνουν, βρίσκουμε άλλους!
Καλά, ψάξε.
Δουλεύω! Πότε θα τα κάνω εγώ αυτά;
Καταλαβαίνεις τι λες; Είναι ο γιος σου!
Και δικός σου!
Κι άρχισα να ψάχνω. Γιατρούς, κέντρα, λύσεις τίποτα δεν λειτουργούσε. Κάποιες φορές τα θαύματα χάνονται, οι γραμμές της μοίρας δεν προλαβαίνουν να φτάσουν σε όλους…
Το θαύμα που προοριζόταν για τον Νίκο μας χάθηκε. Και αναγκάστηκα να ζήσω με αυτό.
Δύσκολο δε φτάνει να περιγράψει.
Άφησα και τη δουλειά μου, ήμουν συνέχεια δίπλα του. Οι κουβέντες με τον άντρα μου γίνονταν σκηνές, ο Νίκος άκουγε και ήθελα να φύγω μακριά. Μια μέρα, στην κορύφωση κάποιου καβγά:
Αν τον έπαιρνες από το σχολείο όπως κάνουν οι άλλες μάνες δε θα γινόταν αυτό!
Αυτή η φράση. Πάγος ανάμεσά μας. Ζήτησε συγγνώμη. Εγώ απλά ένιωσα να μουδιαζω.
Φύγε…
Κι όταν έφυγε, ξύπνησε ο Νίκος.
Μαμά, τι έγινε;
Κοιμήσου, αγόρι μου. Η στενοχώρια έφυγε
Για πάντα;
Για πάντα. Είμαστε μόνοι μας τώρα. Δε θα μας ξαναενοχλήσει.
Ανακουφίστηκα; Όχι όλα έγιναν πιο μπερδεμένα. Προσπαθούσα να βοηθήσω τον Νίκο όσο μπορούσα.
Έτσι, τυχαία πήρα ένα κουτί με στρατιωτάκια.
Δες, Νίκο!
Τι είναι αυτά;
Στρατιωτάκια, αλλά άβαφα. Πρέπει να τα βάψεις!
Γιατί;
Για να μοιάζουν αληθινά.
Μα γιατί φοράνε τόσο παράξενα ρούχα; Ένα ιππικό γυρνούσε στα χέρια του.
Είναι εύζωνοι, όχι σύγχρονοι φαντάροι.
Και τι είναι αυτοί;
Άλλα θα σου εξηγήσω!
Καθόμασταν μαζί με βιβλία, ψάχνοντας πώς να τους βάψουμε. Και έβλεπα τον γιο μου να ξαναζεί. Η ιδέα πέτυχε! Μες στον χρόνο είχαμε έναν στρατό, παίζαμε μάχες, μαλώναμε χαρούμενα για το ποιας μονάδας είναι σημαντικότερη η συνεισφορά.
Μαμά, εσύ είσαι ο Καποδίστριας, φέρσου σωστά!
Μη διατάζεις! Έχεις δικό σου στρατό!
Μα εσύ έτσι αλλάζεις την ιστορία! φώναζε, βλέποντας με να σπρώχνω τα στρατιωτάκια του στο χαλί.
Αν γινόταν να αλλάξει ψιθύριζα, και υποχωρούσα, σε διαταγές του, περνώντας το «σώμα Κορίνθου» παραπέρα.
Ο πατέρας του Νίκου εξαφανίστηκε τελείως, κι όταν έμαθα για το νέο του παιδί, το πληροφορήθηκα από τη γιαγιά Άννα, που σαν δεύτερη μητέρα μου είχε σταθεί.
Μαράκι, συγγνώμη Από όλους μας
Μα εσείς δεν φταίτε σε τίποτα! Χωρίς εσάς και τον Νίκο δε θα τα έβγαζα πέρα!
Φεύγουν για Κύπρο. Τα ετοίμασαν όλα. Εγώ δεν έχω θέση
Τι εννοείτε; Της κράτησα τα χέρια, τα μάτια της δακρυσμένα.
Δεν με θέλουν. Η καινούργια τους έχει πολλή οικογένεια. Μια φορά με άφησαν να δω το μικρό. Λένε πως θα τα βγάλουν πέρα. Είχα οικογένεια τώρα τίποτα.
Μας θεωρείτε ξένους; Ο Νίκος δεν είναι εγγονός σας πλέον;
Μη με διώχνεις, Μαράκι Όλα αυτά γιαγιάς είναι
Πού να ξέρω Την έσφιξα κοντά μου. Ίσως όλα γίνονται όπως πρέπει. Δε χρειάζονται άνθρωποι που δε μας θέλουν. Κάποια πράγματα έτσι είναι. Όμως εσείς εσείς είστε οικογένεια!
Η Άννα δάκρυσε, μ αγκάλιασε. Και κατάλαβα από τότε ότι έξω από τον Νίκο και την Άννα δεν είχα άλλον. Οι φιλίες σιγά-σιγά εξαφανίστηκαν. Η Στέλλα χάθηκε γιατί δεν άντεχε να βλέπει τον Νίκο έτσι. Δεν τη μάλωσα. Ο κόσμος της βελτιώθηκε αλλού, και της το ευχήθηκα.
Πολλά προβλήματα. Μ άλλα τα κατάφερνα, με άλλα όχι. Η Άννα δίπλα μου πάντα. Επειδή την είχα για μερικές ώρες, μπόρεσα να επιστρέψω στη δουλειά.
Το μεγαλύτερο θέμα το σπίτι: στον τέταρτο, χωρίς ασανσέρ και ράμπα. Ήξερα πως μεγαλώνοντας ο Νίκος δεν θα βγαίνει. Έτρεχα σε υπηρεσίες για άδεια για ράμπα, μάταια. Το να αλλάξεις τις δομές του κράτους στην Αθήνα δεν είναι εύκολο.
Μαράκι, μήπως να πάρουμε σπιτάκι στο Μενίδι; Ο Νίκος θα ανάσαινε Η Άννα έβαζε το θέμα συχνά.
Άννα, και η αποκατάσταση; τα μαθήματα να βρει δάσκαλο Πληροφορικής στο χωριό; Τα χρήματα για συνδέσεις; Όχι, προς το παρόν μένουμε Αθήνα. Ο Νίκος αξίζει ευκαιρίες, δεν μπορώ να του τις στερήσω.
Έστελνα ακίνητο για μεταβίβαση. Πρώτα ισόγειο, σε καλή τιμή αδύνατο. Οι μεσίτες σήκωναν τους ώμους. Το δυαράκι μας δεν το ήθελε κανείς.
Αυτά τα διαμερίσματα, ειδικά σε παλιές πολυκατοικίες, έχουν κορεστεί! Δεν τους συμφέρει η ανταλλαγή.
Έλεγα ευχαριστώ, μα μέσα μου έβραζα. Γιατί να μην μπορώ να διαμορφώσω τη ζωή του γιου μου όπως χρειάζεται; Γιατί να είμαι έρμαιο στις γραμμές μιας μοιραίας τύχης;
Ώσπου μια μέρα, μέσα στη βιασύνη των πεζοδρομίων, εμφανίστηκε ο κυρ-Σπύρος.
Κυρία, χρειάζεστε βοήθεια;
Η φωνή πίσω μου, καθώς προσπαθούσα να ξεκολλήσω το καροτσάκι από τις λασπωμένες άκρες, ήταν γεμάτη εμπειρία.
Όχι, ευχαριστώ, τα καταφέρνω.
Μου χαμογέλασε γλυκά, αλλά δεν άκουσε αντιρρήσεις. Κινούμενος με σβελτάδα, πλησίασε τον Νίκο, του έσφιξε στοργικά το χέρι.
Εγώ είμαι ο παππούς Σπύρος. Τη μαμά δε θα τη βοηθήσεις; Ήδη λιώσαμε μαζί της!
Προσπαθώ, αλλά γκρινιάζει
Κατανοητό! Άντε, άφησέ την σε μένα.
Με έβγαλε ευγενικά από τη θέση μου, μου έδωσε τη σακούλα με τα πορτοκάλια του, και είπε:
Κράτα τα καλά. Μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά μου! Φέρεσαι καλά, σου δίνω! Πάμε!
Το καρότσι ξεκόλλησε αμέσως, μείναμε άφωνοι. Ο ασπρομάλλης αυτός είχε μια δύναμη αναπάντεχη.
Πού πηγαίνουμε λοιπόν; Έχω χρόνο! Ο κυρ-Σπύρος άφηνε το καρότσι, ανασαίνοντας βαθιά.
Μη σας κουράσουμε άλλο!
Είσαι ευγενική, αλλά πεισματάρα. Μού έδωσε μισό πορτοκάλι. Σπανίζει η παρέα τη σήμερον ημέρα. Λάθος είναι, να το ξέρεις.
Η εκδρομή στο ιατρείο πραγματοποιήθηκε. Την επόμενη μέρα ξανά κουδούνι στην πόρτα.
Καλημέρα. Δέχεστε επισκέψεις;
Εγώ κοιτούσα αποσβολωμένη, ο Νίκος ενθουσιασμένος.
Παππού Σπύρο! Ήρθες για μένα; Μαμά, τι περιμένεις; Χαιρέτα τον!
Σε λίγες μέρες ο κυρ-Σπύρος έλυσε όλα όσα δεν είχα καταφέρει ένα χρόνο.
Μαράκι, μίλησα με τους Παπαδοπουλαίους, ισόγειο στο διπλανό κτίριο. Το ίδιο διαμέρισμα. Χαρά στο πράγμα και για την κουζίνα να ζητήσεις παραπάνω ευρώ για βάψιμο. Το σπίτι σου είναι καλύτερο από δικό τους. Εγώ βοηθάω. Για τα υλικά όμως λίγα ευρώ παραπάνω ε!
Κι αν αλλάξουν γνώμη;
Ήδη συμφώνησαν! Το αφεντικό είναι ντόμπρος, δεν τα γυρνάει.
Πώς το καταφέρατε όλ αυτά;
Να μιλάς στους ανθρώπους πρέπει! Έκανε αυστηρό κεφάλι ο κυρ-Σπύρος. Μπες-βγες στα σπίτια, μ αναγνώρισαν. «Πού μένει εκείνη η όμορφη με το μεγάλο βλέμμα και το παιδί με το καροτσάκι;» Με βρήκαν εύκολα.
Παππού Σπύρο! Εγώ θέλω να περπατήσω!
Αν θες, θα γίνει. Θα σου δείξω πώς, όταν έρθει καλοκαίρι.
Ακολούθησαν έργα: η ράμπα στην είσοδο από τον Λευτέρη, το μεταλλουργό της πολυκατοικίας. Όλα γρήγορα, με χαμόγελο και συνεργασία.
Η μετακόμιση έγινε μέσα σε τρεις εβδομάδες. Στις άδειες, ηλιόλουστες αίθουσες και με τις πλατιές πόρτες που έκανε ο κυρ-Σπύρος για το καροτσάκι, σχεδόν έκλαψα από συγκίνηση.
Όταν η Άννα ρώτησε αν θα ζήτησα συγγνώμη στους γείτονες για το έργο:
Μα Λένα, είναι ανάγκη! Υγεία κι ευτυχία στο παιδί!
Εξέπληξε όμως το πόσο κανείς δεν ενοχλήθηκε.
Γιατί δεν μας κοιτάνε περίεργα, παππού; Συνήθως αποφεύγουν το βλέμμα, στην πλατεία όταν περπατάμε με τον Νίκο.
Φοβούνται Περίμενε. Μην καλέσουν τη δυστυχία στο σπίτι τους. Οι άλλοι όμως καταλαβαίνουν. Άγγελοι υπάρχουν, στο πρόσωπο των καθημερινών ανθρώπων. Κάποιοι ξεχνάνε. Να τους θυμίζεις
Πολλά μυστικά δεν ήξερα για τον κυρ-Σπύρο. Από στόμα σε στόμα έμαθε, πήγαινε πατούσε πόρτα-πόρτα και φρόντιζε να νιώθουμε κομμάτι της γειτονιάς.
Το μεγαλύτερο δώρο ήρθε όταν ο γιατρός που μας έφερε ο κυρ-Σπύρος είπε το θαύμα:
Μαράκι, υπάρχει πιθανότητα. Μικρή Μια αποκατάσταση, επέμβαση είναι δύσκολη. Αν όμως πάμε στο Ιπποκράτειο, στη Θεσσαλονίκη έχω φίλο χειρουργό. Πρέπει να το προσπαθήσουμε.
Τα χρήματα ψέλλισα.
Γι αυτό μην ανησυχείς! Η Άννα έκοψε τον λόγο του γιατρού. Το διαμέρισμά μου ό,τι έχω. Κι ο γιος μου θα βοηθήσει. Για περηφάνια μην μιλάς τώρα! Ο Νίκος πρώτος! Πρέπει να σταθεί. Δεύτερη ευκαιρία για οικογένεια δεν χάνεται έτσι
Έκανα υπόκλιση σιωπηλά. Όλη η γειτονιά, η Άννα, ο Σπύρος το στήριγμα που ποτέ δεν φαντάστηκα. Μετά από έξι μήνες στη Θεσσαλονίκη, και αφού όλη η οικογένεια ξόδεψε κάθε τους ευρώ, ο Νίκος στάθηκε στα πόδια του. Όχι ολοκληρωτικά. Με πατερίτσες, αργά, αλλά αυτό ήταν η αρχή.
Τη ράμπα του κυρ-Σπύρου την έδωσα σε μια άλλη μαμά. Τα μάτια της κοίταγαν ελπίδα.
Ο γιος μου περπάτησε. Όχι απόλυτα. Αλλά κάποιοι δρόμοι ανοίγουν να το ξέρετε. Επικοινωνήστε με τον γιατρό!
Πώς αντέξατε όλη αυτή τη δυσκολία;
Σκέφτηκα καλά. Δεν ήταν δική μου αντοχή ήξερα πως οι άγγελοι μας έρθουν με το πρόσωπο του Σπύρου, της Άννας, των καλών.
Έχω πολλούς φύλακες άγγελους. Αλλά τον αρχηγό μας τον λένε κυρ-Σπύρο. Δυνατός, ακούραστος, πεισματάρης και καλός σαν ψωμί.
Ο Νίκος γύρισε να χαμογελάσει στον ήλιο υποβασταζόμενος, λέει στη μικρή Ελπίδα με το καινούριο αναπηρικό αμαξίδιο:
Μαμά, να πάω μια βόλτα με την Ελπίδα, λίγο πιο κάτω;
Έπιασα τη μαμά της στο χέρι, την καθησύχασα.
Εντάξει. Όλοι μαζί. Θα φάμε παγωτό!
Ένα μικρό σπίτι θα βρει παρηγοριά.
Η ελπίδα μένει κάπου. Δεν θέλει να τη φοβάσαι. Αν της δώσεις χώρο, μεγαλώνει γρήγορα, αλλάζει όλα όσα θεωρούσες αμετάβλητα. Και η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει συνήθως με τα όνειρα, μα είναι αρκετό που γελάει ξανά το σπίτι σου.
Κι όταν έρθει η ώρα, μη ζητήσεις τίποτα παραπάνω. Το μόνο που χρειάζεται είναι να ζητήσεις μία επιπλέον ευκαιρία όπως έκανε ο Νίκος.
Σε παρακαλώ, μοίρα μου, ένα μικρό χαρτάκι ακόμα, κάνε το θαύμα σου!
Κι ίσως η μοίρα, με όλες τις ασχολίες της, βρει χρόνο να σου το χαρίσει. Να το διπλώσει σε ένα αεροπλανάκι, να το αφήσει να πετάξει πάνω από την Αθήνα και να αφήσει λίγο φως σε όσους είναι έτοιμοι να το δεχτούν.
Πλέον γνωρίζω: η ζωή δε χαρίζεται σε κανέναν. Μα ούτε και μας ξεχνά. Αν υπάρχει κάποιο μάθημα, είναι πως το θαύμα τρέφεται από την αλληλεγγύη, την πίστη, το άγγιγμα και το χαμόγελο. Γι αυτό κι εγώ θα παραμείνω ανοιχτός σ όσους με χρειαστούν γιατί, τελικά, μόνο μαζί μπορούμε να νιώσουμε άνθρωποι.



