Γυναικείες Μοίρες. Ιωάννα
Αχ, Ιωάννα, σε παρακαλώ για την ψυχή του Θεού, πάρε τον μικρό μου Χρήστο κοντά σου, θρηνούσε η Δήμητρα. Η καρδιά μου νιώθει πως κάτι κακό θα συμβεί. Καλύτερα μακριά, παρά να κινδυνέψει η ζωή του παιδιού μου.
Η Ιωάννα γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον αδύνατο Χρήστο, που καθόταν δίπλα στο αναμμένο τζάκι, κουνώντας τα αδύναμα πόδια του σαν μικρό παιδί.
Κάποτε, τα δυο αδέλφια ζούσαν μαζί στο ίδιο σπίτι στο χωριό. Όμως, τα χρόνια πέρασαν και η μεγαλύτερη, η Δήμητρα, παντρεύτηκε τον Νίκο και μετακόμισε μαζί του σε ένα μακρινό χωριό. Η Ιωάννα, η μικρότερη, έμεινε να φροντίζει την άρρωστη μητέρα τους, που πέθανε σύντομα. Ο πατέρας τους είχε χαθεί χρόνια πριν, από πνευμονία, πολύ πριν η Δήμητρα γνωρίσει το σύζυγό της. Η μητέρα τους τις είχε μεγαλώσει με φροντίδα καλές, εργατικές, πρόθυμες να συντρέξουν κάθε δυσκολία. Αν και η Δήμητρα ήταν μεγαλύτερη, την αρχηγία πάντοτε κρατούσε η Ιωάννα. Η Δήμητρα ήταν ήσυχη, χαμηλών τόνων έμοιαζε με πηλό στα χέρια, που μπορείς να τον πλάσεις όπως θέλεις. Σ’ αυτό βασίστηκε κι ο Νίκος. Έκαναν καλή οικογένεια, ο άνδρας καμάρωνε τη γυναίκα του.
Η Ιωάννα όμως, σε αντίθεση με την αδελφή της, δεν σήκωνε πολλά-πολλά. Υπερήφανη, αυστηρή κι ας μην μπορώ να βρω λόγια να περιγράψω την ομορφιά της. Όλοι οι νέοι των γύρω χωριών έρχονταν να τη ζητήσουν σε γάμο, όμως εκείνη σε όλους έλεγε όχι.
Όσο ζούσε η μητέρα τους, συχνά ανησυχούσε:
Αχ, κόρη μου, λες και κληρονόμησες το χαρακτήρα της προγιαγιάς σου, μόνο μην πάρεις τη μοίρα της. Θα μείνεις γεροντοκόρη στο τέλος; Ποιος θα σε νοιαστεί στα γεράματά σου;
Η Ιωάννα την άκουγε με χαμόγελο. Σε κουβέντα δε μπλεκόταν σεβόταν τα χρόνια της μάνας της, είχε άλλες σκέψεις.
Η προγιαγιά της Ιωάννας δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Έζησε χρόνια μόνη, μεγάλωσε παιδί χωρίς άντρα, μα είχε μια καλή ζωή. Είχε το χάρισμα, λέγανε, βοηθούσε με βότανα και προσευχές. Δεν έκανε κακό, ούτε επέβαλλε ποτέ τη βοήθειά της στους άλλους. Την φοβούνταν και τη σέβονταν είχε τραχύ χαρακτήρα.
Αυτό το πείσμα κληρονόμησε κι η Ιωάννα. Ήξερε κι αυτή καλά τα βότανα, βοηθούσε με γιατροσόφια. Για ποια χέρια καλούσε σε βοήθεια ποιος ξέρει. Ο κόσμος έλεγε διάφορα, όμως η ίδια δε διαμαρτυρόταν. Περπατούσε με περηφάνια στο χωριό, ήξερε την αξία της. Σε κανέναν δεν αρνιόταν βοήθεια, κυρίως στα παιδιά. Την έτρεμαν κι όσο την φοβούνταν, τόσο την εκτιμούσαν.
Δεν σε καταλαβαίνω, Δήμητρα, της είπε η Ιωάννα κοιτώντας τον Χρήστο. Τι είναι αυτά που λες; Το παιδί μια χαρά είναι, και τον βλέπεις, λες και είναι έτοιμος να πεθάνει.
Φοβάμαι, αδερφή μου, απάντησε η Δήμητρα. Δεν άκουσες τι γίνεται τελευταία στο χωριό μας, το Καστράκι; Τα παιδιά πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο. Αρρωσταίνουν βαριά, και μετά ο Θεός τα παίρνει κοντά του.
Ο Θεός όμως; σήκωσε τη φρύδια η Ιωάννα.
Δεν ξέρω, κορίτσι μου. Εδώ και μερικά χρόνια, είναι σαν κατάρα πάνω στο χωριό. Δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχασε παιδάκι, και σταυροκοπήθηκε η Δήμητρα.
Μα γιατί; Γιατί δε με φώναξαν νωρίτερα;
Τι να πω; Το παιδί τρέχει, γελάει, κι ύστερα απότομα πέφτει στο κρεβάτι. Σβήνει σιγά-σιγά. Σ εσένα δεν ήρθαν είσαι μακριά, άλλωστε υπάρχει και δική μας θεραπεύτρια στο χωριό, απάντησε απλά η Δήμητρα.
Από πότε έχουμε θεραπεύτρια; ρώτησε η Ιωάννα με τα φρύδια ψηλά.
Από τότε που μετακόμισα στον Νίκο, ήδη ήταν εκεί η γιαγιά Ευγενία.
Και γιατί δεν μου το είπες; επέμεινε η Ιωάννα.
Τι να σου πω, σαν όλες τις γιαγιάδες είναι. Βοηθάει, ζωντανεύει και τα ζώα. Στα παιδιά, όμως, δεν έχει πιάσει τίποτα. Ούτε βότανα, ούτε προσευχές. Δεν με ρώτησες, με τα πολλά τώρα το φέραμε στην κουβέντα. Ε, λοιπόν, θα πάρεις τον Χρήστο για λίγο κοντά σου;
Θα τον πάρω, φυσικά, χαμογέλασε η Ιωάννα και χάιδεψε τα ξανθά μαλλιά του μικρού. Η Δήμητρα φίλησε το κεφάλι του παιδιού, τον σταύρωσε και έφυγε.
Έλα, είπε η Ιωάννα στον ανιψιό της, να πάμε στον κήπο, να σου δείξω που η κοκκινοουρά έχει φτιάξει φωλιά ανάμεσα στα ξύλα.
Ο Χρήστος άνοιξε το στόμα του σε ένα μεγάλο χαμόγελο, κι έπιασε τρυφερά το χέρι της θείας του.
***
Καλώς τους, φώναξε η Δήμητρα μπαίνοντας στο σπίτι της Ιωάννας.
Μαμά! ξέσπασε χαρούμενος ο Χρήστος κι έτρεξε να την αγκαλιάσει.
Πέρασαν έξι μήνες από τότε που η Δήμητρα άφησε το γιο της στην αδελφή της. Ήταν αργοπορημένο φθινόπωρο, ο ουρανός βαρύς και σκοτεινός. Ερχόταν κάθε τόσο να βλέπει το παιδί, και κάθε συνάντηση γινόταν με δάκρυα και αγκαλιές.
Αχ, αγοράκι μου γλυκό, πόσο σου έχω λείψει! Ο πατέρας σου κάθε μέρα ρωτάει πότε θα γυρίσεις πίσω στο σπίτι.
Η Ιωάννα μπήκε στην κουζίνα σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της και αγκαλιάστηκε με τη Δήμητρα.
Πώς τα πάτε, καλά; ρώτησε η Δήμητρα, με το βλέμμα πάντα πάνω στο παιδί της.
Μια χαρά, μαμά. Η θεία Ιωάννα μου χάρισε ένα γατάκι, να σου το δείξω; φώναξε ο Χρήστος και έτρεξε έξω στην αυλή.
Όλα καλά, αδελφή μου, απάντησε ήρεμα η Ιωάννα. Ήρθες για καλό;
Ήρθε η ώρα, σχεδόν σε μανούλα του έχεις καταντήσει. Ο Νίκος επιμένει να τον φέρουμε πίσω.
Επομένως, θες να τον πάρεις; Τι γίνεται στο χωριό;
Σιγά-σιγά στρώνουν τα πράγματα. Όσο ήταν ο Χρήστος εδώ, καμία απώλεια δεν είχαμε. Ο μικρός ξαναμπήκε μέσα, κρατώντας στα χέρια του το γατάκι.
Μαμά, τον είπα Λάκη! Είναι ο φίλος μου τώρα.
Θα πιάσει ωραία δουλειά με τα ποντίκια στο στάβλο! Και θα τον πάρουμε μαζί πίσω σπίτι.
Ενώ ο Χρήστος μάζευε τα ρούχα του, οι δύο αδελφές συζητούσαν τα νέα τους. Η Δήμητρα όλο ρωτούσε πότε η Ιωάννα θα κάνει την δική της οικογένεια.
Έλα τώρα, Δήμητρα! Σαν τη μάνα κάνεις. Όταν έρθει ο καιρός, θα βρεθεί και για μένα το σωστό ταίρι. Προς το παρόν, ο ανιψιός μου είναι χρυσάφι, μού φτάνει και με το παραπάνω! Χρήστο μου, μη με ξεχνάς, ε; Όταν θελήσεις να έρθεις, να ρωτάς τη μαμά, εγώ πάντα σε περιμένω.
Έβλεπε κανείς πως η Ιωάννα δυσκολευόταν να αποχωριστεί το παιδί· είχε δεθεί πολύ μαζί του μες στους μήνες. Μες στα γέλια και την παιδική του χαρά, ζωντάνεψε το σπίτι της.
Ένα να σου πω, Δήμητρα, είπε να προσέχεις τον Λάκη και να τον φροντίζεις. Είναι το δώρο μου στον μικρό.
Μα πότε παραμέλησα εγώ ζωντανό; έκανε θιγμένη η Δήμητρα. Πάντα το γάλα τους βάζω.
Καλά, καλά, απάντησε η αδελφή της. Στο καλάθι στην είσοδο να βάλουμε το Λάκη για το δρόμο ως το χωριό. Προσπαθήστε να φτάσετε πριν νυχτώσει.
Αγκαλιάστηκαν, η Ιωάννα σταύρωσε τον Χρήστο κι έφυγαν. Η ζωή συνέχισε τον κύκλο της βαριά η σκιά του χειμώνα, νύχτες βαθιές και σκοτεινές.
Τα χιόνια κάλυψαν τα πάντα στο χωριό δεν άνοιγε καλά καλά η αυλόπορτα απ το πολύ χιόνι. Βαριά η ζωή το χειμώνα. Η Ιωάννα πάντως είχε πάντοτε δουλειά άλλοτε βότανα σε άρρωστο παιδί, άλλοτε σε παππούδες με πονεμένα χέρια. Πέρασε ο καιρός, όλο πιο συχνά έβγαινε ο ήλιος και το χιόνι λιγοστεύει. Τα ρυάκια άρχισαν να τρέχουν, τα πουλιά να κελαηδούν έφτασε επιτέλους η άνοιξη!
Ένα μεσημέρι, δούλευε η Ιωάννα στον κήπο. Ξαφνικά ακούει: „Νιαου”. Γυρνά, βλέπει το Λάκη μπροστά της.
Πώς ήρθες εσύ εδώ; έβαλε το χέρι στη μέση της η Ιωάννα. Μήπως κάτι έπαθε ο Χρήστος;
Ο γάτος ήρθε και τρίφτηκε στα πόδια της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μπήκε στο σπίτι, μάζεψε μερικά πράγματα και πήγε στη γειτόνισσα ζητώντας να φροντίσει τα κοτόπουλα όσο εκείνη θα έλειπε.
Μάλλον θα μείνω λίγες μέρες στης Δήμητρας, της είπε. Αν δε γυρίσω αύριο, να με προσέχεις, κυρα-Γεωργία.
Ο δρόμος πλάι στο δάσος μοσχοβόλαγε άνοιξη, τα πουλιά τραγουδούσαν μα το μυαλό της ήταν βαρύ. Δεν είχε νυχτώσει καλά καλά κιόλας φάνηκαν τα σπίτια του χωριού. Έτρεξε σαν κυνηγημένη ως το σπίτι της αδερφής της.
Ιωάννα μου φώναξε η Δήμητρα όταν την είδε τι συμφορά, καιρό τώρα κοντεύω να τρελαθώ!
Την τράβηξε μέσα στο σπίτι, στο δωμάτιο του Χρήστου. Ο Χρήστος στο κρεβάτι έμοιαζε νεκρός, τα χείλη μπλε, το δέρμα διάφανο, η αναπνοή βαριά βαριά.
Ανάμεσα στους λυγμούς της Δήμητρας ξεκαθάρισε η ιστορία ύστερα από τα Φώτα, το παιδί άρχισε να μαραζώνει. Πρώτα έπαιζε κανονικά, μετά έπεσε εντελώς. Η Δήμητρα κι αυτή αρρώστησε, όταν συνήλθε προσπαθούσε να φτάσει την Ιωάννα, μα οι δρόμοι κλειστοί όλο τον χειμώνα. Κάλεσε πια τη γιαγιά Ευγενία ήρθε, του έδωσε βότανα, του διάβασε, τίποτα. Το αγόρι όλο και χειροτέρευε. Και ο Λάκης χάθηκε το παιδί όλο ρωτούσε για τη γάτα, όσες μέρες ήταν άρρωστο.
Μη στεναχωριέσαι για το γατί, αυτό με έφερε εδώ, της είπε η Ιωάννα. Αποδείχτηκε πιο ξύπνιος από σένα!
Πώς σε έφερε εδώ ο γάτος; ρώτησε ταραγμένη η Δήμητρα.
Ετσι! Πες μου όμως, έφαγε τίποτα περίεργο ο Χρήστος τελευταία, πήρε τίποτα από ξένους;
Έτρεχε με τα παιδιά στα σπίτια τα Χριστούγεννα, ψάλλαμε τα κάλαντα. Από την κυρα-Ευγενία έφαγε κάτι πιτάκια πολύ του άρεσαν, έλεγε.
Η Ιωάννα σκοτείνιασε.
Πήγαινε φώναξέ τη, δίχως να πεις ότι είμαι εδώ. Θέλω να δω τι θα κάνει.
Η Δήμητρα έφυγε και σε λιγάκι γύρισε μαζί με τη γιαγιά Ευγενία, που γλυκομίλησε και πήγε κατευθείαν να „διαβάσει” το παιδί. Η Ιωάννα κρύφτηκε, μα πριν χώρισε σταυρωτά δυο μεγάλες βελόνες στον κάσα της πόρτας.
Λίγο αργότερα, αφού τελείωσε η γιαγιά, πήγε να φύγει, μα δεν μπορούσε να διαβεί το κατώφλι. Πήρε να ξαναδιαβάσει τον Χρήστο, τίποτα. Κάθε φορά που πλησίαζε την έξοδο, έμενε εκεί, μούσκεμα στον ιδρώτα. Όταν κατάφερε τέλος να φύγει, το έβαλε στα πόδια μες στο πανικό της.
Όταν έμειναν μόνες, η Ιωάννα ξεκάθισε δίπλα στο κρεβάτι.
Σαρανταποδαρούσα η παλιά, μουρμούριζε. Θα δεις, μάγισσα, τι έχεις να πάθεις.
Έπλεξε τρεις λαμπάδες τις άναψε πάνω απ το κεφάλι του Χρήστου.
Τι κάνεις, Ιωάννα; Δεν καταλαβαίνω, ρώτησε η Δήμητρα.
Η γιαγιά σας ευθύνεται για τα παιδιά, είπε η Ιωάννα. Όσο γερά είναι, τόσο ζωή έχει να ρουφήξει. Οι μάγισσες παρατείνουν τα χρόνια τους έτσι.
Η Δήμητρα τρόμαξε. Η Ιωάννα την έδιωξε από το δωμάτιο να μην ενοχλεί. Μόλις νύχτωσε, άπλωσε φτερούγες πάνω στο παιδί, σαν μάνα-πουλί όταν δει τον αετό. Σιγά-σιγά, η ψυχή του μικρού αναθάρρησε.
Το πρωί, η Δήμητρα δάκρυζε από ευγνωμοσύνη ο Χρήστος ξύπνησε, και πάλι ζήτησε φαγητό. Με το χρώμα να επιστρέφει στα μάγουλά του, η ζωή ήρθε πάλι στο σπίτι.
Δήμητρα, θα μείνω λίγες μέρες. Πρέπει να ξεμπροστιάσουμε τη μάγισσα.
***
Λίγο καιρό αργότερα, η Ιωάννα πήγε υποτίθεται για βοήθεια στης Ευγενίας. Ήθελε να μάθει πώς παίρνει τη ζωή από τα παιδιά.
Δεν πειράζω ψυχές, της είπε προσποιητά η γριά. Εγώ μόνο βοηθάω.
Βοήθησέ με, επέμενε η Ιωάννα. Να σου το πληρώσω καλά. Μισώ μια γυναίκα που μου παίρνει τον άντρα μου, τίποτα δε θα σου λείψει.
Μόνο ένα πράγμα θα ζητήσω. Θα σου φτιάξω λίγα ψωμάκια, κι εσύ θα τα δώσεις στα παιδιά του χωριού σου, συμφώνησε η γριά.
Γιατί; ρώτησε η Ιωάννα.
Δε σε αφορά. Σκέψου πώς θα βλάψουμε αυτή που μισείς.
Η γριά της έδωσε το ψωμί κάθε κομματάκι ήταν και μια κατάρα για παιδική ψυχή. Η Ιωάννα γύρισε σπίτι και τα έδειξε στη Δήμητρα.
Κοίτα με τι ταΐζει τα παιδιά σας!
Ψωμί, είπε η Δήμητρα, τι κακό έχει το ψωμί;
Αυτά είναι μνημόσυνα, φορτωμένα με νεκρική ενέργεια, εξήγησε η Ιωάννα.
Τρόμαξε η Δήμητρα.
Μα γιατί τα παιδιά;
Η παιδική ψυχή είναι αγνή, έχει πολλή ζωή. Έτσι αγοράζει χρόνια!
Η Ιωάννα θρυμμάτισε τα ψωμάκια και τα έριξε στα κοτόπουλα. Την άλλη μέρα η καμπάνα του χωριού χτύπησε, η Ευγενία ήταν σαν σκιά, χλωμή και χαμένη.
Τα κατάφερα, χαμογέλασε η Ιωάννα. Τώρα ήρθε το τέλος της.
Το απόγευμα, έκαψε ένα παλιό λουκέτο, διάβασε ξόρκι να χάσει η μάγισσα τις δυνάμεις της. Το πήγε στο σπίτι της Ευγενίας.
Γιαγιά Ευγενία, εδώ είσαι;
Τι θες εσύ; Δεν μπορώ να σηκωθώ.
Έτσι συμβαίνει όταν ταΐζεις δαιμόνια, την κοίταξε με ματιά σκληρή η Ιωάννα.
Εσύ, πανούργα! στράφηκε θυμωμένα η γριά. Μ έβαλες σε μπελάδες, όλη νύχτα έβλεπα πλάσματα να με βασανίζουν.
Εσύ το έφερες στον εαυτό σου, απάντησε η Ιωάννα. Εδώ να σαπίσεις. Αν κάνεις ξανά κακό, γρήγορα θα καταλήξεις σκόνη!
Γύρισε και έφυγε. Την άκουσε να κλαίει, μα δεν συγκινήθηκε.
***
Δύο μήνες πέρασαν. Ο Χρήστος ξαναβρήκε τη ζωντάνια του. Η Ευγενία σε λίγο καιρό πέθανε τα δαιμόνια πήραν αυτό που τους χρωστούσε. Έμεινε η Ιωάννα η μόνη θεραπεύτρια στα γύρω χωριά. Έκανε καλά τη δουλειά της, δεν έκανε κακό, ούτε έμπλεκε με σκοτεινές δυνάμεις μόνο βοήθεια σε ανθρώπους και ζώα.
Δεν βρήκε άντρα για ταίρι της, αλλά δεν την ένοιαξε. Λίγοι αντέχουν τέτοιο χαρακτήρα.
Αχ, Ιωάννα μου, αναστέναζε η Δήμητρα, μακάρι να ησύχαζες κι εσύ, να έβρισκες έναν καλό, να κάνατε παιδιά!
Μα με ησυχία, Δήμητρα, δε θα τα έβγαζα πέρα εδώ! γελούσε πάντα η Ιωάννα. Και για παιδιά, ο ανιψιός μου φτάνει!
Από τότε, ο Χρήστος ερχόταν όλο και πιο συχνά να μείνει μαζί της, γεμίζοντας το σπίτι της τρυφερή παιδική αγάπηΟ ήλιος ξανά ανέβαινε ψηλά, χρυσώνοντας τα κεραμίδια, τη μικρή αυλή, τα πρόσωπά τους. Ο Χρήστος έτρεχε πίσω απ το Λάκη, γελώντας με όλη του την ψυχή, κι η Δήμητρα χάζευε τη σκηνή με χαρά και ανακούφιση.
Η Ιωάννα, με τα μαλλιά δεμένα σφιχτά και βλέμμα οξύ, στεκόταν λίγο παράμερα κυρά στο σπίτι και στις μοίρες της. Ήξερε πως δεν είναι όλα σ αυτή τη ζωή γιατρειά, μα είχε μάθει το πιο σπουδαίο: δεν υπάρχει φυγή από τη μοίρα, μόνο δρόμος να τη βαδίσεις περήφανα.
Το απογευματινό φως έπεφτε ζεστό στα χέρια της την ώρα που πότιζε βασιλικά κι άφηνε το χώμα να μυρίσει. Ελάχιστοι πια στο χωριό λησμονούσαν πόσα χρωστούσαν στη βοήθειά της όμως δεν την πλησίαζαν εύκολα, την Ιωάννα. Κάπου ανάμεσα στον θαυμασμό και το δέος, φύτρωνε σπόρος ευγνωμοσύνης.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν κοντά της, χέρια γεμάτα μαργαρίτες.
Θεία, να σου δείξουμε το μέρος κάτω απ τη γέρικη καρυδιά; Έχει φωλιά αηδονιών!
Η Ιωάννα χαμογέλασε με τα μάτια.
Εμπρός, οδηγήστε με, μικροί αερικοί, να βρω κι εγώ τα μυστικά σας.
Σκέφτηκε, περπατώντας πλάι στον ανιψιό της: Οι μοίρες ίσως να γράφουν τη ζωή με γραμμές τραχιές, μα ό,τι δεν χωρά στη μοίρα, το σπέρνεις εσύ ίδια με πράξεις καλές, με θάρρος, με αγάπη. Κι αυτό είναι το δικό σου ξόρκι κόντρα στη σκοτεινιά.
Κι έτσι, με το χαμόγελο στο πρόσωπο και την αξιοπρέπεια όρθια στη σιωπή του δειλινού, η Ιωάννα βάδισε μπροστά χωρίς φόβο, χωρίς σκιά όπως αρμόζει σε όσες λίγες γυναίκες ορίζουν τη δική τους μοίρα.





