Ξεκίνησα να εκνευρίζω τον ίδιο μου τον άντρα; Οκτώ χρόνια όλα πήγαιναν υπέροχα, αλλά στον ένατο χρόνο ο Δημήτρης δεν άντεχε τίποτα πια – και περισσότερο απ’ όλα εμένα, τη Νάντια. Ένα χρυσόσκονιστο διαζύγιο, ένας σκύλος-μυστήριο, μία απογοήτευση με τις “συζυγικές” συμβουλές, αμήχανες μαμάδες, γκόθικοι σωτήρες, και στο τέλος μια ζωή που κυλάει πιο απρόβλεπτη ακόμη κι απ’ το ελληνικό χειμώνα – με δύο παιδιά που λένε στο σχολείο ότι ο μπαμπάς τους σώζει τον κόσμο, η μαμά δουλεύει με υπολογιστές κι ο σκύλος βλέπει τηλεόραση!

Άρχισα να εκνευρίζω τον ίδιο μου τον άντρα;
Οχτώ χρόνια όλα πήγαιναν υπέροχα, αλλά στον ένατο χρόνο, όλα άρχισαν να τον ενοχλούν πιο πολύ απ όλα, εγώ, η Ιφιγένεια.
Ο Μάριος γύριζε αργά, έτρωγε, μουρμούριζε κάτι ανόητο, άνοιγε το λάπτοπ και όλη νύχτα κολλούσε σε διαδικτυακά παιχνίδια σκοποβολής. Όταν με κοίταζε, λες και τον πονούσαν τα δόντια από την κορυφή ως τα νύχια. Και όλο πιο συχνά, ξερά μου έλεγε πως απόψε θα κοιμηθεί στη μάνα του.
Μια βραδιά, δεν άντεξα άλλο πήρα τηλέφωνο τη πεθερά μου:
Κυρία Πηνελόπη, μήπως ο Μάριος είναι εκεί τώρα;
Και με το πιο γλυκό της ύφος εκείνη μου απαντά:
Καλή μου Ιφιγένεια, μια σωστή γυναίκα πάντα ξέρει πού βρίσκεται ο άντρας της.
Έφτασε στο σημείο να αγοράσω βιβλίο: «Πώς να κρατήσεις τον άντρα σου», και δικαιολογήθηκα στην ταμία πως είναι για μια φίλη. Η κοπέλα με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο οίκτο και λίγη αηδία.
Μέχρι που συνειδητοποίησα το παράλογο: πόσους άντρες χρειάζεται μια γυναίκα για να αποκτήσει η συγγραφέας τέτοια εμπειρία; Και πού βρίσκονται αυτοί οι άντρες διαθέσιμοι για κράτημα, αν όλοι είναι ήδη «κρατημένοι»;
Εκατόν πενήντα σελίδες συμβουλών να επιστρέψει ο άντρας στον ζεστό σπιτικό, να φοράς εσώρουχα σέξι, να ενδιαφέρεσαι για τις δουλειές του Έμαθα μέχρι και να φτιάχνω τσουρέκι, αλλά ο Μάριος ούτε που μπήκε στον κόπο να μυρίσει το σπίτι. Μάλλον έπρεπε να ζυμώνω φορώντας τα εσώρουχα, ή να πάω έτσι από τη μάνα του, εκεί που τάχα κυκλοφορεί.
Ούτε το να μοιράζομαι τα ενδιαφέροντά του πέτυχε: πέρασα από την πρώτη φορά το επίπεδο του παιχνιδιού που εκείνος πάλευε τόσες μέρες. Αυτό δεν βοήθησε ούτε στο ελάχιστο.
Βγήκα στα μαγαζιά για καινούριες μπότες, γύρισα με ένα παχουλό κουτάβι για τα ίδια λεφτά. Το κοίταξα και κατάλαβα: πάντα ήθελα σκύλο, αληθινό, όχι ένα τρελό τσιουάουα.
Η κυρία που μου τον πούλησε με ρώτησε:
Έχετε ιδέα από σκυλιά; Όχι, ε; Ε, αυτός είναι χρυσός ριτρίβερ.
Τόσο χρυσός δεν μου φαίνεται, ρώτησα, και εκείνη σήκωσε το φρύδι:
Θα μεγαλώσει και θα χρυσαφίσει. Πολύ μοδάτος σκύλος, οι γονείς του πρωταθλητές, κι όλα τα χαρτιά τα έχω. Σχεδόν τζάμπα τον δίνω!
Και μου ζήτησε το ποσό.
Δεν είχα όλα τα ευρώ πάνω μου, αλλά η κυρία δέχτηκε όσα είχα.
Κάποιος πρέπει να χαίρεται που έρχεσαι σπίτι. Οι μπότες δεν θα σε κοιτάξουν στα μάτια, ούτε θα κουβαλήσουν τις παντόφλες στα δόντια τους.
Ο Μάριος, που έτυχε να 'ναι σπίτι εκείνο το βράδυ, ρώτησε:
Τι είναι τούτο;
Χρυσός ριτρίβερ, ράτσας, και φθηνός, να οι χαρτούρες του.
Μα στα χαρτιά ο κουτάβος αναφερόταν ως καθαρόαιμος ελληνοποιημένος βουλντόγκ. Το τηλέφωνο της κυρίας άνηκε σε εργολαβικό γραφείο, που στο άκουσμα «ριτρίβερ» γελούσαν ειρωνικά.
Έχεις μάτια; Πού ακριβώς βλέπεις εδώ ριτρίβερ ή βουλντόγκ; Πόσα έδωσες; Πόσα;! Μα πόσο ανόητη να είσαι;
Ο σκύλος δε συμπάθησε τις φωνές κι άρχισε να γρυλίζει, αλλά το μόνο που κατάφερε είναι να αφήσει μια μεγάλη λακούβα
Θεέ μου, με ποια ζω! έκανε επίκληση ο Μάριος και γύρισε στον υπολογιστή. Με κοιτούσε λες και πυροβολούσε εμένα στις σκοποβολές του, με ευχαρίστηση.
Το πρωί ο κουτάβος είχε πλέον κάνει δικά του τα αθλητικά του Μάριου και είχε ροκανίσει τα καλά του παπούτσια.
Κι εκεί ο Μάριος ξέσπασε.
Όλα πάνω μου φριχτά κι ανυπόφορα· το πρόσωπο, το ντύσιμο, η ψυχή, οι σκέψεις. Ακόμα και που βγάζω τα διπλά από κείνον. Για να τον κάνω να νιώθει κατώτερος. Και δεν έχω παιδί.
Μάριε, εσύ δεν ήθελες παιδί, ψέλλισα.
Γιατί; Τι παιδιά να κάνεις εσύ, χαζή; Τόσο χαζά όσο εσύ! Κοίτα τον εαυτό σου ένας άντρας θα έπεφτε σε μια τέτοια;!
Ο κουτάβος τον άκουσε, πήγε βαριά στα ποδαράκια του και προσπάθησε να του δαγκώσει τον αστράγαλο.
Κι εγώ, με κόμπο στο λαιμό, αδύναμη, κοιτούσα τον Μάριο να ρίχνει ρούχα χωρίς τάξη στη βαλίτσα.
Τριάντα χρονών. Η ζωή τελείωσε. Τέλος. Ως εδώ.
Δεν είχε νόημα να ζω αυτό όμως δεν μπορείς να το εξηγήσεις σε κουτάβι που μασάει την κάλτσα σου δείχνοντας το πιο δυστυχισμένο βλέμμα. Δεν τον νοιάζουν τα βάσανά μου, τα σκοτεινά μου σχέδια. Θέλει να φάει, να πιει και να του λες τι καλός που είναι και να τον ξύνεις στην κοιλιά.
Ο σκύλος, ο Πάτροκλος, μεγάλωνε σαν μαγιά, αλλά για φύλακας δεν ήταν. Ούτε να δαγκώσει ήξερε. Κάθε τέτοια απόπειρα μετατρεπόταν σε παιχνίδι με γλείψιμο και χάδια.
Τα βράδια περπατούσα ως αργά μαζί του. Και κάποια νύχτα έγιναν τα χειρότερα: τον Δεκέμβριο, στις πολυκατοικίες, άνοιγαν κάτι τεράστιους λάκκους, έπεφτε χιονόνερο, και όλο γινόταν λάσπη. Σε τέτοια λακούβα έπεσε ο Πάτροκλος και άρχισε να κλαψουρίζει. Από τον φόβο πήδηξα κι εγώ τουλάχιστον δεν έσπασα τα πόδια μου. Η τρύπα σωστά βαθιά, με γλιστερά πηλώδη τοιχώματα, και η ώρα κοντά μεσάνυχτα. Το κινητό φυσικά στο σπίτι.
Αρχικά ντράπηκα να φωνάξω βοήθεια, αλλά μετά από προσπάθειες που δεν έβγαζαν πουθενά, ούρλιαξα δυνατά: «Βοήθεια!»
Στο τέλος, δυο νεαροί μαυροντυμένοι goth, έμοιαζαν με ήρωες σκοτεινών ιστοριών κάτω απ τα αμυδρά φώτα. Δεν μου έκαναν θυσίες ούτε με έθαψαν ζωντανή, απλά φώναξαν την Πυροσβεστική και έμειναν εκεί, κουβεντιάζοντας ζωηρά. Πρώτα ανέβασαν τον Πάτροκλο, ο οποίος σε δευτερόλεπτα έγλειφε τους πάντες και τους goth! Μετά εμένα, που είχα παγώσει για τα καλά και ούτε ντρεπόμουν πια.
Ο επικεφαλής της ομάδας αγανάκτησε με τον ίδιο τρόπο για το ηλίθιο σκυλί μου, για τη βλακώδη ιδιοκτήτρια, για τους ανίκανους στη ΔΕΗ και τους τρύπιους εργολάβους, ακόμα και το κράτος τα άκουσε! Ο Πάτροκλος γούσταρε τόσο αυτά τα λόγια, που πήδησε να γλείψει τον αρχηγό στη μύτη, σπάζοντάς του στο μεταξύ και το ρουθούνι.
Έτσι γύρω στη μία τα ξημερώματα, η εικόνα ήταν: ένας σκυλάκος χαρούμενος και μπαρουτοκαπνισμένος, εγώ γεμάτη λάσπη και τρέμοντας, πυροσβέστες και goth φουλ λερωμένοι απ το σκύλο, και ο αρχηγός με αίμα στη μύτη.
Κυρία μου, τουλάχιστον αρχίστε να μαθαίνετε τον τέρας σας κάποια πράγματα, μου είπε ο επικεφαλής.
Προσπαθώ, αλλά ξέρετε δύσκολο να του αλλάξεις μυαλό.
Κι εγώ το ίδιο! είπε με γέλιο ο ένας goth στον άλλον και δεν άντεξαν, ξέσπασαν σε χαρά.
Εμένα θα με βρείτε σε τούτη την πολυκατοικία, ελάτε να πλυθείτε, πρότεινα με τα δόντια μου να τρίζουν.
Πήγαινε, πήγαινε! του είπαν οι πυροσβέστες στον επικεφαλής γίνεσαι πιο Hannibal Lecter παρά πυροσβέστης έτσι!
Να ανοίξει καμιά κοπέλα χαντάκι μόνη της μπας και προλάβει να ζήσει, ως ότου συνέλθουν οι υπηρεσίες μας, έλεγε αργότερα απολαυστικά η φίλη μου.
Υ.Γ. Τα παιδιά μου δεν βγήκαν ιδιοφυΐες απλά αστεία κι έξυπνα πιτσιρίκια, και ο Αντώνης και η Αριάδνη. Πρώτη Δημοτικού, παρουσίαση για την οικογένεια:
Ο μπαμπάς μας σώζει τον κόσμο! Η μαμά όλη μέρα με τον υπολογιστή! είπε ο Αντώνης με περηφάνια.
Και η ήσυχη Αριάδνη συμπλήρωσε:
Και ο σκύλος μας βλέπει τηλεόραση!

Oceń artykuł
Ξεκίνησα να εκνευρίζω τον ίδιο μου τον άντρα; Οκτώ χρόνια όλα πήγαιναν υπέροχα, αλλά στον ένατο χρόνο ο Δημήτρης δεν άντεχε τίποτα πια – και περισσότερο απ’ όλα εμένα, τη Νάντια. Ένα χρυσόσκονιστο διαζύγιο, ένας σκύλος-μυστήριο, μία απογοήτευση με τις “συζυγικές” συμβουλές, αμήχανες μαμάδες, γκόθικοι σωτήρες, και στο τέλος μια ζωή που κυλάει πιο απρόβλεπτη ακόμη κι απ’ το ελληνικό χειμώνα – με δύο παιδιά που λένε στο σχολείο ότι ο μπαμπάς τους σώζει τον κόσμο, η μαμά δουλεύει με υπολογιστές κι ο σκύλος βλέπει τηλεόραση!