Έχω βαρεθεί πια! Ως εδώ! Αν δεν σταματήσεις να μου πρήζεις το μυαλό, δεν θα πάω καν στις εξετάσεις! Δεν θα δώσω τίποτα! Να δεις τότε τι θα κάνεις, ε; Η Δανάη πέταξε το σακίδιό της στη γωνία του χολ και έβγαλε από το κεφάλι της το σκουφί.
Η μητέρα της δεν απάντησε. Άπλα κούνησε το κεφάλι και τράβηξε προς την κουζίνα.
Η Δανάη έβγαλε το μπουφάν της και, αντί να το πετάξει κι αυτό, άνοιξε τη ντουλάπα, το κρέμασε προσεκτικά στη κρεμάστρα και αναστέναξε.
Να πάρει τα σκάγια πάλι, καβγαδίσανε… Και, όπως πάντα, για το τίποτα!
Μα, γιατί πρέπει η μαμά να ανακατεύεται συνέχεια, να ρωτάει, να δίνει συμβουλές; Λες και είναι μικρή! Ή χαζή;
Σαφώς και θυμόταν πολύ καλά ότι σήμερα είχε μάθημα με τη νέα καθηγήτρια. Δεν χρειαζόταν να της το θυμίζει κάθε μισή ώρα!
Βέβαια, το παρατραβούσε η Δανάη. Η μαμά της είχε ρωτήσει μόνο αν θυμάται το μάθημα με την τρίτη, για φέτος, καθηγήτρια Νέων Ελληνικών και Λογοτεχνίας. Αλλά την ενοχλούσε τόσο που ακόμα προσπαθούσε να την ελέγξει, που τα ξεσπάσματα είχαν γίνει πια συνήθεια ακόμα και όταν δεν υπήρχε λόγος.
Η Δανάη έπλυνε τα χέρια, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη πάνω απ το νιπτήρα.
Αστέρι, σκέτο! Σπυράκια, μια μυτούλα όλο μπαμπάς κι εκείνες οι κόκκινες μπούκλες που πήρε απ τη μαμά. Πόσες φορές είχε παρακαλέσει η Δανάη να την αφήσει η μάνα της να βάψει τα μαλλιά; Όχι, τίποτα! «Η ομορφιά θέλει τον χρόνο της», έλεγε η μαμά, «και θα με ευχαριστήσεις μετά».
Ναι, καλά! Τρέχα γύρευε Όλοι φυσιολογικοί κι αυτή κοτζάμ σκιάχτρο στον κήπο. Πλεξούδες, λέει. Ποιες πλεξούδες; Ποια τα φοράει πια αυτά;
Έσκασε άθελά της χαμόγελο θυμούμενη τη μέρα που έκοψε τις πλεξούδες της, σχεδόν ρίζα, με εκείνα τα χαζά σχολικά ψαλιδάκια άλλα δεν είχε βρει, τι να κάνει. Έσφιγγε τα δόντια, τραβούσε τις μπούκλες της και περίμενε το ξαφνιασμένο της μαμάς:
Δανάη, γιατί το έκανες αυτό;
Γιατί; Γιατί τα είχα σιχαθεί όλα! Φτάνει πια! Αυτή είναι η ζωή της και θα κάνει ό,τι θέλει!
Όλοι λένε πρέπει να ακούς. Να ακούς τι; Τα παλιά τους; Αυτή έχει άλλη ζωή, άκου εκεί! Πώς να καταλάβουν τι σημαίνει το σήμερα, όταν στην ηλικία της δεν υπήρχε καν ίντερνετ; Πώς ζούσαν τότε, απορεί! Όσο κι αν τους εξηγεί ότι όλα έχουν αλλάξει, ότι δεν χρειάζεται να χάνεις ώρες στα βιβλία για να μάθεις κάτι, στην οθόνη τρία δευτερόλεπτα και τελείωσες! Ό,τι πληροφορία χρειαστείς, εκεί, απλό! Η μαμά λέει βέβαια ότι το διαδίκτυο δεν μπορεί να σε κάνει άνθρωπο ή να σε μάθει να επικοινωνείς με τον κόσμο, αλλά τι ξέρει; Καλύτερα να έβλεπε καμία ομιλία με θέμα «Πώς μιλάς με έφηβους» θα καταλάβαινε πολλά!
Η Δανάη έσκαψε ένα σπυράκι, στραβομουτσούνιασε. Ευτυχώς που δεν την είδε η μάνα της, αλλιώς θα άκουγε τον πανικό! Την τραβάει στους δερματολόγους, λέει θα μείνουν σημάδια και στην Δανάη μικρό το κακό! Θα την εκτιμήσουν για τον χαρακτήρα της, όχι για τη φάτσα, πώς να της το εξηγήσει;
«Μα τι αστεία λέξη!» σκέφτηκε. Η «γονέας» Ναι, την έφερε στη ζωή, αλλά αυτό δεν της δίνει ιδιοκτησιακά δικαιώματα! Δεν είναι αντικείμενο η Δανάη! Και τέτοια συμπεριφορά, όπως της μαμάς, είναι εντελώς λάθος.
Η Δανάη έκλεισε το μάτι της στο είδωλο της.
Τι έγινε τώρα, μανούλα; Δεν τα ήθελες τα φορτώματα με καθηγητές και δικηγορικά πτυχία! Ήδη ξέρει για τους νόμους πιο πολλά από τους δικούς της αν ήξεραν και οι γονείς της τα μισά, ο χωρισμός θα είχε γίνει αλλιώς!
Η μαμά της, λέει, δεν έχει ούτε φιλοδοξίες ούτε περηφάνια: όχι μόνο την άφησε ο μπαμπάς για μια μικρότερη, μα ούτε που πάλεψε για όσα τους ανήκαν. Η γιαγιά άφησε το διαμέρισμα στην Δανάη, αλλά λογικό είναι! Και στη μαμά τι; Κάτι διατροφή για το παιδί; Ωραία ανταπόδοση για τόσα χρόνια πεταμένα. Ποιος ξέρει καλύτερα πώς πέρασαν τα τελευταία χρόνια οι γονείς της από την ίδια τη Δανάη; Δεν είναι πια το μωρό που τη φώναζε «γατάκι» ο μπαμπάς…
Μα δεν βλέπει και τα κρύα βλέμματα της μαμάς όταν βάζει το φαγητό στο τραπέζι Το αδιάφορο «ευχαριστώ» του μπαμπά, το μικρό δωμάτιο-γραφείο όπου δεν υπήρχε χώρος ούτε για ρούχα κι ακόμη έμπαινε στο δωμάτιο να πάρει τα δικά του με τα χαράματα, οπότε η μαμά έβαζε ξυπνητήρι για να σηκωθεί πρώτη. Ώσπου έφτασε η Δανάη δεκατεσσάρων και τους είπε να μην τραβιούνται άλλο, ας τελειώνει το δράμα!
Οι μεγάλοι, τελικά, παράξενοι τύποι Όλο αυτό το «ζούμε για εσένα», «είσαι ό,τι έχουμε». Ποια κοροϊδία! Όλοι για τους εαυτούς τους ενδιαφέρονται! Πάντα! Ακόμα και στην «αγάπη για το παιδί» ο καθένας ψάχνει να βολευτεί. Αυτή είναι πάντα το διαπραγματευτικό χαρτί τους.
Πάρε παράδειγμα το σπίτι όπου μένουν με τη μαμά. Ίδιο κτίριο με πριν, αλλά το διαμέρισμα μικρότερο. Τότε είχαν τριάρι, τώρα δυάρι. Καλόγουστο, με καινούρια έπιπλα, αλλά η μαμά το «έκλεισε» μέσω τύψεων του μπαμπά. «Το παιδί πρέπει να έχει καλό περιβάλλον!» κι εκείνος υπέκυψε. Και η Δανάη κέρδισε μεγάλο δωμάτιο όχι από αγάπη, αλλά για να έχουν οι γονείς ήσυχη τη συνείδησή τους.
Η Δανάη συνοφρυώθηκε και τελικά πήρε τη φαρμακευτική αλοιφή. Αυτό δεν σημαίνει ότι είχε δίκιο η μαμά, απλά η αλοιφή βοηθούσε στ αλήθεια. Και το χρειαζόταν απόψε.
Γιατί το βράδυ είναι κι αυτή η ταράτσα
Η ταράτσα μπήκε στη ζωή της πριν λίγους μήνες. Τότε, ο Πέτρος, ο τύπος που κοιτούσε μόνο μακριά και δεν ήξερε πως θα τον πλησιάσει το πιο δημοφιλές αγόρι του σχολείου, της έστειλε μήνυμα: «Βγαίνουμε βόλτα;»
Δεν το πίστευε, νόμιζε ήταν πλάκα συμμαθητών. Όλοι ήξεραν πως της άρεσε ο Πέτρος. Δεν τη σνόμπαραν, ίσα-ίσα τη συμπαθούσαν. Πάντα βοηθούσε στα διαγωνίσματα, σήκωνε χέρι όταν ήξερε ότι άλλος ήταν αδιάβαστος.
Δαναή, σε ρώτησα το προηγούμενο μάθημα, γιατί σηκώνεις τώρα χέρι;
Μα κυρία Μυρτώ, είναι τόσο ενδιαφέρον! Πείτε μου, ο Όθωνας ήταν αυταρχικός; Το πολίτευμα τότε θεωρείται αυταρχικό;
Πού το διάβασες αυτό; η αυστηρή ιστορικός που όλοι φοβούνταν, τελικά «έπεφτε στην παγίδα» της Δανάης κι όλη η τάξη γλίτωνε το διαγώνισμα.
Όταν λοιπόν έδειξε το μήνυμα στην «κολλητή-αντίζηλο» της Μαρίνα, εκείνη γέλασε:
Και; Τι δραματοποιείς; Ρώτα τον! Μη το παίζεις αρχοντοκόριτσο! Το 2024 έχουμε! Εμείς κυνηγάμε αγόρια, ποια κολλάει σε μήνυμα;
Η Δανάη σιώπησε, δεν μπορούσε να περιγράψει τη θύελλα μέσα της μόλις κατάλαβε πώς στο μυαλό της το απλό μήνυμα του Πέτρου ήταν το παν.
Πήγε στο ραντεβού. Κι από εκεί άρχισε άλλο κεφάλαιο.
Ταράτσα εγκαταλελειμμένης πολυκατοικίας στο Παγκράτι το στέκι της παρέας. Φυσικά, δεν ήταν το πιο ασφαλές μέρος, το ήξερε, αλλά όταν ο Πέτρος της έπιανε το χέρι και της ψιθύριζε «Πρόσεχε! Μην σκοντάψεις!», κρατούσε την αναπνοή της. Κι ανέβαινε σκαλιά μετρώντας από μέσα της.
Έξι, επτά τριάντα δύο, τριάντα τρία Μη φοβάσαι! Είναι δίπλα σου
Εκεί, στην ταράτσα, την αγκάλιασε πρώτη φορά, μπροστά σε όλους, σαν να δήλωνε «αυτή είναι η κοπέλα μου!»
Καμιά δεν αντέδρασε αν και είδε στενοχωρημένα βλέμματα απ τα άλλα κορίτσια. Ο Πέτρος ήταν μαζί τους από το δημοτικό, αλλά διάλεξε εκείνη.
Εκεί, την φίλησε και πρώτη φορά
Εκείνο το βράδυ έμειναν μόνοι όταν οι υπόλοιποι πήγαν σινεμά. Ήθελε κι αυτή να πάει, αλλά όταν της είπε στο αυτί «Θα πάμε μαζί άλλη μέρα», έμεινε κοντά του, καταλαβαίνοντας ότι η βραδιά θα ήταν ξεχωριστή.
Κι έτσι έγινε ακόμα θυμόταν πως, με κλειστά μάτια, μπορούσε να ακούσει μέσα της τη φωνή του:
Δανάη, μ αρέσεις πολύ Δεν είμαι καλός στα λόγια, αλλά δεν έχω βρει κορίτσι σαν εσένα Μπορώ να σε φιλήσω;
Αυτά τα χείλη τόσο ζεστά, απαλό άγγιγμα, αλλιώτικα
Έκλεισε τα μάτια και παραδινόταν σ αυτή την ευτυχία, όταν χτύπησε διακριτικά η μαμά:
Δανάη, θα αργήσεις Το φαγητό είναι έτοιμο
Την έπιασε η φούρια. Πόσες φορές πια;
Πετάχτηκε απ το μπάνιο, τα μούτρα της άλλη εικόνα, λες και ήταν καρικατούρα που βρήκε σε meme: μια κυρία που έσπρωχνε τον κόσμο με φωνές.
Τι θες πια από μένα; Δεν τα ξέρω όλα; Μην με πρήζεις! Μήπως τα έχεις με τον μπαμπά και μου τη λες; Να πάω κι εγώ να μείνω μ αυτόν; Άμα δεν σταματήσεις
Δεν πρόλαβε να τελειώσει. Η μαμά αναστέναξε περίεργα και της έριξε μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα.
Πήγαινε. Κι όταν γυρίσεις, μην ξεχάσεις πως αύριο γράφεις προσομοίωση στα Νέα Ελληνικά. Να ξεκουραστείς.
Έπαθε σοκ. Ποτέ ξανά η μαμά δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω της. Δεν ήταν ταπείνωση, αλλά η συνειδητοποίηση ότι άλλαξε η στάση της μαμάς δεν άντεχε άλλο τα καπρίτσια της.
Βέβαια, η Δανάη δεν ήταν κορίτσι που παραδινόταν εύκολα. Πήρε σακίδιο, μπουφάν, ακουστικά… Ηθελε να χτυπήσει δυνατά την πόρτα να ακούσει όλη η πολυκατοικία, αλλά κράτησε τον εαυτό της. Δεν θα την πουν και υστερική.
Βγαίνοντας απ την είσοδο, κοίταξε το ρολόι. Ώρα για πήγαινε-έλα μία, μάθημα άλλη μία με τον Πέτρο προλάβαινε για τις έξι. Ωραία! Θα κάτσουν στην ταράτσα, η μαμά ας αγχωθεί λίγο! Το χρειάζεται. Ο μπαμπάς εδώ και καιρό δεν απαντάει με την πρώτη στις κλήσεις της μαμάς, οπότε η Δανάη είχε χρόνο να μιλήσει με τον Πέτρο. Ίσως δώσει καμιά συμβουλή οι δικοί του, λέει, δεν ανακατεύονται ποτέ. Ζει μόνος του, με κάρτα με όριο που του βάλαν οι γονείς, καλύτερα ρούχα, χωρίς έλεγχο. Η μάνα του πολυάσχολη, ο πατέρας του θεωρεί ότι στα δεκαέξι να μεγαλώνεις μόνος σου είναι το σωστό. Τον αφήνει να δουλεύει με λίγα λεφτά και του ρίχνει το βάρος των εξετάσεων πάνω του.
Να τέτοιοι γονείς, μωρέ!
Όχι σαν τη μαμά της…
Ο πατέρας της τηλεφώνησε τη στιγμή που πλησίαζε στο σπίτι της καθηγήτριας.
Τι έγινε πάλι; Μου λέει η μάνα σου ότι θες να έρθεις να μείνεις εδώ.
Έλα βρε μπαμπά! Τι ν ακούς κι εσύ; Έχεις εσύ τα δικά σου, η Κατερίνα σου, η μικρή θα γεννήσει σ λίγο εγώ τι να κάνω; Να γίνω νταντά; Έχω κι εγώ ζωή!
Κατάλαβα. Μην τσακώνεσαι με τη μάνα σου, αλλιώς σου κόβω το χαρτζιλίκι.
Να, γι αυτό σεκτιμώ, μπαμπά λες τα πράγματα με το όνομά τους! Άκουσα!
Μπράβο! Και άσε τη μάνα σου ήσυχη. Δεν το αξίζει όλο αυτό.
Της το κλεισε. Η Δανάη σκυθρώπιασε.
Πάντα έτσι Μεταξύ τους απ την κόλαση, μα για τα θέματα της, μια γροθιά. Παράλογο πολύ!
Η νέα καθηγήτρια δεν της γέμισε το μάτι. Όταν άρχισε τις θεωρίες της για φρασεολογίες, η Δανάη αναστέναξε, αλλά τελικά είπε «δε βαριέσαι, ας διαβάσω αυτά που λέει». Δεν ήθελε να βγει χαζή Ο Πέτρος ήταν έξυπνος, ήθελε να ανταποκρίνεται. Είχε δει δεκάδες βίντεο για σχέσεις όλοι λένε «η κοπέλα πρέπει να είναι δυναμική και έξυπνη». Δυναμική δεν ξέρει αν είναι, εξυπνάδα όμως μαθαίνεται σωστό είναι αυτό που λέει η μαμά. Παράτησε τις σπουδές όταν γέννησε, έπιασε δουλειά, γίνηκε αφεντικό στη μικρή της εταιρεία, διακόσμηση γάμων, ωραίο επάγγελμα… Της άρεσε αυτό στη μαμά της. Εκεί ξεδίπλωνε όλη τη δύναμή της. Εκεί ήθελε να της μοιάσει.
Ο έλεγχος όμως βουνό! Συμφωνεί πλέον και με τον πατέρα της, παραπάει! Έμαθε η μαμά να χτυπάει μόνο πριν μπει στο δωμάτιο, αλλά όλο και κατάφερνε να μαθαίνει τα πάντα.
Δανάη, πώς πας; Έφαγες; Τι έχεις σήμερα;
Τέτοια φροντίδα που σε έκανε να θέλεις να ουρλιάξεις: «Άσε με! Μεγάλωσα!»
Και κάποια στιγμή τα έσπαγε, φώναζε, χτυπούσε το πόδι, κι η μάνα της, τίποτα, σαν να ήταν πάντα ένα κακομαθημένο παιδάκι.
Η Δανάη βιάστηκε να πάει στο γνωστό σημείο να συναντήσει τον Πέτρο να ξεφύγει απ το χάος σπίτι-εξετάσεις. Τα ίδια και τα ίδια!
Έφτασε στη σχολική αυλόπορτα, που πάντα έβρισκε τον Πέτρο, αλλά σήμερα πουθενά. Περίμενε λίγο αλλά δεν εμφανίστηκε, ούτε και της απάντησε στα μηνύματα. Άσχημη αίσθηση, κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ανέβηκε μόνη τα σκαλιά της ταράτσας, πρώτη φορά με κόπο άλλη φορά ο Πέτρος της κρατούσε το χέρι. Τώρα, κάθε σκαλί βαρύ.
Όταν έφτασε, φυσούσε το ανοιξιάτικο αεράκι κι ήταν απόλυτη σιγή.
Κανένας, ούτε παρέα
Ήθελε να φύγει, κι έβγαλε το κινητό να ανάψει φακό, γιατί είχε αρχίσει να βραδιάζει. Εκείνη τη στιγμή κάτι ακούστηκε στην άκρη, της κόπηκε η ανάσα, σιώπησε μην τη δει κανείς, κι είδε τη γνώριμη φιγούρα.
Πέτρος…
Καθόταν με τα πόδια έξω απ το κάγκελο, γερμένος μπροστά. Η Δανάη όσον λίγο τον ήξερε, τώρα καταλάβαινε πως μέσα του πονούσε απίστευτα.
Ο φόβος ότι κάτι μπορεί να γίνει, της έδωσε δύναμη. Άφησε σιγά το σακίδιο και πλησίασε δίπλα του, μουλωχτά.
Γεια κάθισε, αλλά όχι επικίνδυνα. Δίπλα στο κάγκελο, μα με τα πόδια στη σκεπή. Φοβόταν τα ύψη, από παιδί.
Γεια ούτε που την κοίταξε ο Πέτρος, κι εκείνη έπιασε το παγωμένο του χέρι.
Κρυώνεις
Ε; σήκωσε το κεφάλι άδειος, αλλιώτικα μάτια, ταράχτηκε.
Ίσως τότε κατάλαβε πρώτη φορά η Δανάη αυτό που νιώθει η μάνα της όταν κοπανάνε. Αυτόν το βουβό, gut-wrenching φόβο, μήπως δεν καταφέρεις να φτάσεις σ αυτόν που αγαπάς
Αυτή η σκέψη θύμισε στη Δανάη τα λόγια της μαμάς η αγωνία, η παρακαλεστή φωνή «Πες μου! Τι έχεις; Άνοιξέ μου! Δεν θέλω το κακό σου!»
Κι έπιασε τόπο.
Χάλια είμαι… ο Πέτρος της έσφιξε αδύναμα τα χέρια. Πολύ χάλια, Δανάη
Κάτι έγινε.
Δεν ρώτησε, το δήλωσε. Κι αυτό τον άνοιξε.
Ναι.
Θες να μου πεις; Δεν θέλω να σε πιέσω… απλά μπορείς αν θες.
Σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε τόσο αλλιώτικα που ένιωσε ανατριχίλα.
Νομίζεις ότι δεν είμαστε κοντά;
Όχι, μπερδεύτηκες Ήθελα να πω πως εγώ σε νιώθω πολύ κοντά, δεν ξέρω όμως αν νιώθεις εσύ το ίδιο.
Δανάη, τι λες; Εκτός από εσένα, δεν έχω κανέναν!
Κόπηκε η ανάσα της από το κύμα συγκίνησης.
Κανέναν; Κι οι γονείς;
Τι να τους κάνω; Μου το είπαν σήμερα Δεν είμαι δικό τους παιδί. Υιοθεσία, τότε μικρός Τώρα το μάθαμε σήμερα, Δανάη! Όλα ψέματα, είμαι ξένος στο ίδιο μου το σπίτι!
Ο Πέτρος άρχισε να φωνάζει κι εκείνη τον άρπαξε. Φοβόταν μην κάνει καμιά τρέλα.
Ήξερε πως ήθελε, αλήθεια ήξερε. Γιατί ο Πέτρος πίσω από τη μάσκα του αστείου και του ήρωα της παρέας, μέσα της ήξερε πως έκρυβε μια μεγάλη παιδική ψυχή. Τόσο φως, τόση αγάπη…
Κι ένιωσε τόσο ντροπή για τις δικές της γκρίνιες.
Πέτρο, φοβάμαι! δεν κατάλαβε πως έκλαιγε πια. Εκείνος την αγκάλιασε.
Μη μη κλαις, ναι;
Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό! Έστω κι αν σε διώξανε, εγώ δεν θα σε αφήσω ποτέ! Μόνο εσένα έχω, το καταλαβαίνεις;
Δεν με λένε Πέτρο ακούστηκε βραχνή η φωνή.
Πώς;
Αλέξανδρος, μου το είπαν σήμερα. Κι είχα άλλη οικογένεια.
Δεν έχει σημασία, το καταλαβαίνεις; Όπως και να σε λένε, είσαι εσύ! Εσύ!
Εδώ Εσένα έχω Αλλά σπίτι δεν μπορώ να πάω Η μάνα μου έκλαιγε, ο πατέρας τον χτύπησα Προσπάθησε να μου κλείσει την πόρτα.
Κατάλαβες όμως όλα; Γιατί τώρα;
Δεν ξέρω αναστέναξε τελικά. Το χρώμα του ήχου του άρχισε να αλλάζει.
Θες να έρθω μαζί;
Πού;
Στο σπίτι. Να μιλήσουμε μαζί. Μετά αν θέλεις, εδώ ξαναγυρίζουμε. Δεν θα σου πω τίποτα.
Το βλέμμα του Πέτρου την κοίταξε απορημένος. Εκείνη, όμως, τον τράβηξε απαλά μακριά απ το κάγκελο.
Πάμε.
Και σηκώθηκε ο Πέτρος, πήδηξε πάλι πάνω στην ταράτσα. Έκανε δυο βήματα. Τον αγκάλιασε σφιχτά κι άρχισαν να κατεβαίνουν.
Είμαι δειλός
Σιγά! του τρίβει το χέρι, βάζει τον φακό απ το κινητό Έχουμε πολλές υποθέσεις!
Εκείνο το βράδυ δεν θα το ξεχάσουν ποτέ.
Η κουβέντα με τους γονείς του Πέτρου δύσκολη, αλλά αναγκαία.
Η συμφιλίωση, όταν ο Πέτρος πληροφορήθηκε ότι ο βιολογικός του πατέρας επρόκειτο να βγει από τη φυλακή, να τον βρει.
Κι η άλλη του μάνα, η γυναίκα που τον μεγάλωσε σαν δικό της, η καλύτερη φίλη της βιολογικής του μάνας, που είχε χαθεί άδικα.
Την άλλη μαμά μου
Ναι, παιδί μου, ο πατέρας σου το έκανε.
Και τώρα με ζητάει κιόλας;
Θέλει να σε γνωρίσει.
Δεν θέλω!
Είναι δικαίωμά σου. Εμείς θα είμαστε δίπλα σου ό,τι κι αν διαλέξεις.
Πολύ και ώρα μιλούσαν Κι η Δανάη κατάλαβε ότι στην ταράτσα πια δε θα ξανανέβουν.
Κι όταν εκείνη τη νύχτα γύρισε πια σπίτι, άνοιξε με τα κλειδιά της, αθόρυβα μπήκε κουζίνα και είδε τη μαμά πάνω απτο παράθυρο.
Την αγκάλιασε η Δανάη, έσπρωξε το πρόσωπο στα σγουρά ατίθασα μαλλιά της μαμάς, μύρισε τα αγαπημένα της αρώματα. Κι ακούστηκε εκείνο το μόνο που είχε σημασία:
Συγγνώμη
Κι η μαμά, ν απαντάει όπως μόνο μια αληθινή μάνα:
Κι εγώ, αγάπη μου Πεινάς;
Όχι, μαμά. Ευχαριστώ Ξέρεις, νομίζω σήμερα έδωσα εξετάσεις
Ποιες εξετάσεις, παιδί μου; Έχεις καιρό μπροστά σου ακόμα.
Ναι, τις πιο βασικές νομίζω, μαμά Θα στα πω άλλη φορά.
Γιατί άλλη φορά;
Γιατί αύριο γράφω προσομοίωση και πρέπει να κοιμηθώΗ μαμά γέλασε ελαφρά, σκουπίζοντας ένα δάκρυ που είχε κυλήσει απαρατήρητο στην άκρη του ματιού της. Έπιασε τα χέρια της Δανάης στα δικά της και τα έσφιξε, όπως έκανε όταν ήταν μικρή και φοβόταν το σκοτάδι.
Θέλεις λίγο τσάι; Είναι ζεστό ακόμα.
Η Δανάη αναστέναξε, ένιωσε μια παράξενη ηρεμία να την αγκαλιάζει.
Ναι, μαμά. Λίγο τσάι.
Κάθισαν αντικριστά στην μικρή κουζίνα με το φως χαμηλωμένο. Έξω, η νύχτα απλωνόταν παγωμένη αλλά σπίτι, το ζεστό φως κάλυπτε όλα τα άγχη, όλα τα μισοειπωμένα. Η Δανάη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο της μαμάς. Για μια φορά, σταμάτησε να βιάζεται να μεγαλώσει.
Μίλησαν ψιθυριστά. Όχι για εξετάσεις, ούτε για καθηγητές ή τους «κανόνες». Μίλησαν για τα όνειρα. Για τη θάλασσα που ήθελε να ξαναδεί. Για το όνομα που έδωσε στην αγαπημένη της κούκλα όταν ήταν μικρή. Για εκείνη την καλοκαιρινή μικρή νύχτα που έχτιζαν πυργάκια στην άμμο και για τη δική τους ταράτσα, εκείνη όπου, ακόμα κι αν η ζωή φανεί δύσκολη ή μπερδεμένη, καταφύγιο πάντα θα υπάρχει.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη ζεστασιά, στα χαμόγελα και στη σιωπηλή συμφιλίωση, η Δανάη κατάλαβε ότι μερικές φορές οι δυσκολότερες εξετάσεις δεν έχουν κάτι να ζητήσεις ή να αποδείξεις. Φτάνει απλώς να μείνεις εκεί, δίπλα σεκείνους που αγαπάς, κι ίσως, τίποτα παραπάνω να μην χρειάζεται.
Έξω, το πρώτο φως άρχισε να τρυπώνει σιγά-σιγά στο παράθυρο μια καινούργια μέρα ξεκινούσε. Η Δανάη χαμογέλασε στον εαυτό της σαν να ένιωσε, επιτέλους, ότι είχε περάσει και με το παραπάνω.




