Eίμαι παντρεμένη με έναν άντρα, του οποίου οι γονείς μοιάζουν να ζουν ακόμη σε έναν άλλο χρόνο, εκεί που ο γιος τους δεν έχει πάρει διαζύγιο. Πέρασαν πάνω από τέσσερα χρόνια από τότε. Συνεχώς βλέπω να υφαίνουν σχέδια για να τους φέρουν ξανά κοντά σαν να πιστεύουν πως το παρελθόν είναι ένα πανί που μπορεί να ραφτεί ξανά και ξανά. Εμείς με τον Ανδρέα είμαστε παντρεμένοι εδώ και τρία χρόνια. Η ζωή μας κυλάει χαρούμενα, σχεδόν σαν κάτι απίθανο μέσα σε αχνοφωτισμένη αυλή, κάτω απ τις λεμονιές. Όμως η πεθερά μου πιστεύει πως ο γιος της έσφαλε με βιασύνη, πως ο χωρισμός δεν ήταν σοφία αλλά παρόρμηση και πως τώρα το μόνο που μένει είναι να τα ξαναφτιάξει με κάθε τρόπο με την παλιά οικογένεια. Ο Ανδρέας της είναι ακόμη εκεί, λέει στα όνειρά της.
Τον γνώρισα ήδη χωρισμένο. Το διαζύγιο, λέγαν, ήρθε με κοινή απόφαση, και η πρώην του ξαναπαντρεύτηκε αμέσως κι ευτυχισμένα στο μυαλό της πεθεράς μου, ήταν φανερό πως κάποιος άλλος άντρας, κάπου κρυμμένος, υπήρχε πάντα. Τα σκέφτομαι όλα αυτά σαν να επιπλέουν μέσα σε θολές γυάλες.
Ίσως και να κανα λάθος με τον γάμο. Η μάνα του επέμεινε, κι ίσως κι η δική μου. Εκείνη η άλλη γυναίκα έμεινε έγκυος, κι αυτός ούτε καν ήταν ερωτευμένος «βρισκόμουν εκεί απλά, αν δεν ήταν η εγκυμοσύνη δεν θα είχαμε παντρευτεί», μου είπε κάποτε ο Ανδρέας, και η φωνή του αντήχησε παράξενα, σαν ηχώ κάτω από θόλους.
Δεν φοβόμουν την πρώην γυναίκα του. Τον παρατηρούσα διακριτικά, προσπαθώντας να διακρίνω αν κάτι είχε μείνει, αν κάποια σκιά γυρνούσε γύρω του. Αλλά όχι ούτε του έλειπε, ούτε εκείνη φαινόταν να νοιάζεται γι αυτόν. Είχε ξαναπαντρευτεί, κι οι συζητήσεις τους περιορίζονταν αποκλειστικά στον γιο τους, τον μικρό Κωνσταντίνο, που ήταν σαν φανάρι μέσα στην ομίχλη όλων αυτών των καταστάσεων.
Μόνο η πεθερά δεν άντεχε αυτή τη νέα πραγματικότητα κι ο πεθερός το ίδιο. Συνέχεια επινοούσαν τρόπους συμφιλίωσης, ακροβατώντας ανάμεσα σε αναμνήσεις και αυταπάτες. Και για εμάς είχαν πάντα ένα βλέμμα γεμάτο δυσφορία, σαν να μαλώνουμε τους θεούς.
«Είσαστε ακόμη νέοι, έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας γιατί να μπλέξεις με μια ξένη οικογένεια;» με είχε ρωτήσει μια μέρα που βρεθήκαμε μόνες, ενώ τριγύρω γυρόφερναν οι μυρωδιές από μαγειρεμένη μπάμια και φρέσκο βασιλικό.
Της απάντησα ήρεμα, πως αν ο Ανδρέας ήταν ακόμη παντρεμένος, δεν θα είχα ανάμειξη. Μα τώρα είναι ελεύθερος. Έτοιμη να πει κάτι ακόμη, σταμάτησε μόλις μπήκε εκείνος στο δωμάτιο, και η σιωπή έμεινε να αιωρείται σαν βουβή προσευχή. Εκεί κατάλαβα πως ποτέ δεν θα έρθει ομαλή σχέση ανάμεσα σε εμένα και την πεθερά κι αυτό δεν με τάραξε ιδιαίτερα.
Μετακομίσαμε μαζί στο σπίτι μας, ακολουθήσαμε τη ζωή μας μέσα στους δρόμους της Αθήνας, κάτω από ηλεκτρικά φώτα και φωνές από γειτόνισσες. Η επαφή με την πεθερά περιοριζόταν σε οικογενειακές γιορτές εκεί άκουγα τις ίδιες ιστορίες, τα ίδια παράπονα για την προηγούμενη οικογένεια του άντρα μου. Ο Ανδρέας κουραζόταν να την κάνει να σιγήσει, αλλά ο κύκλος πάντα επαναλαμβανόταν, σαν ρολόι που δονείται σε παράξενο χρόνο.
Δεν βιαζόμασταν να κάνουμε παιδιά. Δεν έβλεπα τον εαυτό μου μάνα. Ο Ανδρέας είχε ήδη ένα γιο και η πεθερά φαινόταν να νιώθει ικανοποίηση γι αυτό. Όταν ο γιος της πήρε διαζύγιο, εκείνη το δέχτηκε εξωτερικά, αλλά άρχισε να καλεί την πρώην της νύφη κάθε Χριστούγεννα, να σιγοαναστενάζει στα οικογενειακά τραπέζια, να θρηνεί εκείνη την παλιά σχέση σαν να ήταν μύθος άλλης εποχής. Έβρισκε πάντα λόγους να την επαινεί, σαν η φωνή της να παλλόταν σε πλακόστρωτα σοκάκια.
Η πρώην, σαν φάντασμα που έχει συμφιλιωθεί με τη σκιά του, ερχόταν ήρεμη, απαθής. Η ακινησία της ήταν τόσο έντονη που γινόταν σχεδόν χειροπιαστή.
Η πεθερά προσπαθούσε να κάνει τον Ανδρέα να ζηλέψει. Κι εμένα για εκείνον. Μου τηλεφωνούσε να με ρωτήσει δήθεν αν ήξερα που βρισκόταν ο άντρας μου. Αν δεν ήξερα, έλεγε πως τότε πρέπει να είναι με την πρώην του. Άλλοτε τον έστελνε σε εκείνη. Άλλοτε πάλι έκανε πράγματα που στροβιλίζονταν σαν φύλλα στον άνεμο.
Μέσα μου δεν υπήρχε ζήλια. Μα όλα αυτά με έβγαλαν πολλές φορές από τον εαυτό μου. Όποιος τους έβλεπε εξωτερικά, θα καταλάβαινε αμέσως: δεν υπάρχει τίποτα πια, τίποτα δεν μπορούν να μοιραστούν εκτός από το παιδί. Ο Ανδρέας δίνει συχνά χρήματα στην πρώην μερικές φορές ευρώ με ευρώ και μιλάει με τον μικρό Κωνσταντίνο. Τον φέρνει και στο σπίτι μας. Η πρώην δεν ζητά, δεν ανακατεύεται στις ζωές μας, δεν βάζει εμπόδια. Συμπεριφέρεται φυσιολογικά σαν οι ζωές μας να είναι παράλληλες και ευγενικές, με ανεξάρτητους δρόμους. Δεν τα κατάφεραν, απλά. Και τι να γίνει; Ο καθένας με τη δική του ζωή και σεβασμό.
Η πεθερά όμως εγκλωβισμένη στον κόσμο της, συνεχίζει να υφαίνει σχέδια. Αναρωτιέμαι πότε θα σταματήσει, πότε θα έρθει η φώτιση. Ο Ανδρέας μοιάζει να πιστεύει πως όλα θ αλλάξουν όταν της χαρίσω εγγόνι. Εγώ όμως, σε αυτό το όνειρο με τις σκιές και τα γιογκιθμικά χρώματα στους τοίχους, δεν πιστεύω πια σε τέτοια θαύματα.





