Οι συγγενείς του άντρα μου ξέχασαν να με συγχαρούν για τα 40ά μου γενέθλια – κι εγώ απάντησα όπως έπρεπε: Η δεκαετία που άλλαξε τις οικογενειακές μας ισορροπίες, ένα ανεκπλήρωτο τραπέζι και ένα ημερολόγιο-έκπληξη στη θέση της… ομελέτας!

Πώς και το τηλέφωνο δεν χτυπάει όλο το βράδυ; Λες να έχει πρόβλημα η γραμμή ή μήπως μπέρδεψαν τις μέρες; Δεν μπορεί να με ξέχασαν, Κώστα, είναι τα σαράντα μου, στρογγυλή επέτειος, όχι κανένα απλό γενέθλιο, η Δήμητρα γύριζε το ποτήρι κρασί στα χέρια της, κοιτώντας την μαύρη οθόνη του κινητού πάνω στο ολόλευκο τραπεζομάντηλο.

Ο Κώστας, ο άντρας της, είχε σκύψει τα μάτια στο πιάτο του με το ψητό κοτόπουλο. Μασούσε αργά, σα να ήθελε να κερδίσει χρόνο μέχρι να απαντήσει. Στο σαλόνι έκαιγαν κεριά, έπαιζε απαλή μουσική, μύριζε έλατο και πορτοκάλια τα γενέθλια της Δήμητρας ήταν τέλος Δεκέμβρη, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Το τραπέζι γεμάτο με μεζέδες που ετοίμαζε δύο μέρες, με την ελπίδα πως το βράδυ, όπως πάντα, θα περνούσαν συγγενείς από τη μεριά του άντρα της. Ή έστω, θα τηλεφωνούσαν.

Δήμητρα, ξέρεις πώς είναι η μάνα μου, ψέλλισε τελικά ο Κώστας αφήνοντας το πιρούνι του. Μπορεί να χάλασε το ζάχαρό της πάλι, ή να τρέχει με τον κήπο της στο εξοχικό Καλά, λάθος, τι κήπος μες στον χειμώνα Τέλος πάντων, θα ξεχάστηκε, λόγω ηλικίας. Και η Μαρία έχει δουλειά, κλείσιμο χρονιάς, ξέρεις τώρα.

Η Μαρία όταν χρειάζεται να φυλάξω τα παιδιά ή να της δανείσω λεφτά ως το μισθό, πάντα βρίσκει χρόνο να μου τηλεφωνήσει, χαμογέλασε πικρά η Δήμητρα.

Σηκώθηκε, στάθηκε στο παράθυρο. Έξω το χιόνι έπεφτε σε τεράστιες νιφάδες. Σαράντα χρονών. Στάση όπως λένε εδώ για κάθε γυναίκα να μετρήσει όσα έχει δώσει. Και σήμερα συνειδητοποιούσε πικρά πως η οικογένεια του άντρα της που δεκαπέντε χρόνια ήταν για όλα εκεί, μάγειρας, οδηγός και ψυχολόγος, όποτε της ζητούσαν απλά την είχε διαγράψει απ το ημερολόγιό τους.

Μην το παίρνεις βαριά, έφτασε ο Κώστας κοντά και πέρασε το χέρι του στους ώμους της. Έχει σημασία που είμαστε μαζί. Κι εγώ σε θυμήθηκα, δες τι δώρο σου πήρα.

Το δώρο ήταν καλό ένα κουπόνι σπα, που καιρό ονειρευόταν η Δήμητρα. Τον αγαπούσε, ναι. Όμως ήξερε πως αυτός ήταν μαλθακός και ποτέ δεν ύψωνε ανάστημα στην παντοδύναμη μητέρα του, την κυρία Νίκη, ή στη μικρότερη αδελφή του, τη Μαρία. Ο Κώστας πάντα προτιμούσε να κρύβει το κεφάλι στην άμμο ελπίζοντας να λυθούν όλα μόνα τους.

Δεν στεναχωριέμαι, Κώστα, απάντησε σιγανά η Δήμητρα κοιτώντας το είδωλό της στο τζάμι. Κρατάω σημειώσεις.

Εδώ και καιρό κρατούσε σημειώσεις, πράγματι. Θυμήθηκε πώς πέρυσι για τα εξηκοστά πέμπτα γενέθλια της κυρίας Νίκης είχε πάρει άδεια άνευ αποδοχών, βρήκε μαγαζί, έκλεισε μενού, έφτιαξε δίπατη τούρτα με τα χέρια της, μόνταρε όλη νύχτα βιντεάκι με παλιές φωτογραφίες. Και τι πήρε ως αντάλλαγμα; Ένα ξερό «ευχαριστώ, αλλά λίγο στεγνό το γλάσο» και ένα φτηνό αφρόλουτρο με την τιμή κολλημένη από το σούπερ μάρκετ.

Όσο για τη Μαρία; Αυτονόητο να βοηθάει πάντα. «Δήμητρα, πάρ τα μικρά απ τον παιδικό, δεν προλαβαίνω για μανικιούρ», «Δήμητρα, βοήθησέ με με τη σελίδα για τη δουλειά, εσύ τα ξέρεις», «Δήμητρα, κάνε μου χάρη να μου δανείσεις το φόρεμα για το πάρτυ». Κι εκείνη πάντα πρόθυμη. Πίστευε πως έτσι είναι η οικογένεια. Πως η καλή καρδιά γυρίζει πίσω.

Το τηλέφωνο δεν χτύπησε ούτε εκείνο το βράδυ, ούτε την επόμενη. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε μια φωτογραφία λουλούδι στο Viber όπως έστελναν για κάτι ονομαστικές γιορτές.

Πέρασε μια βδομάδα σε αυτή την ησυχία. Η Δήμητρα περίμενε να δει πότε θα την θυμηθούν. Στις εφτά μέρες χτύπησε επιτέλους το τηλέφωνο: «Μαρία».

Έλα, γενεθλιάρα! Με τσαλακωμένη χαρά. Σκέψου λίγο, μου έλαχε θέμα αυτή τη βδομάδα! Με τον άντρα μου φεύγουμε Θεσσαλονίκη, να ξεσκάσουμε λίγο. Μπορείς να κρατήσεις τον Ρόκο; Τον ξέρεις, σ αγαπάει. Να μη χαλάσουμε ένα σωρό λεφτά σε πανσιόν σκύλων.

Η Δήμητρα στάθηκε με το τηλέφωνο στο χέρι, ενώ ζύμωνε ζύμη για τσουρέκι.

Καλησπέρα, Μαρία, είπε αργά. Δεν έχεις κάτι να μου πεις για την προηγούμενη εβδομάδα;

Τι να πω; Α, τα γενέθλιά σου Συγγνώμη, μου έφυγε τελείως απ το μυαλό! Δεν κρατάς κακία, έτσι; Με ένα χρονάκι καθυστέρηση, να τα εκατοστήσεις! Τώρα, για τον Ρόκο;

Ο Ρόκος ήταν ένας γιγάντιος, κακομαθημένος λαμπραντόρ, που τελευταία φορά της είχε φάει τα καινούργια σαμπό και χάλασε τις ταπετσαρίες.

Όχι, είπε ήρεμα η Δήμητρα.

Πώς όχι; απόρησε η Μαρία.

Δεν θα πάρω τον Ρόκο.

Ακολούθησε παγωμένη, ενοχλημένη σιωπή.

Τι εννοείς; Να χάσουμε εισιτήρια; Το ξενοδοχείο το πληρώσαμε! Εσύ πάντα βοηθούσες!

Ναι, πάντα. Από τώρα έχω άλλα σχέδια. Η πανσιόν για σκύλους είναι ανοιχτή όλο το 24ωρο.

Δηλαδή στεναχωρήθηκες για τα γενέθλια; πέρασε στη χολή η φωνή της Μαρίας. Παιδικά πράγματα Σαράντα χρονών γυναίκα και κάνει παραξενιές για μια καρτούλα. Δεν το περίμενα από εσένα, Δήμητρα. Θα το πω στη μάνα.

Πες της, απάντησε η Δήμητρα και έκλεισε με μια ηρεμία που δεν είχε ξανανοιώσει.

Τα χέρια της έτρεμαν λίγο αλλά μέσα της μια πρωτόγνωρη γαλήνη απλωνόταν. Για πρώτη φορά είπε «όχι». Και δεν έγινε τίποτα. Ούτε το ταβάνι έπεσε, ούτε ο κόσμος διαλύθηκε μόνο η ζύμη γαλήνια φούσκωνε στο μπολ.

Το βράδυ, ο Κώστας ήρθε απ τη δουλειά με ένοχο ύφος. Η μητέρα και η αδελφή είχαν ήδη πάρει «τηλέφωνο για εξηγήσεις».

Δήμητρα, η μάνα λέει πως η Μαρία στενοχωριέται, χαλάει το ταξίδι. Δεν παίρνουμε τον σκύλο; Τι θα μας πειράξει;

Η Δήμητρα τον κοίταξε ήρεμα.

Κώστα, ξέχασαν τα σαράντα μου. Δεν μιλάμε για μια γιορτή, μιλάμε για σημαντική επέτειο. Δεν απολογήθηκε καν. Η Μαρία τηλεφώνησε μόνο για να της λύσω το πρόβλημα δωρεάν. Δεν νομίζεις ότι όλο αυτό λειτουργεί μονόπλευρα;

Μάλλον, ξεφύσησε ο Κώστας. Αλλά είναι συγγενείς

Ακριβώς. Οι συγγενείς πρέπει να δείχνουναλληλοσεβασμό. Εγώ σταματώ να είμαι βολική. Από δω και πέρα, αλλάζουν τα πράγματα.

Ο Κώστας δεν απάντησε, αλλά δεν πήραν και τον σκύλο. Η Μαρία αναγκάστηκε να πληρώσει πανσιόν και δύο εβδομάδες η Δήμητρα ήταν ο «κακός λύκος». Δεν της μίλαγαν, έλεγαν τα δικά τους πίσω απ την πλάτη της.

Ο καιρός πέρασε και πλησίαζε το μεγάλο γεγονός τα εβδομήντα της κυρίας Νίκης. Το γιορτάζαν στο εξοχικό που έχτιζε ο Κώστας χρόνια τώρα. Συνήθως δύο βδομάδες πριν το πάρτι, η κυρία Νίκη τηλεφωνούσε στη Δήμητρα με έτοιμη τη λίστα απ τα ψώνια. Η Δήμητρα ως η πιο «τακτική» κι αυτοκίνητο να κουβαλάει πράγματα και να ετοιμάζει τα πάντα στην κουζίνα ώσπου μάνα και κόρη να «φτιάχνονται» για τους καλεσμένους.

Το τηλέφωνο ήρθε πάλι, με πιο γλυκιά φωνή από ποτέ.

Δήμητρουλα μου, καλά είστε; Δεν αρρωστήσατε; Ξέρεις, τα εβδομήντα μου πλησιάζουν, πρέπει να οργανωθούμε. Πάρε χαρτί, γράφε: τρεις κονσέρβες ταραμοσαλάτα, ελληνικό χαβιάρι, ζαμπονάκι τρία κιλά, κρέας για ψητό, πέντε είδη σαλάτας

Η Δήμητρα άκουγε το παράλογο μπαράζ των οδηγιών ανακατεύοντας τον καφέ της, χωρίς να κρατάει σημειώσεις.

Κυρία Νίκη, επιτρέψτε μου να διακόψω. Ποιος θα τα μαγειρέψει όλα αυτά;

Εμείς κι εσύ βέβαια. Εγώ να συντονίζω γιατί δε στέκονται πια τα πόδια μου, η Μαρία θα στρώσει τραπέζι όταν έρθει.

Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω, η φωνή της ήταν ολόισια, ήρεμη Έχω άλλα να κάνω εκείνες τις μέρες. Θα έρθω σαν καλεσμένη, στην ώρα της πρόσκλησης.

Βαρύ πάγωμα στην άλλη άκρη της γραμμής.

Ποια δουλειά ανώτερη από τα γενέθλια της πεθεράς; Έχασες το μυαλό σου, Δήμητρα; Ποιος θα μαγειρέψει;

Παραγγελία catering ή έτοιμα απ το εστιατόριο. Τώρα πια υπάρχει για όλα λύση.

Εστιατόρια; Ξέρεις τις τιμές τους; Κιόλας τα δικά σου έθιμα γίνανε νόμος εδώ; Τέλος! Σε θέλω εδώ με όλα τα ψώνια, εκτός αν το μετανιώσεις. Τελεία!

Το βράδυ ο Κώστας ανήσυχος:

Η μάνα σου λέει ψώνια για εξακόσια ευρώ. Πρέπει να πάμε Παρασκευή, αλλιώς Τι να κάνω;

Πήγαινε εσύ αν θέλεις, ψύχραιμα απάντησε η Δήμητρα. Ας αγοράσεις ό,τι θέλει. Εγώ δε θα μαγειρέψω και το έχω ήδη πει. Διάλεξα να παρευρεθώ σαν καλεσμένη.

Θα έρθει καταστροφή! Οι καλεσμένοι θα μείνουν νηστικοί, η μάνα θα ουρλιάζει!

Θυμήσου τα δικά μου γενέθλια: γεμάτο τραπέζι, άδεια καρέκλα και κανείς συγγενής. Τώρα θα το χειριστώ όπως με χειριστήκαν. Θα έρθω, θα ευχηθώ. Δε θα είμαι υπηρέτρια. Ας προσλάβει μάγειρα ή ας βοηθήσει η κόρη της.

Ο Κώστας πάλευε όλη μέρα με το τηλέφωνο, μάλωνε, παρακαλούσε. Προϊόντα αγόρασε, μα δε μαγείρευε. Η Μαρία είχε δήθεν «νύχια» να χαλάσει.

Η μέρα του πάρτι έφτασε. Η Δήμητρα ξύπνησε αργά, έκανε το μπάνιο της, φόρεσε το μπλε βραδινό φόρεμα, έφτιαξε μαλλιά και βάφτηκε λαμπερή. Κάλεσε ταξί, αγόρασε έναν διακριτικό μπουκέτο χρυσάνθεμα και ένα απλό δωράκι.

Όταν το ταξί σταμάτησε στο εξοχικό, έξω είχαν ήδη παρκάρει αυτοκίνητα συγγενών και αντί για μουσική ακούγονταν φωνές και πανικός απ την κουζίνα.

Μέσα το θέαμα ήταν απολαυστικό: Η κυρία Νίκη κόκκινη, σε ρόμπα και μπικουτί, έτρεχε στην κουζίνα, η Μαρία με μούτρα και ποδιά πάλευε να ανοίξει κονσέρβα χαλώντας το μανικιούρ της, ο Κώστας μαύρος από τα κάρβουνα πάλευε να ανάψει το γκριλ.

Οι συγγενείς καθισμένοι, πεινασμένοι, με μπουκάλια νερό, περίμεναν.

Ήρθες; ούρλιαξε η πεθερά. Ντυμένη λες και πας στο Μέγαρο! Εδώ τρέχουμε! Πού είναι η ντροπή σου, Δήμητρα;

Χρόνια Πολλά, κυρία Νίκη! χαμογέλασε η Δήμητρα. Σας εύχομαι υγεία και χρόνια πολλά!

Έδωσε λουλούδια και ένα μικρό κουτάκι.

Τι είναι αυτό; γρύλισε η πεθερά. Πήγαινε στην κουζίνα ΤΩΡΑ, όλοι πεινάνε!

Είμαι καλεσμένη, δήλωσε η Δήμητρα φωναχτά για να ακούσουν όλοι. Το είχα πει πως δεν θα βοηθήσω, θα έρθω μόνο στη γιορτή. Δεν μαγειρεύω σήμερα.

Η πεθερά έμεινε άφωνη.

Τα είσαι σοβαρή; φώναξε η Μαρία Πάμε χαμένοι, όλοι περιμένουν!

Μαρία, δική σου είναι μάνα. Εγώ είμαι νύφη, όχι μαγείρισσα, απάντησε ήρεμα. Όταν έχει σειρά για κληρονομικά, πάντα „ξένη” με λέτε. Σήμερα είμαι επισκέπτρια.

Πήγε στο σαλόνι, κάθισε ανάμεσα στους θείους.

Καλησπέρα σε όλους, χαιρέτησε. Ωραία μέρα σήμερα. Κρίμα που δεν έχουμε μεζέδες, αλλά ελπίζω η οικοδέσποινα να μας φροντίσει.

Ο Κώστας μπήκε μέσα μύριζε καπνό.

Το κρέας κάηκε. Τά καρβουνιασα

Σιωπή. Οι καλεσμένοι κοιτούσαν γύρω τους απελπισμένοι.

Αυτή φταίει! κατηγόρησε η πεθερά δείχνοντας τη Δήμητρα. Να με ρεζιλέψει ήρθε! Φίδι που έζεψα στον κόρφο μου!

Κυρία Νίκη, δεν ρεζίλεψα κανέναν. Ανταπέδωσα την αδιαφορία σας. Ξεχάσατε τα γενέθλιά μου, με αγνοήσατε. Θυμηθείτε πως είμαι άνθρωπος, όχι ρομπότ κουζίνας. Ανοίξτε παρακαλώ το κουτί.

Η πεθερά με τρεμάμενα χέρια άνοιξε το κουτί και βρήκε έναν τοίχνο ημερολόγιο με γατάκια.

Τι είναι και τούτο πάλι;

Ένα ημερολόγιο. Έχω μαρκάρει με κόκκινο όλους τους εορτασμούς της οικογένειας, για να θυμάστε. Αν τυχόν ξεχάσετε ξανά. Εσείς μου δώσατε αφρόλουτρο, εγώ σας αφήνω μνήμη. Ισοπαλία.

Κάποιος γέλασε βραχνά. Ο θείος Βασίλης:

Έχει δίκιο, Νίκη! Τόσα χρόνια καμαρώνεις για τη νύφη κι ούτε ένα τηλεφώνημα στα σαράντα της;

Άσε με! γρύλισε η κυρία Νίκη.

Η βραδιά δεν σώθηκε. Φαγητό ουσιαστικά δεν υπήρχε μερικά τυριά και λουκάνικα μοιρασμένα βιαστικά, τα υπόλοιπα από κονσέρβα. Οι συγγενείς ήπιαν κρασί με ξηροκάρπια και κουτσομπόλεψαν τι έγινε.

Η Δήμητρα φώναξε ταξί μετά από λίγο.

Πάω, είπε στον άντρα της. Δεν περνάω ωραία εδώ. Ατμόσφαιρα βαριά.

Με τελείωσες, ψιθύρισε ο Κώστας στην είσοδο. Η μάνα δεν θα το ξεχάσει ποτέ.

Τώρα ίσως κατάλαβες τι αξίζει ο κόπος μου. Παλιότερα δεν το βλέπατε. Τώρα ίσως μάθετε να σέβεστε. Έλα σπίτι όταν τελειώσεις εδώ, να φάμε πίτσα. Καλή, αληθινή πίτσα, όχι υποκρισία.

Έφυγε.

Ο καβγάς στην οικογένεια κράτησε εβδομάδες. Η κυρία Νίκη ντρεπόταν για το φιάσκο της γιορτής κι αυτό βγήκε ως θυμός προς τη νύφη. Η Μαρία ξέσπασε με λόγια βαρειά: «εγωίστρια».

Όμως έγινε κάτι ενδιαφέρον. Ο Κώστας σταμάτησε να απολογείται. Ύστερα από αυτό το „πάρτι”, που είδε με μάτια ανοιχτά πια τη μάνα του σε κατάσταση αδύναμη κι όχι ως αρχηγό, άρχισε να βλέπει τη διαφορά: Με τη Δήμητρα το σπίτι πάντα ήρεμο, τακτοποιημένο, ζεστό. Με τη μάνα του, πάντα τρεχάλες, φωνές κι απαιτήσεις.

Ένα μήνα μετά, ήρθε σπίτι με τεράστιο μπουκέτο ρόδα. Όχι σε κάποια μέρα, απλά Τετάρτη.

Για σένα, της είπε. Και ακόμα: Είπα στη μάνα ότι τα Θεοφάνια δεν θα πάμε στο εξοχικό να σκάβουμε. Έκλεισα διακοπές στη Βόρεια Εύβοια για μας τους δυο. Αγόρασα πακέτο.

Η Δήμητρα χαμογέλασε.

Η πατάτα;

Θα την αγοράσουμε έτοιμη. Και την αγάπη τους δεν την αγοράζουμε άλλο με το δικό μας ιδρώτα. Είχες δίκιο, Δήμητρα. Σεβασμός είναι αμοιβαίος.

Η πεθερά και η Μαρία κράτησαν μούτρα καιρό, όμως την επόμενη γιορτή της Γυναίκας η Δήμητρα πήρε μήνυμα: «Χρόνια πολλά, Δήμητρα! Καλή Άνοιξη!» και ένα τουλιπάκι.

Μικρή νίκη. Όχι πως έγιναν ποτέ φίλες κολλητές, ούτε πως η πεθερά την έβαλε στην καρδιά της διά παντός. Κατάλαβαν όμως το πιο σημαντικό: τα βάρη τα κουβαλάς μόνο αν το επιτρέπεις. Τώρα το «μαγαζάκι» έκλεισε και ανοίγει μόνο με το κλειδί του σεβασμού και της μνήμης στις σημαντικές μέρες.

Το ημερολόγιο με τα γατάκια, όπως εκμυστηρεύτηκε ο Κώστας αργότερα, κρέμεται στο σπίτι της κυρίας Νίκης, και η μέρα γενεθλίων της Δήμητρας είναι κυκλωμένη με μεγάλο κόκκινο μαρκαδόρο για να μην ξεχνιέται κανείς ξανά.

Γιατί στη ζωή μας όσοι σε θεωρούν δεδομένο πρέπει πρώτα να μάθουν να σε σέβονται. Και το «όχι» είναι, ίσως, το πιο απελευθερωτικό ναι που θα πεις ποτέ στη ζωή σου.

Oceń artykuł
Οι συγγενείς του άντρα μου ξέχασαν να με συγχαρούν για τα 40ά μου γενέθλια – κι εγώ απάντησα όπως έπρεπε: Η δεκαετία που άλλαξε τις οικογενειακές μας ισορροπίες, ένα ανεκπλήρωτο τραπέζι και ένα ημερολόγιο-έκπληξη στη θέση της… ομελέτας!