Οι γονείς μου πάντα ζούσαν μακριά. Από παιδί με άφηναν στους παππούδες μου στην Καλαμάτα, κυνηγώντας την καριέρα τους στην Αθήνα. Δεν τους πίεζαν τα οικονομικά, όμως έβαζαν πρώτα τη δουλειά τους και άφηναν λιγότερο χώρο για εμένα. Έτσι, ο δεσμός μου με τον Παππού Νίκο και τη Γιαγιά Ειρήνη έγινε δυνατός εκείνοι με στήριξαν σε όλα τα βήματα της ζωής μου, ήταν το λιμάνι μου σε κάθε φουρτούνα.
Όταν ενηλικιώθηκα, μου άφησαν οι παππούδες δύο διαμερίσματα στην Καλαμάτα. Ήταν η ευκαιρία μου να δείξω στους γονείς πως τα καταφέρνω. Πούλησα τα διαμερίσματα και με τα χρήματα, περίπου διακόσιες χιλιάδες ευρώ, αγόρασα ένα σπίτι κοντά στο Πανεπιστήμιο στην Πάτρα. Οι γονείς μου παρέμειναν μακρινοί ακόμα και τότε είχαν συνηθίσει άλλωστε στην απουσία.
Δυστυχώς, ο Παππούς και η Γιαγιά έφυγαν απ τη ζωή στα φοιτητικά μου χρόνια και τότε ήμουν πια ολότελα μόνη απέναντι στους γονείς μου. Εκείνοι δεν έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στην ανατροφή μου και στη διαμόρφωσή μου σαν άνθρωπο. Το ότι μεταξύ μας δεν υπήρχε σχέση με βάθος, έκανε δύσκολο να βρω χρόνο για εκείνους όπως και σε εκείνους ήταν δύσκολο να βρουν χρόνο για εμένα όταν ήμουν παιδί.
Όταν διαμαρτυρήθηκαν πως δεν πήραν μερίδιο απ τα χρήματα των διαμερισμάτων, δεν ένιωσα υποχρεωμένη να τους δώσω τίποτα. Πίστευα πως δεν στάθηκαν δίπλα μου στα πραγματικά καθοριστικά στάδια της ζωής μου και άρα ήταν η σειρά μου να βάλω τις δικές μου ανάγκες πρώτα. Παραμέρισα τις παραπόνες τους για τον χρόνο που δεν περνούσα μαζί τους· είχα μάθει άλλωστε από εκείνους πως δουλειά και προσωπική ευτυχία προέχουν.
Η απάντησή μου στις συνεχείς διαμαρτυρίες τους ήταν πάντα ίδια: «Δεν έχω χρόνο, δουλεύω». Περίμενα πως αυτοί, πάνω απ όλους, θα καταλάβαιναν τι σημαίνει να δίνεις όλο σου τον χρόνο στη δουλειά ήταν η πραγματικότητα που εκείνοι διάλεξαν όταν ήμουν μικρή. Η επιλογή μου να εστιάσω στη δική μου ζωή και στα όνειρά μου ήταν ο δικός μου τρόπος να αντέξω την απουσία τους και να βάλω ψηλά τη δική μου ευτυχία και πληρότητα.






